Η Αρετή, ήταν το μοναδικό κορίτσι από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας και μάλιστα το μικρότερο, αλλά με πολύ μικρές ηλικιακές διαφορές. Από τον πρώτο, είχε πέντε χρόνια διαφορά, ενώ από τον τελευταίο, μόλις 11 μήνες. Μεγάλωνε, βιώνοντας διακρίσεις ανάμεσα σε εκείνη και τα αγόρια αδέρφια της. Το αρσενικό, όπως έλεγαν οι μεγάλοι, ήταν αλλιώς.
Όχι, δεν ήταν γεννημένη σε άλλες, απαρχαιωμένες εποχές, που συνηθίζονταν αυτά. Στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, που ο κόσμος είχε δεχτεί πολλές αλλαγές κι όμως, στο ορεινό χωριό της, όλες οι σκουριασμένες νοοτροπίες, καλά κρατούσαν. Ο μπαμπάς της, αναφερόταν με καμάρι για τα παιδιά του, εννοώντας τα τρία του αγόρια. Όταν κάπου, σπάνια έπρεπε να αναφερθεί στην Αρετή, δεν συγκαταλεγόταν στα παιδιά. Εκείνη ήταν απλά, το θηλυκό. Σα να ήταν ό,τι περίσσεψε ή ό,τι ήρθε κατά λάθος, σαν μίασμα.
Τα αδέρφια της από μια σταλιά παιδιά οδηγούσαν τρακτέρ, το αγροτικό φορτηγάκι του μπαμπά, πήγαιναν μαζί του στο λατομείο κι εκείνος κορδωνόταν ότι τους έκανε άντρες, από μικρά. Την ίδια περηφάνεια, το αρσενικό παλαιάς κοπής, ένιωθε κι όταν μεγαλώνοντας τους άκουγε να διατάζουν την μάνα και το μικρό θηλυκό, να τις συμπεριφέρονται χωρίς τρόπους, απότομα, σαν τα δουλικά, που ο ρόλος τους ήταν να υπηρετούν τους άντρες του σπιτιού, χωρίς πολλά λόγια, με υποταγή.
Στο σχολείο, τα τρία αγόρια, ίσα που κουβαλούσαν τους εαυτούς τους και τις σάκες τους με τα βιβλία. Μέχρι γυμνάσιο όλα και με το ζόρι. Είχαν τα ζώα, τα κτήματα και το λατομείο που έτρεφαν την οικογένεια και αργότερα και τις οικογένειες που θα έκαναν τα αγόρια, τι να τα έκαναν τα γράμματα; Το διάβασμα ήταν για τους φλώρους και τους τεμπέληδες, τους χαραμοφάηδες, έτσι έλεγε ο μπαμπάς τους και τους έδειχνε τα κακοτράχηλα χέρια του από την σκληρή δουλειά. Η Αρετή όμως τ’ αγαπούσε το σχολείο, ήθελε να διαβάζει με τις ώρες. Όσο ο μπαμπάς της θύμωνε που την έβλεπε να μελετά, τόσο εκείνη συνέχιζε και τόσο εκείνος πείσμωνε. Πετούσε τα βιβλία της μακριά, φώναζε αγριεμένα, “τι να τα κάνεις τα γράμματα; Εμ θηλυκό εμ τεμπέλα; Πάρε την σκούπα και σκούπισε, μη την πιάσω εγώ και την σπάσω στη μέση σου”. Ούτε που τον φοβόταν το ευλογημένο το μικρό, κορίτσι πράμα, μα στο θάρρος πιο αγόρι από τα αγόρια. Έτρωγε καθημερινά πολλές ξανάστροφες, αλλά την χάρη να τον ακούσει, να του δείξει ότι τον φοβάται και να μη διαβάζει, δεν του την έκανε ποτέ.
Αυτό που την πονούσε, ήταν ότι ούτε η μάνα της την υπερασπιζόταν. Έβλεπε την παραίτησή της από κάθε δικαίωμά της σαν γυναίκα, σαν άνθρωπος, την καθολική συμμόρφωσή της στα θέλω και τις ανάγκες του άντρα της, την απόλυτη υποτακτικότητα σε κείνον και την ζωή του, αλλά και την επιβολή αυτής της στάσης στο έταιρο θηλυκό της οικογένειας. Η Αρετή όμως δεν ήθελε να ζει ετσι. Δεν ήθελε να φοβάται μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, δεν ήθελε να μην έχει λόγο, άποψη, επιλογή. Δεν ήθελε να ζει σαν αντικείμενο χρήσης, στα χέρια των αντρών. Δεν θα την σταματούσε ούτε το βαρύ χέρι του πατέρα, ούτε η απαξίωσή του και των αδερφών της, ούτε η συγκαταβατικότητα της μάνας της, ούτε το οπισθοδρομικό χωριό της.
