Η άχρηστη

Κάθε φορά που την έβλεπε να περνάει με το κεφάλι σκυφτό, το βλέμμα χαμηλωμένο, σα να ήθελε να περνάει απαρατήρητη, σα να ήθελε να κρύβει την τόση ομορφιά της, η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Αυτήν ήθελε για γυναίκα του, αυτά τα χείλη ήθελε να φιλήσει κι ας μη τα είδε ποτέ καθαρά, αφού ποτέ δεν είχε σηκώσει το κεφάλι στο πέρασμά της. Δεν πήγαινε άλλο, θα έκανε λόγο στη μάνα του. Σάμπως είχε και άλλον στον κόσμο; Πατέρα δεν θυμόταν. Δύο χρονών ήταν όταν τον έχασε. Η μάνα δεν ξαναπαντρεύτηκε, αδέρφια δεν είχε. Ολόκληρος άντρας ήταν πιά! Ήθελε να έχει μια γυναίκα στο πλευρό του.

– Μάνα, κάτσε που θέλω να σου πω.
– Τι ‘ναι γιε μου;
– Μεγάλωσα πια. Θέλω μια γυναίκα να κάνω το δικό μου σπιτικό.
– Να πάρεις λεβέντη μου, να πάρεις.
– Την Φώτο θέλω. Την κόρη του Γιάννου.

Μεμιάς σηκώθηκε από την καρέκλα η Χρυσούλα και το βλέμμα της μαχαίρι καρφώθηκε πάνω του.
– Αυτό να μη το ξαναπείς, ακούς;
– Γιατί ρε μάνα;
– Τι να την κάνεις αυτήν βρε χαϊβάνι, που δεν έχει στον ήλιο μοίρα;
– Κι έπειτα; Σαν δεν έχει λεφτά, τι έγινε; Έχω εγώ.
– Δικό μου είναι ό,τι έχεις. Κληρονομιά των γονιών μου, μη το ξεχνάς!
– Ναι ρε μάνα, δεν ξεχνώ, μου το θυμίζεις καθημερινά. Μα δε δουλεύω; Δεν δίνω την ψυχή μου στα κτήματα;
– Παράπονο δεν έχω! Παλικάρι σαν τον παππού σου, σαν τον μπαμπά σου! Μα να, τώρα με αυτά που λες, με απογοητεύεις. Σου ’κανε τα γλυκά μάτια, η ψευτοπαρθένα, ε; Το ’ξερα εγώ ότι μάνα και κόρη θα προσπαθούσαν να σε τυλίξουν.
– Μάνα τι ’ναι αυτά που λες; Η Φώτο ούτε που σηκώνει τα μάτια από το χώμα και αυτό είναι που με ξελόγιασε, μαζί με την ομορφάδα της.
– Ομορφάδα και κουραφέξαλα. Η ομορφιά τρώγεται; Πες μου, σε ρωτώ, τρώγεται;

– Όλα με τα χρήματα τα λογίζεις.
– Δεν τα λογίζω εγώ. Η ζωή το κάνει.
– Έχουμε εμείς, μας φτάνουν. Για αγάπη σου μιλάω μωρέ!
– Αγάπη… να βράσω και την αγάπη και την ομορφιά και όλα. Εγώ ξέρω ότι με το χρήμα τρως, με το χρήμα αναπνέεις, με το χρήμα σε υπολογίζουν.
– Και σαν ποια θέλεις του λόγου σου να πάρω;
– Την Δέσπω, του Κωστή. Αυτή είναι γυναίκα για σένα.
– Εννοείς, γυναίκα που θα ενώσουμε τα κτήματά μας. Ξεχνάς τι λέει το χωριό γι’ αυτήν; Ξεχνάς τι έκανε για να εκδικηθεί τον πατέρα της; Κι όσα προξενιά της έκαναν μετά που εξαφανίστηκε ο Σίφης, τα απέρριπτε.
– Ο κόσμος πάντα λέει. Είναι το δικό σου τυχερό το κορίτσι, έτσι δες το.

