Πέντε χρόνια είχαν περάσει από εκείνο το ατύχημα που τους άλλαξε την ζωή. Ένα τροχαίο που σταμάτησε τον χρόνο για πάντα.
Η Δήμητρα χάιδεψε προσεχτικά το πρόσωπο του άντρα της που κοιμόταν δίπλα της. Τον κοίταξε και πάλι θυμήθηκε αυτά που της έλεγαν όλοι.
«Είσαι νέα ακόμα. Μόλις 57. Θα χάσεις τα χρόνια σου μαζί του. Δεν έχει κάτι άλλο να σου προσφέρει»
«Δεν μπορεί, όχι ότι δεν θέλει», αυτό έπρεπε να τους απαντήσει τότε αντί να κατεβάσει το κεφάλι ντροπιασμένη.
«Αυτός τελείωσε. Εσύ ζήσε!»
«Μαζί του θέλω να ζήσω. Όπως και να ζήσω», γύρισε πλευρό και τα δάκρυα μούσκεψαν το μαξιλάρι της.
Πέντε χρόνια είχαν περάσει που ο Αντώνης, ο άντρας της, δεν είχε καταφέρει ξανά να περπατήσει, να φάει μόνος του, να μιλήσει κανονικά. Σε ένα κρεβάτι πάνω ήταν πια όλη τους η ζωή. Και τα όνειρά τους σκόρπισαν σαν να ήταν καμωμένα από χαρτί. Σκόνη έγιναν και τους έπνιξαν.
Καμία βοήθεια δεν είχαν, γιατί ο Αντώνης ήταν πια για όλους μια τελειωμένη υπόθεση. Και πίστευαν από εγωισμό πάσχιζε αυτή η γυναίκα να κρατήσει έναν γάμο ζωντανό, ένα σπίτι ανοιχτό.
Κάθε μέρα, η ρουτίνα ήταν ίδια. Να τον περιποιηθεί, να τον ταΐσει, να τον κοιμίσει. Σαν το μωρό ήταν στα χέρια της. Εξαρτιόταν η ζωή του από την αγάπη της. Αυτό που την πονούσε πιο πολύ όμως ήταν η επικοινωνία. Με το ζόρι αντάλλαζαν δύο κουβέντες. Ένα «σ’ αγαπώ» μόνο σχημάτιζαν με δυσκολία τα χείλη του. Και της αρκούσε. Την φωνή του δεν την είχε ακούσει. Έβλεπε την προσπάθειά του. Και τον παίνευε. Τον ενθάρρυνε. Τον θαύμαζε. Πάλευαν και οι δύο μαζί στον ίδιο αγώνα μα ταυτόχρονα και ο καθένας τον δικό του.
Συχνά, κάθονταν μαζί στο κρεβάτι και του έδειχνε φωτογραφίες από το άλμπουμ. Η ημέρα της αποφοίτησής της αγκαλιά με μια ανθοδέσμη ροζ τριαντάφυλλα. Τα είχε διαλέξει εκείνος, ήταν τα αγαπημένα της. Η πρώτη έξοδος από τον στρατό, ντυμένος στα χακί. Η ίδια είχε τραβήξει την φωτογραφία. Οι διακοπές στο Ρέθυμνο, το πρώτο τους ταξίδι. Ανάβαση σε ένα βουνό που ακόμα αναρωτιόταν πώς την είχε πείσει. Ταξίδι στην Πράγα, μπροστά στην γέφυρα του Καρόλου. Ο γάμος του αδερφού του, τι χαρούμενη μέρα. Δείπνο μετά την πρώτη της προαγωγή στην δουλειά. Πικνίκ σε ένα καταπράσινο λιβάδι κάποια άνοιξη που φυσούσε πολύ. Μια ταβέρνα πάνω στην θάλασσα και φίλοι που εξαφανίστηκαν μετά το ατύχημα του Αντώνη.
«Αυτοί χάνουν», το έκλεισε απότομα και μετά κοίταξε τον άντρα της και κατάλαβε ότι τον είχε τρομάξει. Χάιδεψε το μάγουλό του για να τον καθησυχάσει.
«Εγώ φταίω;», προσπάθησε να της πει.
«Όχι βέβαια!», του απάντησε μόνο, μα ήθελε πολύ να του πει πως αυτοί φταίνε που δεν τον λογάριαζαν πια ως άνθρωπο.
Η πόρτα χτύπησε. Ήταν ο γιατρός. Ερχόταν τακτικά να ελέγχει την υγεία του Αντώνη και να του κρατά και λίγο παρέα. Πάντα ήταν πολύ ευγενικός, ιδιαίτερα όμως με την Δήμητρα. Σε εκείνην έβλεπε την γυναίκα που ποτέ δεν απέκτησε και παρόλο που ήταν 7 χρόνια μικρότερός της ήθελε πολύ να την κάνει δική του. Καμία άλλη δεν του είχε κεντρίσει έτσι το ενδιαφέρον και δεν τον είχε εντυπωσιάσει με την ομορφιά της. Η αφοσίωσή της στον άντρα της, του έδειχνε πόσο πολύ θα μπορούσε να φροντίσει και τον ίδιο. Και πίστευε ότι αυτός θα μπορούσε να την κάνει πραγματικά ευτυχισμένη. Μα όσο περνούσε ο καιρός και έβλεπε ότι εκείνη αρνιόταν να εγκαταλείψει τον άντρα της, κατάλαβε ότι έπρεπε να σταματήσει να περιμένει να τον επιλέξει η Δήμητρα. Έπρεπε να τον επιλέξει ο ίδιος ο Αντώνης.