Δεν ήταν καθόλου εύκολο σε μια κλειστή, μουχλιασμένη, ανδροκρατούμενη τοπική κοινωνία, να ορθώσει το ανάστημά της. Παντού και πάντα υψωνόταν ανθρώπινα εμπόδια. Ακόμα και ο παπάς τους, που τους εξομολογούσε από μικρά, την συμβούλευε να μη κάνει όνειρα, να παραμένει ταπεινή και υπάκουη, να μην αφήνει τον σατανά να την παρασύρει σε κακά μονοπάτια, όταν τόλμησε να του εκμυστηρευτεί ότι ήθελε να τελειώσει το λύκειο και να σπουδάσει. Μάλιστα, το είχε μεταφέρει και στον πατέρα της και το ξύλο εκείνο, μαζί με τα απαξιωτικά λόγια που της έφτυσε στα μούτρα, θα τα φυλούσε για πάντα μέσα της, την σημάδεψαν. Εκείνη τη μέρα, ήταν παιδάκι έκτης δημοτικού, ορκίστηκε ότι δεν θα εξομολογηθεί ποτέ ξανά κομμάτια της ψυχής της σε εκείνον τον πάτερ, που μόνο τον ρόλο του πνευματικού καθοδηγητή δεν είχε. Μέσα από τα βιβλία της, προσπαθούσε να μάθει, να ανακαλύψει τι υπήρχε έξω από τον παρωχημένο μικρόκοσμό της. Αισθανόταν σα να μπήκαν σε μια φούσκα άρνησης, που τους κρατούσε μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο που συγχρονίζονταν, που ακολουθούσε τις εξελίξεις του πλανήτη, που προχωρούσε μπροστά, σύμφωνα με τις επιταγές των εποχών.
Τελείωνε το γυμνάσιο στην κοντινή πόλη, και ενώ οι καθηγητές παρότρυναν τους γονείς της να την στηρίξουν, να την προωθήσουν σε σπουδές, αναφερόμενοι στην εξυπνάδα της, στην όρεξη για μάθηση, εκείνοι χωρίς ντροπή τους είπαν ότι δουλειά τους δεν ήταν να φουσκώνουν τα μυαλά των κοριτσιών και πως εκείνοι ήξεραν το καλό του δικού τους. Κι έτσι… για το καλό της, αποφάσισαν να μη την στείλουν καν στο λύκειο, για παραδειγματισμό, για να την συνετίσουν, για να καταλάβει πια ότι η θέση της ήταν στο σπίτι, να πλένει τα σώβρακά τους, να τους μαγειρεύει και να ξεσπάνε πάνω της τα νεύρα τους, μετά από πολλές ώρες δουλειάς, όπως έκαναν με την μαμά της, όπως έβλεπε όλες τις γυναίκες γύρω της. Η Αρετή έκλαιγε επί μέρες. Ένιωθε παγιδευμένη, αδικημένη και προδομένη από τους ίδιους της τους γονείς. Προσπαθούσε να βρει τρόπο να μη θαφτεί στην αγραμματοσύνη, στην μοίρα της γυναίκας του τόπου της, μα όλα έπεφταν στο κενό.
Οι ευκαιρίες δεν έρχονται πολλές φορές στη ζωή, ειδικά όταν σου την ορίζουν άλλοι. Έτσι, όταν λίγο καιρό μετά, έσπασε ο μεγάλος της αδερφός του χέρι του, σε περίοδο οργώματος και τα άλλα δύο αγόρια ήταν σε άλλο πόστο που επιβαλλόταν η παρουσία τους και ο μπαμπάς της φαινόταν απελπισμένος, στάθηκε μπροστά του σοβαρή, με αυστηρό ύφος και του είπε “θα έρθω εγώ μαζί σου στο τρακτέρ”. Ο μπαμπάς της την κοίταξε με απορία και περιφρόνηση ταυτόχρονα και δεν απάντησε.
– Πάρε με μαζί σου, θα δεις ότι μπορώ, συνέχισε στον ίδιο ρυθμό η Αρετή.