– Κορίτσι; Η Δέσπω μάνα είναι έξι χρόνια μεγαλύτερή μου. Αλλά τι λέω… ούτε αυτό σε νοιάζει! Το δικό σου κίνητρο είναι μόνο η ασφάλεια των κτημάτων σου. Θαρρείς και η Φώτο θα σου τα σκορπίσει.
– Να σε δω τι θα κάνεις όταν χαθούν δεξιά κι αριστερά τα κτήματά μας με τα μυαλά που κουβαλάς.
– Ούτε να διανοηθείς να το αναφέρεις ξανά, ακούς; Εγώ την Δέσπω δεν την παίρνω.
– Εμένα άκου! Με την Δέσπω στο πλευρό σου, θα γίνεις κυρίαρχος του τόπου. Με την κληρονομιά της, θα προκόψεις και δεν θα πέσεις ποτέ έξω. Άσε τους έρωτες, είναι καταστροφή. Λογικέψου και δες το μέλλον σου.
– Γάμο από συμφέρον λοιπόν! Χωρίς έρωτα, χωρίς πόθο, χωρίς αγάπη, χωρίς ευτυχία. Μόνο αύξηση της περιουσίας μας. Με μια γυναίκα τρελή, έτσι την έλεγες κάποτε, αλλά τώρα… τώρα μου την προξενεύεις. Δεν σε νοιάζει που θα ζήσω με μια γυναίκα που δεν την αγαπώ, που δεν με αγαπά.

Δεν ήξερε ποιο από τα λόγια της ήταν το χειρότερο. Που του ζητούσε να θάψει τον έρωτά του για την Φώτο; Που του ζητούσε να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του με τη γυναίκα που όλο το χωριό ήξερε ότι είχε κάνει απόπειρα αυτοκtovίας, όταν κι αυτήν πριν χρόνια της επέβαλλαν να παντρευτεί έναν πλούσιο από διπλανό χωριό, πολλά χρόνια μεγαλύτερό της, ενώ εκείνη αγαπούσε έναν εργάτη του πατέρα της; Που το θεωρούσε φυσιολογικό; Που κάποτε την κατηγορούσε, την κορόιδευε για την επιλογή της να βάλει τέλος στη ζωή της για έναν καταδικασμένο έρωτα, αλλά τώρα την ήθελε για νύφη της; Που οι περιουσίες ήταν πιο σημαντικές από τους ανθρώπους; Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει. Έπρεπε να βρει μια λύση.

Λίγες μέρες μετά, με συνεργό τον αδερφικό του φίλο, ξεμονάχιασε την Φώτο και της εκμυστηρεύτηκε τον έρωτά του. Η κοπέλα τον άκουγε αναψοκοκκινισμένη και από ντροπή, σεμνή και χαμηλοβλεπούσα καθώς ήτανε, και από τον κρυφό έρωτα που κι εκείνη ένιωθε για τον Πέτρο. Κρατώντας της το χέρι, της έδωσε όρκο πως θα κινήσει γη και ουρανό για να γίνει δική του κι εκείνη, όλο το βράδυ ακουμπούσε το χέρι της στα χείλη της, να ξανανιώσει την επαφή, να τον μυρίσει, να τον αισθανθεί.

Την επομένη, στο δρόμο, έψαχνε μήπως και τον πετύχει, να αντικρίσει το βλέμμα του. Βγαίνοντας από τον φούρνο, τον είδε από μακριά με την μάνα του. Καθώς περνούσαν δίπλα δίπλα, δεν τόλμησε να υψώσει το κεφάλι να τον δει. Τους χαιρέτησε τυπικά και καθώς τους χώριζαν λίγα μέτρα, άκουσε την κυρά Χρυσούλα να λέει “πάρε τα πόδια σου, έχουμε γάμο να ετοιμάσουμε”. Αναστατώθηκε, μα δεν ήξερε πώς να μάθει. Τι εννοούσε η μάνα του; Θα την ζητούσε σε γάμο; Αυτό εννοούσε; Άλλωστε της το είχε υποσχεθεί. Ή μήπως…

Όλα κανονίστηκαν αστραπιαία. Βιαζόταν η κυρά Χρυσούλα να κουκουλώσει τα αισθήματά του, να θάψει τα θέλω του. Έμαθε για την κρυφή συνάντηση του κανακάρη της και της φτωχής ξελογιάστρας και ανέλαβε δράση. Η Δέσπω, η κόρη του πιο πλούσιου άντρα του χωριού, θα γινόταν γυναίκα του. Δεν του άφησε επιλογή. Ή η Φώτο και θα τον αποκλήρωνε ή η Δέσπω και θα συνέχιζε να ηγείται της περιουσίας τους.

