Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΣ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΝΟΧΛΗΣΟΥΝ!
Η Ρόζα έφτιαξε τον πρωινό καφέ της, κάθισε στον άνετο μπεζ καναπέ της, άναψε ένα τσιγάρο, άνοιξε την ατζέντα της στην τρέχουσα ημερομηνία κρατώντας τις απαραίτητες σημειώσεις για το πώς θα κυλούσε η μέρα ή και η βδομάδα ακόμη. Χωρίς αυτές δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, όχι γιατί ήταν ηλικιωμένη και δεν θυμόταν, απλά δούλευε όλο το βράδυ και κάποιες μέρες μέχρι το πρωί.
Όχι, δεν ήταν νοσηλεύτρια, ούτε δούλευε βραδινή βάρδια σε κανένα εργοστάσιο, ούτε ήταν οδηγός ταξί. Ήταν μία πόρνη πολυτελείας και οι σημειώσεις της ήταν για αυτήν σημαντικές όπως τα σχέδια για έναν αρχιτέκτονα.
Το πραγματικό της όνομα ήταν Βασιλική, αλλά πώς να σταθεί σε ένα τέτοιο κύκλωμα με αυτό το όνομα; Ούτε Βασιλική, ούτε Βάσω, ούτε Βίκυ. Το πρώτο όνομα που της ήρθε κατά νου ήταν το Ρόζα, γιατί της θύμιζε το χωριό της και τις τριανταφυλλιές στον κήπο του σπιτιού της.
Όταν κατέβηκε στην Αθήνα, ήταν μόλις δεκαοκτώ χρονών. Είχε άλλα όνειρα για την ζωή της, ήθελε να σπουδάσει και αυτή σαν όλα τα παιδιά της ηλικίας της. Τι ακριβώς, δεν είχε αποφασίσει, έτσι πέρασε από δύο σχολές μέχρι να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι σπουδές δεν ήταν για εκείνη. Πίστευε ότι θα τα κατάφερνε, το γεγονός όμως ότι έπρεπε να δουλεύει παράλληλα, την δυσκόλευε πολύ.
Οι γονείς της, δύο απλοί αγρότες, μετά βίας τα έβγαζαν πέρα, ίσα που κάλυπταν τα έξοδα για τις καλλιέργειες. Μία το χαλάζι, άλλη μία το χιόνι ή οι πλημμύρες και πάει η σπορά της χρονιάς. Πού να περισσέψουν χρήματα και για εκείνη…
Στην αρχή δοκίμασε να δουλέψει σαν σερβιτόρα, στο καφέ δίπλα στην σχολή. Της ήταν δύσκολο το πρωινό ξύπνημα σε συνδυασμό με τα πρωινά μαθήματα. Πότε δεν άκουγε το ξυπνητήρι, πότε έχανε το λεωφορείο, οπότε αντίο μάθημα και δουλειά. Όταν άλλαξε σχολή το επόμενο έτος, πίστευε ότι θα ήταν καλύτερα τα πράγματα για εκείνη. Αυτή την φορά θα έβαζε τα δυνατά της, έτσι είχε υποσχεθεί στους γονείς της. Η μαγειρική της κάθονταν καλύτερα ή τουλάχιστον έτσι πίστευε. Οι πρώτοι δύο μήνες κύλισαν σχετικά ομαλά, όμως πριν μπουν οι γιορτές, η Ρόζα πάλι άρχισε τα ίδια. Ξύπνημα αργά το πρωί, χουζούρι, καφές στην καφετέρια της γειτονιάς. Όταν ήρθε η εξεταστική η αποτυχία ήταν δεδομένη. Έτσι πριν μπει το καλοκαίρι, τα είχε παρατήσει όλα. Τι να πει στους γονείς της; Να γυρίσει πίσω, αδύνατον. Το χωριό ήταν για αυτήν μία φυλακή.