– Πού ξέρεις εσύ από τιμόνι θηλυκό πράμα;
– Θα σου αποδείξω ότι ξέρω. Δοκίμασε με. Άλλωστε δεν έχεις άλλη επιλογή.
Καθόλου δεν του άρεσε το ύφος της, αλλά υποχώρησε γιατί είχε ανάγκη από χέρια και γιατί μπορεί να διέκρινε θράσος στη μικρή επαναστάτρια, αλλά και μια πυγμή που του θύμισε τον εαυτό του.
Η Αρετή δεν είχε ανέβει ποτέ στο τρακτέρ. Ήταν απαγορευμένο από τον αρχηγό της οικογένειας. Αυτά ήταν για τους άντρες. Τους παρακολουθούσε όμως όλους στο χωριό, τις κινήσεις τους, τα χέρια, τα πόδια. Πόσο δύσκολο να ήταν; Δεν έπρεπε να αφήσει τον φόβο και την ηττοπάθεια να την καταβάλλουν. Έπρεπε να τα καταφέρει.
Και τα κατάφερε! Δεν χρειάστηκε πολλή καθοδήγηση από τον αγροίκο πατέρα. Σα να όργωνε χρόνια, σα να ήταν μια από αυτούς, με την σιγουριά τη δική τους, των αρσενικών. Με κλεφτές ματιές έψαχνε την αντίδρασή του. Την κοιτούσε σαστισμένος και προσπαθούσε να πνίξει το γέλιο που της προκαλούσε το ύφος του. Απολάμβανε αυτή τη στιγμή, ήταν η στιγμή της εκδίκησής της και ήταν δική της. Συνέχιζε να πηγαίνει μαζί του και να τον εκπλήσσει. Την αποδοχή του δεν θα την κέρδιζε, ήταν δεδομένο, μα της αρκούσε που τελικά του απέδειξε ότι μπορούσε.
Μετά από αυτήν την προσωπική της νίκη και αφού ο αδελφός της έβγαλε τον γύψο και γύρισε στα καθήκοντά του, προσπάθησε ξανά να του αλλάξει την γνώμη για το σχολείο, αλλά ο πατέρας, δεν πείθονταν. Τότε, του ζήτησε να την παίρνουν μαζί τους στα κτήματα και στο λατομείο, αφού πέρασε τις εξετάσεις τόσο καιρό με το τρακτέρ. Στην αρχή αρνήθηκε. Τι δουλειά είχε να μπλέκεται το κορίτσι ανάμεσά τους; Τα δικά τους χέρια όμως κι όχι τα ξένα, με τόσες δουλειές, πάντα ήταν βοήθεια, εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων.
Τα αδέρφια της και οι συγχωριανοί, φυσικά και την αμφισβήτησαν, την ταπείνωσαν, την εξευτέλισαν. Αυτά ήταν τα δικά τους λημέρια, τα κεκτημένα, τα αντρικά. Οι γυναίκες ήταν για το σπίτι και να μεγαλώνουν τα παιδιά, πουθενά αλλού δεν είχαν θέση. “Καιρός είναι να επιτρέψει στο μικρό θηλυκό να εμφανιστεί και στον καφενέ”, σχολίαζαν κάποιοι, αγανακτισμένοι, κρυφά από τον συγχωριανό τους. “Μα τι σκεφτόταν ο Δημητρός και ανακάτεψε το κορίτσι του στις δουλειές; Θα πάθει κανένα κακό έτσι άμαθο που είναι και θα το πληρώνουμε για άνθρωπο”, σχολίαζαν κάποιοι άλλοι που συνέχιζαν να θεωρούν το γυναικείο φύλο κατώτερο και που τίποτα δεν θα τους άλλαζε την γνώμη, όσο κι αν άλλαζε ο κόσμος γύρω τους. Το είχαν καμάρι άλλωστε, που το χωριό τους, έμενε αναλλοίωτο στις αλλαγές αυτές, φορώντας τις παρωπίδες τους, τηρώντας τις παραδόσεις που κρατούσαν από τους παλιότερους που ήθελαν τον άντρα αφέντη και να διατάζει την γυναίκα, που δεν είχε κανένα δικαίωμα.