Ο γάμος τους παρότι έγινε με τις τυμπανοκρουσίες που άρμοζαν στον πλούτο και το όνομα του ζευγαριού, στερούνταν το βασικό συστατικό. Την αγάπη. Σαν πρόβατα στη σφαγή και οι δύο. Όταν η ματιά του έπεσε πάνω στην Φώτο που παρακολουθούσε το γλέντι από μακριά, πάγωσε. Μα πώς το επέτρεψε όλο αυτό; Πώς φτάσανε μέχρι εδώ; Ήθελε να βγει μπροστά, να τους πει ποια στ’ αλήθεια αγαπάει, να την πάρει από το χέρι και να… Αυτή που του έσφιγγε το χέρι και τον επανέφερε στην πραγματικότητα ήταν η Δέσπω, η γυναίκα του…

Πέρασε ο πρώτος βασανιστικός μήνας του έγγαμου βίου. Ο Πέτρος δεν μπορούσε να αγγίξει ερωτικά την γυναίκα του, να της κάνει έρωτα. Έκλεινε τα μάτια, φανταζόταν πως μπροστά του είχε την Φώτο, μα και πάλι, δεν μπορούσε. Της ζητούσε συγνώμη, έβρισκε δικαιολογία την κούραση και γυρνούσε πλευρό. Η Δέσπω, ένιωθε μια ζεστασιά, μια ασφάλεια δίπλα του και μια παρηγοριά που δεν χρειαζόταν να την εξαναγκάσει να κάνουν έρωτα. Ούτε καν την άγγιζε κι εκείνη, ανακουφισμένη, έφερνε στο νου της τον Σίφη. Έκλεινε τα μάτια και ονειρευόταν τον άντρα για τον οποίο πριν χρόνια χτύπησε η καρδιά της και για τον οποίο πήρε χάπια, κόντεψε να πεθάνει, όταν ο πατέρας της τον έδιωξε από τα κτήματά τους και εξαφανίστηκε από το χωριό. Ο Σίφης, ήταν ο μεγάλος της έρωτας, αλλά ήταν ένας φτωχός εργάτης. Δεν έμαθε ποτέ ξανά νέα του. Ο πατέρας της φρόντισε γι’ αυτό. Κι εκείνη όμως φρόντισε να του κάνει ξεκάθαρο ότι δεν πρόκειται ποτέ να παντρευτεί, όσους κι αν την προξένευε, υπό την απειλή άλλης μιας απόπειρας. Ο πατέρας της φοβήθηκε, ήξερε την κόρη του, πόσο της είχε στοιχίσει όλη η ιστορία και ότι οι απειλές της μπορούσαν να πραγματωθούν. Δέχτηκε πολλά προξενιά, μήπως και κάποιο της άλλαζε τη γνώμη. Με το που του έλεγε, αν συνεχίσεις, θα με βρεις κρεμασμένη στην αυλή, έκανε πίσω και χαλούσε τα προξενιά. Με τον Πέτρο όμως, προς έκπληξή του, δέχτηκε. Η χαρά του πατέρα της δεν περιγραφόταν. Τα έκαναν όλα πολύ γρήγορα να μην προκύψουν προβλήματα από καμία πλευρά, να μπει η κουλούρα, να είναι τελεσίδικο.

Είχε γίνει η σκιά του εαυτού του, το άλλοτε λεβεντόπαιδο. Δεν έτρωγε, δεν μιλούσε, παρά μόνο τα εντελώς απαραίτητα. Η κυρά Χρυσούλα τον έβλεπε που μαράζωνε, που ήταν δυστυχισμένος, παρατημένος από την ίδια την ζωή, μα σιωπούσε. Στη δουλειά ήταν σκυλί, τα κτήματα και τα δικά τους και του πεθερού του, έφερναν χρήμα, οπότε αυτό αρκούσε. Μια μέρα θα την ευγνωμονούσε που τον εξανάγκασε να παντρευτεί την πλούσια Δέσπω. Ένα αγκάθι μόνο είχε στη καρδιά. Που η νύφη της, δεν έμενε έγκυος. Εκείνη περίμενε πώς και πώς να δώσουν το όνομά της στην εγγονή της.

Ο καιρός περνούσε και η Χρυσούλα καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Πώς θα έδενε την περιουσία της νύφης της αν δεν έφερνε στον κόσμο το παιδί του γιου της; Όταν ο Πέτρος ήταν στα κτήματα, πήγε επίσκεψη στην Δέσπω. Χωρίς περιστροφές, χωρίς διακριτικότητα, ψυχρά, ωμά, έβγαλε από μέσα της το φαρμάκι.