Ήταν αργά το απόγευμα, όταν την πλησίασε μία συμφοιτήτριά της από την πρώτη σχολή της γραφιστικής, στην καφετέρια που έπινε το καφέ της .Ήταν μία συνάντηση μοιραία. Η Μαρίνα ήταν και αυτή μία κοπέλα της διπλανής πόρτας, από νησί αυτή, που είχε ανέβει στην Αθήνα για σπουδές. Ούτε και αυτή είχε τελειώσει την σχολή, γιατί απλά δεν πάταγε το πόδι της. Είχε βρει την εύκολη λύση. Λαπ τοπ διέθετε, για να το χρησιμοποιήσει για διάβασμα ή εργασίες ούτε λόγος, οι γονείς της πλήρωναν το ενοίκιο του σπιτιού και της κάλυπταν τα βασικά έξοδα. Τα υπόλοιπα όμως που εκείνη ήθελε, όχι για την διαβίωσή της, αλλά για την καλοπέρασή της, από πού θα τα έβγαζε;
Η μικρή είχε κάνει εγγραφή σε κάποια σάιτ του “καλού κόσμου”, που έψαχνε συντροφιά τα βράδια ή συνοδό για διάφορες και περίεργες εκδηλώσεις. Όμορφη ήταν, ψηλή, ευχάριστη και αυτό το σύνολο της είχε ανοίξει καινούριους δρόμους στην ζωή της. Το ένα ραντεβού έφερε το άλλο και σε λίγους μήνες η Μαρίνα είχε βρεθεί με ένα αξιόλογο πελατολόγιο που της γέμιζε τις τσέπες με πολλά χρήματα. Οι πελάτες της ήταν άντρες ηλικίας μέχρι τα ογδόντα, ψηλοί, κοντοί, μελαχρινοί, ψαρομάλληδες. Πέρναγαν δύο ή τρεις μέρες για να γυρίσει σπίτι της. Όταν είχε κενό από ραντεβού, δε σηκωνόταν από το κρεβάτι της. Ένα βράδυ αποφάσισε να μην δουλέψει και να πιεί ένα ποτάκι στην καφετέρια κάτω από το σπίτι της. Όταν συνάντησε τη Ρόζα, της ήρθε η ιδέα να την βάλει και αυτή στο κόλπο. Ήταν το ιδιαίτερο παρουσιαστικό της, το ύψος της, μα περισσότερο τα υπέροχα πράσινα μάτια της και τα μαύρα κυματιστά μαλλιά της, που θα άφηναν άφωνο και τον πιο απαιτητικό άντρα.
Οι δύο κοπέλες έπιασαν την κουβέντα εύκολα, η Μαρίνα ψάρεψε εύκολα το άλλο κορίτσι που της άνοιξε την καρδιά της αμέσως.
– Αχ Μαρίνα μου, και τι δεν θα ‘δινα για λίγα χρήματα παραπάνω. Μετά βίας τα βγάζω πέρα. Ένα κομμωτήριο, μια περιποίηση προσώπου, πόσο θα μου έκανε καλό!
– Και τι σε εμποδίζει να πας; Δεν έχεις καθόλου χρήματα; την ρώτησε η φιλενάδα της
– Μπα, πού να τα βρω. Ίσα ίσα για το νοίκι και για τον λογαριασμό του τηλεφώνου έχω.
– Αν θες να πας κομμωτήριο, να πας. Θα σου δώσω εγώ. Ή μάλλον έχω μία καλύτερη ιδέα.
– Τι ιδέα; Μην μου πεις να πάω να δουλέψω μόνο. Δεν μπορώ αυτό το πρωινό ξύπνημα καθόλου.
– Όχι βέβαια. Ούτε καν. Σάμπως εγώ το μπορώ νομίζεις; Κι εγώ βράδυ δουλεύω. Μην κοιτάς απόψε, είπα να μου δώσω ρεπό. Και το εννοώ αυτό που σου λέω. Γιατί είμαι εγώ το αφεντικό του εαυτού μου.
-Εσύ; Δηλαδή δεν έχεις κανένα που να σε διατάζει, κάνε αυτό ή το άλλο; Τι δουλειά είναι αυτή; Πολύ θα με ενδιέφερε και μένα μία τέτοια.
Στο άκουσμα αυτών των λόγων, η Μαρίνα άρπαξε την ευκαιρία. Της μίλησε για το σάιτ των γνωριμιών, για τα ραντεβού με τους κυρίους, για τα ταξίδια με το κότερο, για τα ωραία εστιατόρια. Και τι δεν της είπε. Η Ρόζα την άκουγε χωρίς να της ξεφύγει ούτε η παραμικρή λέξη. Όλα της φάνηκαν τόσο ιδανικά, σίγουρα αυτή ήταν η τέλεια δουλειά για εκείνη.
– Ωραία τα ακούω όλα αυτά. Τι πρέπει να κάνω εγώ;
– Καταρχήν θα πιούμε το ποτάκι μας για να επισφραγίσουμε την συνεργασία μας. Έπειτα θα πάμε νωρίς για ύπνο και αύριο το πρωί θα έρθεις σπίτι μου να μιλήσουμε για τις λεπτομέρειες.
Οι δύο κοπέλες σήκωσαν τα ποτήρια τους και ευχήθηκαν για την καλύτερη και προσοδοφόρα συνεργασία τους.