Την πρώτη μέρα στο λατομείο, η Αρετή εντυπωσιάστηκε από τα στάδια της εξόρυξης, αν και κατάλαβε ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα δύσκολη διαδικασία, που απαιτούσε πολλή προσοχή και αφοσίωση. Με την παραμικρή λάθος κίνηση, κινδύνευαν πολλές ζωές. Η αποχωμάτωση, οι γεωτρήσεις, οι ελεγχόμενες εκρήξεις, η συρματοκοπή, οι εκσκαφείς, τα φορτηγά, η μεταφορά, ένας καινούργιος κόσμος για το νεαρό κορίτσι. Θαύμαζε τον μικρότερο από τα αδέρφια της, για την τόλμη του, τη δύναμή του, την όρεξή του για δουλειά. Ήταν το μικρότερο αγόρι από όλους τους εργαζόμενους εκεί, μα δεν υστερούσε σε τίποτα. Αυτό που αναρωτήθηκε το δεκαπεντάχρονο κορίτσι, ήταν πώς επέτρεπαν σε δεκαεξάχρονα και δεκαεπτάχρονα παιδιά να δουλεύουν εκεί. Μέσα στις σκέψεις της, παρακολουθούσε τον μπαμπάς της, πόσο καμάρωνε για τα αγόρια του και ένιωθε μια τσιμπιά στο στήθος. Ο θαυμασμός για τον αδερφό της έγινε ζήλια και ευχήθηκε να ήταν εκείνη στη θέση του. Και τότε…
Τον είδε να πέφτει από μεγάλο ύψος και να σκάει κάτω. Ο θόρυβος της επαφής του με το έδαφος, δεν θα έφευγε από τα αυτιά της ποτέ, όπως και το αίμα παντού. Η κραυγή του πατέρα της, έσκισε τον άνεμο και τα σωθικά της.
Ο μικρός έζησε προς έκπληξη όλων, που το θεώρησαν θαύμα, μα έμεινε ανάπηρος. Η Αρετή, ένιωθε υπεύθυνη. Η ζήλια της, έφερε το κακό. Οι τύψεις την έτρωγαν και για να εξιλεωθεί, ανέλαβε τα πάντα εκείνη. Τον σήκωνε, τον έντυνε, τον έλουζε, του διάβαζε, του μιλούσε. Προσπαθούσε να του κρατάει παρέα και να τον κάνει να αισθάνεται όσο καλύτερα γινόταν. Το μόνο που δεν έκανε, ήταν να του πει την αλήθεια των σκέψεων και τον ενοχών της. Με τον καιρό και τους ελέγχους που άρχισαν πια στο λατομείο μετά από το κακό που έγινε, κατάλαβε ότι δεν έφταιγε εκείνη αλλά η εγκληματική αδιαφορία όλων που επέτρεπαν αυτήν την βαριά, με δύσκολες συνθήκες εργασία, σε ηλικίες κάτω των δεκαοχτώ και τα ελλιπή μέτρα προστασίας.
Όλο το διάστημα μέχρι να ενηλικιωθεί, εκτός από την πλήρη φροντίδα του αδερφού της, δεν έλειψε δίπλα από τον μπαμπά της, που του είχε γίνει απαραίτητη πια, αφού είχε χάσει τον αεικίνητο μικρό του, που έβγαζε πολλή δουλειά. Δεν παραδέχτηκε ποτέ ότι έκανε εφάμιλλη δουλειά και η Αρετή. Δεν της είπε ποτέ έναν ενθαρρυντικό λόγο, δεν καμάρωσε ποτέ για κείνη, μόνο και μόνο επειδή ήταν κορίτσι και η Αρετή έθαβε την πίκρα της.
Όταν έκλεισε τα δεκαοχτώ, του ανακοίνωσε ότι ήθελε να βγάλει δίπλωμα για τον εκσκαφέα στο λατομείο. Έμεινε πολύ ώρα με το στόμα ανοιχτό ο μπαμπάς της, χωρίς όμως να το αρνηθεί απευθείας.
– Καταλαβαίνεις τι ζητάς; Πώς θα γίνει αυτό;
– Γιατί να μη γίνει;
– Είσαι κορίτσι, πώς θα οδηγήσεις τον εκσκαφέα;
– Όπως τον οδηγάνε οι άντρες.
– Δεν γίνεται αυτό. Οι άντρες μπορούν.
– Κι εγώ μπορώ πατέρα. Όπως οδηγάω το φορτηγάκι σου και το τρακτέρ που δεν με είχες ικανή.