– Άχρηστη, ούτε ένα μωρό μπορείς να τρυπώσεις στα σπλάχνα σου! Τόσος καιρός! Μήπως είσαι στέρφα και άδικα σε πήρε ο γιος μου;
Η Δέσπω ψύχραιμη, χωρίς καν να κουνήσει το βλέφαρό της, με μια απαξίωση που τρόμαξε την Χρυσούλα, δεν της απάντησε. Αυτήν την αντίδραση σίγουρα δεν την περίμενε. Εκείνη είχε στόχο το αντίθετο, η νύφη της να τρομοκρατηθεί. Και τώρα οι ρόλοι άλλαξαν. Το πρόσωπό της σφίχτηκε, τα μάτια της πετούσαν σπίθες, η γλώσσα του σώματος πρόδιδε μια άνετη, κυρίαρχη νεαρή γυναίκα και μια απελπισμένη μαυροφορούσα. Έφυγε ηττημένη, αφού δεν κατάφερε αυτό που είχε σκοπό.

Δεν είπε τίποτα στον άντρα της. Είχε πιο σοβαρά προβλήματα να αντιμετωπίσει. Όλο αυτό τον καιρό, έβλεπε στον Πέτρο όλα εκείνα τα σημάδια που την οδήγησαν στην σκέψη της αυτοktοvίας πριν χρόνια. Ένα μεσημέρι που τον περίμενε για να φάνε, έβαλε από ένα κρασάκι και του είπε “ήρθε η ώρα να μιλήσουμε”. Ο Πέτρος έχασε το χρώμα του. Ήξερε πως θα ερχόταν αυτή η ώρα, να απολογηθεί που δεν στέκεται δίπλα της σαν σύζυγος. Ήπιε μονορούφι το κρασί, την κοίταξε στα μάτια και της είπε απλά “με συγχωρείς” κι άρχισε να κλαίει. Η Δέσπω τον λυπήθηκε. Τελικά, έμοιαζαν τόσο οι δυο τους.
– Δεν υπάρχει λόγος να μου ζητάς συγνώμη. Ξέρω… ξέρω πολύ καλά τι περνάς.

Ο Πέτρος αστραπιαία σταμάτησε το κλάμα και κάρφωσε το πονεμένο του βλέμμα πάνω της.
– Δέσπω… εγώ….
– Ξέρω σου λέω… εσύ, αγαπάς την Φώτο, γι’ αυτό δεν με έχεις αγγίξει, γι’ αυτό δεν μπορείς να κάνεις έρωτα μαζί μου.

Η γυναίκα απέναντί του, βάλθηκε να τον αποτρελάνει, δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. Πώς ήξερε αυτή για τα αισθήματά του; Πώς ήταν τόσο ήρεμη; Αντί να τον βρίσει, να τον χλευάσει, ακόμα ακόμα και να τον απειλήσει. Δεν ήξερε τι να πει, τι να νιώσει, όταν ξαναπήρε εκείνη τον λόγο.

– Μικρό το χωριό… όλα μαθαίνονται. Ήξερα από πριν για τον έρωτά σου για την Φώτο, γι’ αυτό και δέχτηκα να σε παντρευτώ. Ήμουν σίγουρη ότι θα με σεβόσουν, αφού δεν έχεις αισθήματα για μένα. Ξέρω το ποιόν σου Πέτρο! Είσαι έντιμος, με μπέσα, με ανδρισμό. Γι’ αυτό και είπα το ναι σε σένα, ενώ πριν απέρριψα πολλούς. Και για την μάνα σου ξέρω. Πώς ήταν δυνατόν να επιτρέψει τον γάμο με μία κατώτερη σου, με μια φτωχή; Τα έζησα…