Το επόμενο πρωινό, η Ρόζα ξύπνησε αρκετά πρωί, ασυνήθιστο για εκείνη. Έφτιαξε τον καφέ της και ετοιμάστηκε αμέσως. Σε λίγη ώρα χτυπούσε το κουδούνι της Μαρίνας. Όταν μπήκε στο σπίτι της, έμεινε άφωνη από το πόσο όμορφο ήταν. Φαινόταν ότι είχε ανακαινιστεί πρόσφατα και η Ρόζα το ζήλεψε. Η Μαρίνα την υποδέχτηκε με χαρά, έφτιαξε ένα γενναίο πρωινό, γαλλικό καφέ και ενώ έτρωγαν της εξήγησε τις λεπτομέρειες.
– Αρχικά θα ξεκινήσουμε με την επίσκεψή σου σε ένα κομμωτήριο και μετά σε ένα ινστιτούτο ομορφιάς. Δεν είναι ότι έχεις ανάγκη, είσαι τόσο νέα, αλλά μία ενυδάτωση και περιποίηση προσώπου είναι αναγκαία. Πρέπει όλη αυτή η φυσική ομορφιά που σου έδωσε ο Θεός να την αναδείξεις. Είμαι σίγουρη ότι όταν σε δουν οι άντρες θα μείνουν άφωνη. Μετά θα πάμε να αλλάξεις τελείως την γκαρνταρόμπα σου. Χρειάζεσαι ρούχα που θα αναδεικνύουν την θηλυκότητά σου. Πίνουμε τον καφέ μας και ξεκινάμε την μέρα μας.
– Μα τόσα χρήματα θα ξοδέψεις για μένα; Ίσα που με ξέρεις.
– Είμαι σίγουρη ότι σε λιγότερο από έναν μήνα θα μου τα έχεις επιστρέψει.
Έτσι κι έγινε. Όταν η Μαρίνα αντίκρυσε την Ρόζα με τα ωραία ρούχα, τα μαλλιά φτιαγμένα από το κομμωτήριο δεν έκρυψε τον ενθουσιασμό της.
– Μα τι κούκλα είσαι εσύ; Ένας θησαυρός! Πού τα έκρυβες αυτά τα χαρίσματα; Θα δεις πόσο θα αλλάξει η ζωή σου από εδώ και πέρα.
Και η Μαρίνα δεν έπεσε έξω. Το ίδιο βράδυ την πήρε μαζί της σε ένα πάρτι που το διοργάνωνε ένας γνωστός κύριος από το χώρο του θεάτρου. Είχε αδυναμία στις ψηλές, μελαχρινές κοπέλες και η Ρόζα ήταν ό,τι καλύτερο για αυτόν. Οι συστάσεις έγιναν και ο “καλός κύριος” δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρύψει τον θαυμασμό του. Αυτή η κοπέλα θα ήταν το καινούριο του τρόπαιο. Δεν θα επέτρεπε σε κανέναν άλλο να την χαρεί μέχρι να την βαρεθεί πρώτα εκείνος.
Η Ρόζα στην αρχή ήταν διστακτική, αλλά μόλις άρχισε να δέχεται τόσες περιποιήσεις, χαλάρωσε. Όταν έφυγαν οι καλεσμένοι, εκείνη έμεινε πίσω με την Μαρίνα να της δίνει τις απαραίτητες οδηγίες.
– Πρόσεχε, είναι ένας εξαιρετικός κύριος, θα σου προσφέρει ό,τι λαχταρά η ψυχή σου, αρκεί να μην τον θυμώσεις. Κάνε ό,τι σου ζητήσει και θα τον έχεις σκλάβο σου.
Η Ρόζα αναρωτήθηκε “μα τι θα μου ζητήσει άραγε; Πρώτη φορά με βλέπει, να είναι άραγε βίαιος;”.
Η αλήθεια είναι ότι ο Μισέλ, αυτό ήταν το όνομα του “καλού κυρίου”, ήταν ευγενικός μαζί της, γιατί απλά δεν είχε σκοπό να της φανερώσει τις ανώμαλες απαιτήσεις του από την αρχή για να μην την τρομάξει. Το επόμενο πρωινό της χάρισε ένα χρυσό βραχιόλι για να την ευχαριστήσει, μαζί με έναν φάκελο με χρήματα. Ζήτησε από τον οδηγό του να την πάει σπίτι της, ανανεώνοντας το ραντεβού τους για το βράδυ. Η Ρόζα έφυγε με τις καλύτερες εντυπώσεις και όταν έφτασε σπίτι της, άνοιξε τον φάκελο αμέσως. Έμεινε άφωνη με τα χρήματα που ήταν μέσα. Ούτε στα όνειρά της δεν θα τα έβλεπε. Πετούσε στα ουράνια και ευγνωμονούσε την τύχη της που είχε βρει αυτή την εύκολη και ευχάριστη δουλειά. “Μα σε τι διαφέρει από τις άλλες…”, αναρωτήθηκε και πήγε για ύπνο αμέσως.