Λίγο καιρό μετά, έβγαλε δίπλωμα για Ι.Χ και αμέσως μετά για εκσκαφέα. Στο χωριό δεν είχαν άλλο θέμα συζήτησης. Όλοι θεωρούσαν πως ο Δημητρός αποτρελάθηκε, πως δεν έφτανε το κακό που τον βρήκε με τον προτελευταίο του, βάλθηκε να χάσει και το κορίτσι. Πολλών όμως η σκέψη ήταν άλλη. Κι όταν ήταν στο λατομείο, του την ξεφούρνισαν, με εκπρόσωπο τον γηραιότερο στη δουλειά.
“Δημητρό, ξέρεις πως όλοι εδώ λογιζόμαστε μια οικογένεια. Όλοι παλεύουμε να ταΐσουμε τα στόματα των σπιτιών μας. Είναι δυνατόν να μας φέρνεις για οδηγό το κορίτσι; Πού λογάει αυτό από τις δουλειές μας; Θα μας σκοτώσει όλους εδώ πέρα”.
Η Αρετή, όση δύναμη και αυτοπεποίθηση της έδωσε το δίπλωμα που κρατούσε στα χέρια της κι ότι πια, θα κατάφερνε να την υπολογίσουν, τόσο ανήμπορη ένιωσε εκείνη τη στιγμή. Τίποτα δεν μπορούσε να αλλάξει, ό,τι και να έκανε, όσα διπλώματα και να έπαιρνε, όση δουλειά και να έριχνε, με τα μυαλά τους δε μπορούσε να τα βάλει. Πάντα θα υστερούσε, επειδή είχε την ατυχία να γεννηθεί γυναίκα. Κατέβασε το κεφάλι και έδινε μάχη να μη δακρύσει μπροστά τους. Ο Δημητρός το παρατήρησε και πήρε την γενναία απόφαση. “Γιακουμή, ξέρεις πως σε σέβομαι. Είσαι ο μεγαλύτερος, μας έμαθες πολλά, σου χρωστάμε όλοι πολλά. Ένα πράμα δεν ξέρεις ούτε εσύ ούτε κανείς μας. Να βλέπουμε πέρα από τη μύτη μας”.
Ένα σούσουρο ξεκίνησε με την τελευταία του κουβέντα. Ψίθυροι αποδοκιμασίας και χειρονομίες αγανάκτησης στους εργάτες, ενώ ή Αρετή, έμεινε στήλη άλατος και τον κοιτούσε σοκαρισμένη, ενώ εκείνος μόλις είχε κάνει την αρχή.
“Πρώτος εγώ… Πρώτος εγώ δεν έβλεπα πέρα από την μύτη μου και αδίκησα το κορίτσι μου. Λάθεψα. Και ήρθε η ώρα να το παραδεχτώ και να το διορθώσω. Ίσα με τους λεβέντες μου τα κάνει όλα, την βλέπετε! Πώς να το αρνηθώ; Πώς να το παραβλέψω; Τι πάει να πει θηλυκό; Το λέει η καρδούλα της”. Τα έλεγε κοιτώντας τους κατάματα, χωρίς φόβο. Ήταν σίγουρος για τα λόγια του. Ήταν σίγουρος για την Αρετή του.
Συνέχισε να τους ξενίζει η παρουσία της ανάμεσά τους, στη θέση του οδηγού εκσκαφέα, μα περνώντας ο καιρός, τουλάχιστον μπροστά της, σταμάτησαν τα μειονεκτικά σχόλια. Μέσα τους της έσερναν πολλά σίγουρα, δεν καταπινόταν εύκολα μια τέτοια αλλαγή. Δεν την φόβιζε τίποτα. Με υπομονή και επιμονή ίσως κάποτε τους κατάφερνε να την αποδεχτούν, να την θεωρούν ισάξια τους. Εκείνος ο λόγος υπεράσπισης που έβγαλε ο πατέρας της εκείνη την μέρα, ήταν η νίκη της ζωής της. Είχε καταφέρει πια αυτό που της έτρωγε τόσα χρόνια την ψυχή. Να καμαρώνει και για κείνη, όπως για τα αγόρια του.
Κάθε νίκη έρχεται με πολύ κόπο, με ψυχικό κόστος και η Αρετή είχε πολύ δρόμο μπροστά της στον κόσμο των ανδρών. Ένα όμως ήταν σίγουρο, είχε κάνει την αρχή! Δεν το λες και λίγο, για ένα νέο κορίτσι, σε ένα ορεινό, χωμένο στα βουνά, απομακρυσμένο χωριό, μιας μακρινής Ελλάδας, μισό αιώνα πριν!
Χρυσούλα Καμτσίκη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