Έτσι, ξεκίνησε ο γιατρός και έβαζε σιγά σιγά το σποράκι στο άρρωστο μυαλό του ασθενή του. Όλα αυτά που έλεγε ο κόσμος και η Δήμητρα είχε φροντίσει να μην μάθει ποτέ ο Αντώνης, του τα είπε ο γιατρός του. Πως η γυναίκα του είναι ακόμα νέα και όμορφη και πρέπει να έχει την ευκαιρία να φτιάξει πάλι την ζωή της. Πως δεν θα τον εγκαταλείψουν, θα τον φροντίζουν πάντα. Η διαφορά θα ήταν πως άλλος θα ήταν ο άντρας της πλέον. Ένας άντρας με μέλλον που μπορούσε να προσφέρει σε μια γυναίκα όσα χρειάζεται. Η Δήμητρα θα μπορούσε ξανά να πάει τις εκδρομές της, τις βόλτες της και όχι να είναι κλεισμένη σε τέσσερις τοίχους. Θα μπορούσε να νιώσει ξανά γυναίκα.
Λίγες μέρες μετά χτύπησε ξανά η πόρτα. Η Δήμητρα άνοιξε, αλλά σταμάτησε τον γιατρό στην είσοδο. Εκείνος την κοίταξε όλο ελπίδα.
«Σου το είπε;», ρώτησε με αγωνία.
«Ναι. Μου το είπε τις προάλλες όταν έφυγες. Ξέρεις, η επικοινωνία μας είναι περιορισμένη. Κάθε του λέξη είναι πολύτιμη για εμένα. Οπότε όταν κατάλαβα ότι κάτι ήθελε να μου πει, περίμενα με τόση χαρά μέχρι να καταφέρει να ολοκληρώσει την πρόταση. Και τι μου είπε; Να τον παντρευτείς. Αυτές τις τρεις λέξεις. Έβαλε όλη του τη δύναμη για να μου πει να σε παντρευτώ. Σπατάλησε τον κόπο του σε αυτές τις τρεις λέξεις που είμαι σίγουρη ότι εσύ του έβαλες στο μυαλό. Ξέρεις, ο Αντώνης είναι ένας σπουδαίος άντρας. Αυτός κάποτε έσωσε εμένα. Όταν με γνώρισε δεν είχα σπίτι, οικογένεια, δρόμο να διαβώ ούτε όνειρα να κάνω. Δεν είχα τίποτα. Ένιωθα ένα τίποτα. Εκείνος μου έμαθε να ζω. Μου έμαθε πόσο σημαντική είμαι, πόσα αξίζω. Εκείνος άνοιξε τον δρόμο να περάσω. Εκείνος μου έδωσε όσα έχω σήμερα»
«Θαυμάζω την αφοσίωση και την ευγνωμοσύνη σου…»
«Σώπα! Που τα θαυμάζεις κιόλας! Ήρθες μέσα στο σπίτι μου και ζήτησες από τον άντρα μου να μου πει να σε παντρευτώ. Τι να θαυμάσω εγώ σε αυτό;»
«Σου υπόσχομαι πως πάντα θα τον φροντίζουμε. Θα κρατήσεις την κηδεμονία του…»
«Σώπα σου λέω! Δεν θέλω να ακούω λέξη από όσα λες. Δεν μπορείς ούτε εσύ ούτε κανείς να καταλάβει γιατί κάνω αυτό που κάνω. Δεν μπορείτε να καταλάβετε πόσο σπουδαίος άντρας ήταν και είναι. Όταν γίνεις και εσύ τόσο σπουδαίος, ίσως βρεθεί κάποια να σε κοιτάξει. Μέχρι τότε έξω από το σπίτι μου! Δεν θέλω άλλον άντρα! Θέλω άλλον γιατρό!»
Αφού του έκλεισε την πόρτα στα μούτρα, η Δήμητρα γύρισε πίσω στο κρεβάτι με τον Αντώνη, στην φωλιά της, όχι στην φυλακή της όπως νόμιζαν όλοι. Χώθηκε στην αγκαλιά του και του είπε ξανά πόσο τον αγαπάει, πόσο τον ευχαριστεί για όλα όσα έχουν και πώς δεν πρόκειται ποτέ μα ποτέ να φύγει από το πλευρό του. Και ήξερε ότι ο Αντώνης την άκουγε γιατί όσο του τα έλεγε, τα δάκρυά του έσταζαν πάνω στα μαλλιά της. Έτσι έμειναν οι δύο τους πάντα ενωμένοι απέναντι σε όλους και σε όλα.
CC
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