Όταν ξύπνησε, κάλεσε την Μαρίνα για να της πει τα νέα. Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενε να ακούσει τόσο ευχάριστες ειδήσεις και το πόσο γρήγορα είχε προσαρμοστεί στα ‘’ δεδομένα της δουλειάς η νεαρή Ρόζα.
Το βράδυ, το πολυτελές αυτοκίνητο στεκόταν κάτω από το σπίτι της και ο οδηγός την οδήγησε σε ένα εστιατόριο του Κολωνακίου, φημισμένο για το καλοψημένο του κρέας αλα Μπουργκινιόν και το κόκκινο κρασί του, το γνωστό Χαρμάνι Μαυροδάφνης. Με το που αντίκρυσε ο Μισέλ την μικρή έδειξε τον θαυμασμό του.
– Μα πόσο όμορφη είσαι απόψε, γλυκιά μου! Και πόσο ταιριάζει το βραχιόλι με το φόρεμά σου!
Η Ρόζα, έκπληκτη, κάθισε στο τραπέζι απολαμβάνοντας το εύγεστο φαγητό, που σαν και αυτό δεν είχε γευτεί ποτέ της. Και πού θα το έτρωγε στην ζωή της όλη; Ο Μισέλ ήταν τόσο καλός, ευγενικός, περιποιητικός. Της γέμιζε το ποτήρι με κρασί συνέχεια, ενώ δεν έπαυε να δείχνει το ενδιαφέρον του για εκείνη. Έπειτα της πρότεινε να πάνε σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο όπου διέθετε μία σουίτα για λογαριασμό του, για να κλείσει η βραδιά ευχάριστα. Αυτή τη φορά, η συνεύρεσή τους ήταν πιο ιδιαίτερη, ο Μισέλ της πρότεινε διάφορα και περίεργα για τα οποία είχε ακούσει ότι συμβαίνουν, αλλά δεν φανταζόταν ότι θα τα ζούσε και εκείνη. “Δεν πειράζει, εμπειρίες είναι αυτές”, σκέφτηκε από μέσα της. Ο “καλός κύριος”, είχε σαdistικές επιθυμίες και ήταν εφοδιασμένος με διάφορα αξεσουάρ. Ένιωθε μεγάλη ηδονή όταν έβλεπε μία κοπέλα να υποφέρει και την τέχνη αυτήν την γνώριζε καλά, είχε μέθοδο. Προχωρούσε αργά αργά, μέχρι να φτάσει την “σύντροφό του” στα όριά της. Η Ρόζα είχε ανταποκριθεί τέλεια σε αυτόν τον ρόλο και αυτό τον εξίταρε περισσότερο. Έτσι πέρασαν τρεις μήνες μέχρι να φτάσει το καλοκαίρι και να αρχίσουν οι εξορμήσεις με το κότερο. Εκεί δεν ήταν μόνοι, συνήθως τους έκαναν παρέα και άλλα ζευγάρια. Η ανταλλαγή συντρόφων ήταν συνήθης και η μικρή στην αρχή ήταν επιφυλακτική, όμως όταν τελείωνε το ταξίδι και γύριζε σπίτι με έναν παχουλό φάκελο γεμάτα πεντακοσάρικα, ξέχναγε τα πάντα. Επιτέλους θα έκανε ό,τι επιθυμούσε η ψυχή της. Καινούρια έπιπλα, ρούχα, επισκέψεις σε σπα. Νύχια, ρούχα, κομμωτήριο. Τι άλλο να ήθελε; Οι σπουδές είχαν εξαφανιστεί από το μυαλό της, το χωριό είχε ξεθωριάσει από την μνήμη της. Οι γονείς πίστευαν ότι η κόρη τους δούλευε σε κουζίνα γνωστού εστιατορίου στο Κολωνάκι και ήταν τόσο περήφανοι για εκείνη.
Ο Μισέλ την είχε συστήσει και σε κάτι φίλους του ιδίου κυκλώματος. Τα πράγματα αγρίεψαν, εννοείται ότι η χρήση ουσιών έγινε απαραίτητη για την καλύτερη απόδοσή της. “Τι πειράζει”, σκέφτηκε, “όλα χρειάζονται, λίγη κόka, σιγά…”.
Εκείνη την ημέρα η Ρόζα ετοιμαζόταν για ένα εξτρά ταξίδι στο εξωτερικό. Η φήμη της είχε περάσει και τα σύνορα της χώρας. Η Μαρίνα είχε φροντίσει για αυτό. Θα συναντούσε πολύ πλουσίους άντρες, τα χρήματα ήταν πολλά. Το ίδιο και οι απαιτήσεις.
Όταν έφτασε στο αεροδρόμιο, μία πολυτελέστατη μαύρη λιμουζίνα την περίμενε. Ο οδηγός την οδήγησε στο ξενοδοχείο της χωρίς να της πει μία κουβέντα. Όταν μπήκε στην σουίτα της, τα μάτια της δεν αντίκρυσαν μόνο την πολυτέλεια και την κομψότητα. Η λέξη χλιδή είναι λίγη για να περιγράψει κανείς τον χώρο. Στο υπέρδιπλο κρεβάτι ήταν απλωμένη μία μαύρη αμάνικη σατέν τουαλέτα. Στο πάτωμα ήταν ακουμπισμένα τα ασορτί πέδιλα, ενώ στο κομοδίνο βρισκόταν ένα μαύρο τσαντάκι με χρήματα. Οι οδηγίες είχαν έρθει με μήνυμα στο κινητό της. Κατά τις οκτώ θα ερχόταν πάλι ο οδηγός για να την παραλάβει και να την οδηγήσει σε μία έπαυλη έξω από την πόλη.
Η Ρόζα κάλεσε την Μαρίνα για να της περιγράψει το δωμάτιο και για να την ενημερώσει για τις κινήσεις της. Ήταν η τελευταία φορά που οι δύο κοπέλες είχαν επικοινωνία.
Μάταια η Μαρίνα περίμενε νέα της, η Ρόζα δεν ξαναέδωσε σημεία ζωής.
Πέρασαν τρεις μήνες μέχρι να βρεθεί ένα πτώμα αγνώστης γυναίκας στις όχθες του ποταμού. Επρόκειτο για μία νεαρή κοπέλα αγνώστων στοιχείων, με μακριά μαύρα μαλλιά. Φορούσε πολυτελή ρούχα και ήταν κακοποιημένη σε τέτοιο βαθμό που οι αρχές τρόμαξαν όταν την είδαν. Η σύντομη ζωή της και το πέρασμά της από αυτόν το κόσμο, την αιχμαλώτισαν σε ένα ψεύτικο περιτύλιγμα με βαρύ κόστος.
Η Μαρίνα έλαβε μία κλήση από την αστυνομία για την αναγνώρισή της. Με δυσκολία επιβεβαιώθηκαν τα στοιχεία της. Οι γονείς της δεν κατάλαβαν ποτέ πώς βρέθηκε η κόρη τους σε μία ξένη χώρα. Δυστυχώς ο βίαιος θάνατος της Ρόζας δεν έγινε παράδειγμα για την Μαρίνα, η οποία συνέχισε να στρατολογεί νέες, αφελείς κοπέλες, μέχρι που στο τέλος βίωσε και αυτή μία σκληρή κακοποίηση που την έστειλε στο νοσοκομείο για πολύ καιρό.
Στην εποχή μας η πορνεία έχει αλλάξει μορφή. Παλιά έβλεπε κανείς γυναίκες στους δρόμους, είχαν πέσει θύματα και αυτές, κάποιος άντρας συνήθως τις εκμεταλλεύονταν και εκείνες έκαναν αυτή την δουλειά πολλές φορές για να επιβιώσουν. Στην εποχή μας, η νέα μορφή πορνείας δεν είναι στον δρόμο, είναι στο διαδίκτυο, μπροστά στην οθόνη ενός κινητού ή λαπ τοπ. Η γυναίκα που επιθυμεί ένα γεμάτο πορτοφόλι, ψεύτικα, πλαστικά, μακριά νύχια, χυμώδη χείλη, σηκωμένα ζυγωματικά, δεν έχει πολλές επιλογές. Η φτωχοποίηση των λαών, που δεν έγινε τυχαία, οδήγησε πολλές γυναίκες στην “εύκολη” λύση, με αποτέλεσμα η θηλυκότητα να γίνει έρμαιο της παγκοσμιοποίησης. Εννοείται ότι και το αντρικό φύλο είναι συνυπεύθυνο που πιστεύει ότι ένα βίντεο, μία φωτογραφία, του χαρίζουν την ευχαρίστηση που ζητάει η ψυχή και το σώμα. Ζήτω η ψεύτικη πρόοδος!
Δήμητρα Καμπόλη