Άλλαξε το ύφος της, γέμισε πόνο αλλά και αηδία για τις αντιλήψεις των γονιών τους. Ο Πέτρος σε μια μόνο στιγμή, είδε με άλλο μάτι την γυναίκα που το χωριό θεωρούσε τρελή και που ντρόπιασε με τα καμώματά της τον πατέρα της.
– Δέσπω! Δεν τα περίμενα όλα αυτά. Με συγχωρείς. Κι εγώ, όπως όλοι, σε είχα για…
– Ναι, ναι, για τρελή, που δεν σεβάστηκα τον πατέρα μου! Που έβαλα φωτιά στα κτήματά του. Δεν είμαστε τίποτα περισσότερο από πιόνια τους.
– Εσύ τουλάχιστον, πάλεψες για τον Σίφη. Στάθηκες πιο άντρας από μένα. Ακόμα και τα κτήματα, θέλησες να τα κάψεις από τον καημό σου κι αυτό, τώρα καταλαβαίνω ότι ήθελε κότσια… Εγώ… τζάμπα τα παντελόνια που φορώ. Την πρόδωσα την Φώτο. Της έταξα πως θα την ζητήσω και…
– Μη μαστιγώνεις τον εαυτό σου. Το θέλημά τους είναι νόμος. Έτσι μας έμαθαν, να ορίζουν τις ζωές μας. Κι όλα αυτά, για τα κτήματα και τις περιουσίες. Την φωτιά… την περιβόητη, την έβαλε ο ίδιος ο πατέρας μου Πέτρο και το έριξε πάνω μου, ορκίζοντάς με να μη πω ποτέ κουβέντα σε κανέναν, αν ήθελα το καλό μου. Φρόντισε η ζημιά να είναι ελάχιστη, ίσα να γίνουν όλα όπως τα ήθελε. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί. Για να ενισχύσει την φήμη της τρέλας μου, αφού ήδη είχα κάνει κακό στον εαυτό μου, φτάνοντας κοντά στον θάνατο; Για να τον λυπούνται, που είχε την ατυχία να έχει εμένα για κόρη; Πολλές φορές στην πορεία, ένιωσα ότι προτιμούσε να μην είχα σωθεί από την απόπειρα που έκανα.

Τα δάκρυά της έτρεχαν ποτάμι πια. Σφίχτηκε η καρδιά του. Τελικά ήταν μια βαθιά πονεμένη γυναίκα, με ήθος, με αγάπη μέσα της, με την ατυχία να είναι η κόρη του Κωστή.
– Τίποτα δεν ήξερα από όλα αυτά. Θύμα κι εσύ, στα χέρια του ισχυρού πατέρα σου. Σε θαυμάζω. Μακάρι να σου έμοιαζα.

Τον κοίταξε με ένα γλυκό ύφος ευγνωμοσύνης, σα να του έλεγε ευχαριστώ, που την άκουσε, που την κατάλαβε και τότε, πήρε την μεγάλη απόφαση.
– Θα σε βοηθήσω να ξεφύγεις από όλο αυτό, να έχεις μια δεύτερη ευκαιρία να ευτυχήσεις.
– Τι εννοείς;
– Έχε μου εμπιστοσύνη.

Τα κανόνισε όλα αθόρυβα, με μαεστρία, με κινήσεις που κανείς δε θα φανταζόταν ότι ήταν ικανή. Ο Πέτρος στο πρόσωπό της βρήκε την μεγάλη αδερφή που δεν είχε ποτέ. Όταν είχε φτάσει ο καιρός να πάρει σάρκα και οστά το σχέδιό της, της ζήτησε να τον ακολουθήσει, να μη μείνει πίσω. Του υποσχέθηκε ότι θα ερχόταν η ώρα. Είχε κάποιες δικές της υποθέσεις να κλείσει.

Η κυρά Χρυσούλα βρήκε ένα γράμμα στο τραπέζι της. “Μάνα, φεύγω. Έπρεπε να το κάνω νωρίτερα. Έπρεπε να τιμήσω τα παντελόνια που φορώ και να τα έκανα όλα διαφορετικά, αλλά δείλιασα και ντρέπομαι γι’ αυτό. Ήσουν πολύ σκληρή. Δεν θα σου επιτρέψω όμως άλλο να διαλύσεις την ζωή μου, την ηθική μου, τον ανδρισμό μου, για να διασφαλίσεις τα κτήματα και την περιουσία σου. Χάρισμά σου μάνα. Έπρεπε εσύ να μου το μάθεις, αλλά άκου το από μένα: τίποτα δεν παίρνουμε μαζί μας. Όλα εδώ θα τα αφήσουμε. Τα κτήματα και τα χρήματα αλλάζουν χέρια μάνα, αλλά εσύ πάντα όλους τους υπολόγιζες με το βάρος της τσέπης κι όχι με το βάρος της ψυχής. Φεύγω με την Φώτο. Έπεσα στα πόδια της, την παρακάλεσα, εγώ, ο πλούσιος. Δέχτηκε να με συγχωρέσει, με έναν όρο. Να απαρνηθώ τα λεφτά μου. Βλέπεις μάνα, όλοι δεν προσκυνάμε το χρήμα. Μείνε με τα κτήματά σου. Δεν θα πέσουν σε φτωχά χέρια, να είσαι ήσυχη”.
Το έσκισε σε μικρά κομμάτια και συνέχισε σα να μη το διάβασε ποτέ.

Η Δέσπω, λίγες μέρες μετά που βοήθησε το ζευγάρι να φύγουν και γύρισε στο πατρικό της, υποκρινόμενη την δυστυχισμένη που την παράτησε ο Πέτρος, δέχτηκε την υποτιμητική συμπεριφορά του πατέρα της. “Άχρηστη, δεν σε άντεξε ούτε αυτός. Δεν φταίει κανείς, εγώ φταίω που σε έσωσα τότε, που σε βρήκα χωρίς τις αισθήσεις σου. Έπρεπε να σε είχα αφήσει να ψοφήσεις. Μια ώρα περηφάνειας δεν μου έχεις χαρίσει. Μόνο ντροπή”. Τον άκουγε στωικά, χωρίς ούτε ένα δάκρυ να κυλήσει.

Την ίδια νύχτα, φωτιά ξέσπασε στα κτήματα του ισχυρού άντρα, σε όλα τα μέτωπα και το πρωί δεν είχε μείνει τίποτα. Η ζημιά ανυπολόγιστη. Ο πατέρας της όλη μέρα προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε γίνει, περιπλανώμενος στα αποκαΐδια. Κατάκοπος, εξαντλημένος σωματικά και ψυχικά, αργά το βράδυ γύρισε στο σπίτι. Μια ακόμα δυσάρεστη έκπληξη τον περίμενε. Άνοιξε τον φάκελο και ξεκίνησε να διαβάζει.

“Τουλάχιστον τώρα, έβαλα πράγματι εγώ την φωτιά. Ξέρω πως αυτό μόνο σε πονάει. Η οικονομική ζημιά. Σε απαλλάσσω και από την παρουσία μου. Την παρουσία μιας άχρηστης. Μπορείς να διαδόσεις όποια φήμη θέλεις στο χωριό, ξέρεις εσύ από αυτά. Για μένα, άλλωστε, έχεις πεθάνει.
Η τρελή κόρη σου”.

Λίγες μέρες μετά, επήλθε ο θάνατος του. Δεν άντεξε η καρδιά του την καταστροφή, το γράμμα, την γνώση ότι πίσω από αυτό ήταν η κόρη του.

Η Χρυσούλα βρήκε ακόμα ένα γράμμα στο τραπέζι της. “Φοβόσουν ότι με την Φώτο θα έχανες την περιουσία σου, ήθελες κι άλλα κτήματα, θαρρείς και θα σου έφερναν χαρά στο σπιτικό σου. Έκανες τον γιο σου δυστυχισμένο. Εγώ βοήθησα να γίνει ευτυχισμένος. Μάντεψε ποια είναι η άχρηστη”. Ατάραχη, το έριξε στην ξυλόσομπα. Δεν ανέφερε ποτέ το όνομα του γιου και της νύφης της. Σε όποιον την ρωτούσαν έκοβε την καλημέρα. Με λιγοστούς ανθρώπους πια, αντάλλασσε μια κουβέντα. Δεν την είδε ποτέ κανείς να δακρύζει. Δεν τον έψαξε τον γιο της, δεν ρώτησε ποτέ κανέναν αν ήξερε, αν μάθαινε νέα του. Για κείνη, ο γιος της είχε πεθάνει. Στη διαθήκη της, την περιουσία της την άφησε στην εκκλησία του χωριού.

Η Δέσπω πήγε κοντά στον Πέτρο και την Φώτο, στο Ρέθυμνο, στον θείο της Φώτος, που τους έδωσε δουλειά. Μόνο οι γονείς της κοπέλας ήξεραν πού βρίσκονταν, αλλά δεν τους πήρε ποτέ, κανείς, κουβέντα. Την είχαν μακριά, μα τουλάχιστον ήξεραν ότι ήταν ευτυχισμένη.

Δίπλα τους βρήκε την αγάπη που δεν της είχαν δώσει οι άνθρωποι που είχαν το ίδιο αίμα μαζί της. Εκεί, βρήκε και τον έρωτα στα μάτια ενός ψαρά, έναν έρωτα πιο δυνατός κι από κείνον για τον Σίφη, που την κοιτούσε στα μάτια και την έκανε ευτυχισμένη. Ζούσαν απλά, οι τέσσερις τους, με πολλή δουλειά, χωρίς πολυτέλειες, αλλά με καθαρή ψυχή.

Χρυσούλα Καμτσίκη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading