Χρυσομέλι – Παπαστάμου ΑΕ

– Περάστε. ακούστηκε αυστηρή η φωνή της απ’ το εσωτερικό του γραφείου

Η Έλσα, άνοιξε δειλά την πόρτα και είδε την Τασσώ να στέκεται όρθια μπροστά στο μεγάλο παράθυρο. Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο μπροστά, στο λιμάνι. Δεν γύρισε καν να την κοιτάξει.

– Κάθισε. συνέχισε ψυχρά

Η Έλσα προχώρησε με γρήγορα βήματα και κάθισε στην καφέ δερμάτινη πολυθρόνα, μπροστά στο τεράστιο γραφείο. Έστρωσε με νευρικές κινήσεις τη φούστα της και πήρε μια βαθιά ανάσα. Την περίμενε αυτή τη συνάντηση, μα όσο την περίμενε, άλλο τόσο την έτρεμε. Να σε καλέσει στο γραφείο της η Τασσώ Παπαστάμου δεν ήταν λίγο πράγμα! Ελάχιστοι εκ του προσωπικού είχαν αυτή την τιμή, μιας κι η Τασσώ φρόντιζε να απολύει, να κάνει παρατηρήσεις και να εκτοξεύει απειλές μόνο δια μέσου των βοηθών της. Εκείνη δεν “λέρωνε τα χέρια της”, έδινε απλά τις εντολές κι άφηνε τους άλλους να κάνουν τη “βρώμικη” δουλειά.

Η Τασσώ ήταν μια γυναίκα απροσδιόριστης ηλικίας. Όσοι ήξεραν την ιστορία της, ήξεραν πως σίγουρα ήταν πάνω από ογδόντα χρονών, αλλά η αλήθεια ήταν πως με την καλή διατροφή, την άσκηση και… τη βοήθεια διαφόρων πλαστικών χειρουργών, την περνούσες το πολύ εξήντα πέντε. Ήταν πάντα καλοντυμμένη, τα ρούχα της πανάκριβα, ραμμένα για την ίδια από γνωστούς μόδιστρους του εξωτερικού. Τα μαλλιά της, πλούσια και κατάλευκα, αψεγάδιαστα χτενισμένα. Το μακιγιάζ της εντυπωσιακά όμορφο και διακριτικό… Οι personal trainer της, απ’ τους πιο γκλαμουράτους της πόλης, ο διατροφολόγος της, απ’ τους πιο ακριβοπληρωμένους του νομού. Ήταν μια γυναίκα που πρόσεχε πολύ τον εαυτό της κι αυτό φαινόταν άμα τη εμφανίσει.

Η Τασσώ ήταν η γυναίκα πίσω από τη μεγαλύτερη αλυσίδα εργοστασίων παραγωγής ταχινιού, μελιού και χαλβά. Το πρώτο εργοστάσιο, το είχε φτιάξει ο παππούς της, που κατάφερε να φτιάξει μια τεράστια περιουσία και να έχει σχεδόν μονοπώλιο σε όλη τη χώρα. Ακολούθησε ο πατέρας και ο θείος της που κατάφεραν και έφτιαξαν εργοστάσια και στα Βαλκάνια και μετά όλα αυτά πέρασαν στην ίδια -μοναχοκόρη ούσα και ο θείος της άτεκνος. Το γονίδιο του επιχειρηματία βαθιά στο dna της, κατάφερε και εξέλιξε την αυτοκρατορία που είχαν φτιάξει οι πρόγονοί της και πλέον εξήγαγε τα προϊόντα τους μέχρι και στην Κίνα. Χρήμα με ουρά. Χρήμα που θα περνούσε, με το θάνατό της, στους δυο λατρεμένους γιους της, τον Σωκράτη και τον Θεμιστοκλή. Τους αγαπημένους δίδυμους που κατάφερε να κάνει μετά κόπων και βασάνων σε σχετικά μεγάλη ηλικία και ήταν για εκείνη η ζωή της όλη.

Ο Σωκράτης κι ο Θεμιστοκλής ήταν σαράντα χρονών και διευθύνοντες σύμβουλοι της εταιρίας. Σπουδαγμένοι στο εξωτερικό, με πολλά πτυχία και μεταπτυχιακά, θα ήταν άξιοι συνεχιστές της αυτοκρατορίας. Και μετά εκείνοι, θα άφηναν την περιουσία στα δικά τους παιδιά κι εκείνα στα δικά τους… και το όνομα “Χρυσομέλι – Παπαστάμου ΑΕ”, θα έμενε στους αιώνες, των αιώνων, αμήν. Φυσικά, προϋπόθεση για κάτι τέτοιο ήταν τα παλικάρια της να έβρισκαν τις κατάλληλες για οικογένεια γυναίκες. Για την ακρίβεια, τις κατάλληλες για τη δική τους οικογένεια γυναίκες. Κι αυτό δεν ήταν κάτι απλό κι εύκολο.

Ο Θεμιστοκλής ετοιμαζόταν ήδη να παντρευτεί με μια εξαιρετική γυναίκα. Όμορφη, έξυπνη, μορφωμένη και γόνος πλούσιας οικογενείας. Όχι τόσο πλούσιας όσο η δική τους, αλλά έδωσε τόπο στην οργή η Τασσώ, αφού την αγαπούσε θα το δεχόταν, εξάλλου το σημαντικό για εκείνη ήταν να είναι ευτυχισμένα τα παιδιά της. Και για την ευτυχία τους θα έκανε το πικρό γλυκό, αλλά όλα έχουν κι ένα όριο! Εντάξει, δέχτηκε την επιλογή του Θεμιστοκλή, δέχτηκε για νύφη της την κόρη του εφοπλιστή Χατζή, αλλά πόσο πιο “χαμηλά” να πέσει; Με τι καρδιά να δεχτεί για γυναίκα του Σωκράτη της, μια απλή υπάλληλο της επιχείρησής τους; “Την αγαπάω μητέρα, αυτή θέλω για γυναίκα μου!”, της είχε πει λίγες μέρες πριν κι η Τασσώ είχε πέσει να πεθάνει απ’ την απόγνωση.

– Ποια αγαπάς αγόρι μου; Τι είναι αυτά που λες; Ακόμη κι αν παραβλέψουμε το γεγονός ότι είναι άφραγκη, αυτή έχει τελειώσει… ΙΕΚ! Για όνομα Θεού Σωκράτη μου, λογικέψου!

– Αυτήν θέλω! επέμενε σα κακομαθημένο παιδί εκείνος

– Παιδί μου, η γυναίκα αυτή ζει σε ένα παλιό δυαράκι και με συγκάτοικο! Ούτε τον εαυτό της μπορεί να ζήσει μόνη! Περνά ολόκληρο μήνα με οκτακόσια ευρώ!

– Εσύ της δίνεις τόσα! επαναστάτησε ο Σωκράτης

– Και τι θες να της δώσω; Έχει τελειώσει Ι-Ε-Κ! συλλάβισε με απέχθεια την τελευταία λέξη

Ο Σωκράτης δεν έδειχνε να καταλαβαίνει τις αντιρρήσεις της μητέρας του, εκείνη όμως ήταν ανένδοτη και δεν υπήρχε περίπτωση να επιτρέψει αυτό τον αταίριαστο γάμο. Δεν υπήρχε περίπτωση να επιτρέψει να παρεισφρήσει στην οικογένειά της μια αμόρφωτη, άφραγκη γυναίκα.

Προσπάθησε με κάθε τρόπο να λογικέψει το γιό της, αλλά όταν κατάλαβε πως αυτό ήταν αδύνατο, αποφάσισε να δράσει ευθέως. Την επομένη κιόλας μέρα, έβαλε τον προσωπικό της βοηθό να επικοινωνήσει μ’ αυτή την Έλσα και να της ζητήσει να πάει στο γραφείο της. “Στις δέκα το πρωί ακριβώς να βρίσκεστε στο γραφείο της διεύθυνσης. Θέλει να σας μιλήσει προσωπικά η κυρία Τασσώ Παπαστάμου”, ήταν το mail που έφτασε στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της Έλσας.

– Ήρθες ακριβώς στην ώρα σου. είπε η Τασσώ μετά από “αιώνες” σιωπής και γύρισε προς το μέρος της κοπέλας

– Όπως μου ζητήσατε. απάντησε σταθερά κι ευγενικά η Έλσα

Η Τασσώ σήκωσε το αριστερό της φρύδι και κοίταξε ψυχρά τη γυναίκα που είχε απέναντί της. “Ιδιαίτερα όμορφη, δεν είναι. Εντυπωσιακή, δεν είναι. Προκλητικά ντυμένη, δεν είναι. Σπιρτόζικο βλέμμα, δεν έχει. Τι στο καλό της βρήκε ο γιος μου και μαγεύτηκε;”, σκέφτηκε και κάθισε στην δερμάτινη πολυθρόνα του γραφείου της.

– Ξέρεις γιατί σε κάλεσα εδώ… έκανε μια μικρή παύση για να κοιτάξει τα χαρτιά που είχε μπροστά της, Ελισάβετ Πετρίδου; σήκωσε το βλέμμα της απ’ τα χαρτιά και το κόλλησε σ’ αυτό της Έλσας

– Όχι, δεν γνωρίζω το λόγο που με καλέσατε. απάντησε σταθερά η Έλσα

– Άκου μικρή μου, συνέχισε με απαξιωτικό ύφος, δε μου αρέσουν τα πολλά λόγια. Έχεις συνάψει σχέση με το Σωκράτη, το γιο μου κι όπως καταλαβαίνεις, αυτό είναι κάτι που δε θα μπορούσε να μείνει κρυφό από μένα.

Η Έλσα παρέμεινε σοβαρή κι ανέκφραστη.

– Δεν ξέρω τι ακριβώς συμβαίνει στο μυαλουδάκι σου, αλλά αν νομίζεις πως θα καθίσω αδιαμαρτύρητα να βλέπω την περιουσία που έφτιαξε η οικογένειά μου, να περνάει σε χέρια σα τα δικά σου, είσαι γελασμένη. Δεν ξέρω με τι τερτίπια έκανες το γιο μου να σ’ ερωτευτεί, αλλά να είσαι σίγουρη πως σε μένα δεν περνάνε αυτά. Για να τελειώνουμε, πόσα θες για να φύγεις απ’ τη ζωή του γιου μου. έβγαλε απ’ το συρτάρι της ένα μπλοκ επιταγών και το άνοιξε. Πήρε στα χέρια της μια χρυσή πένα και κόλλησε τα μάτια της σ’ αυτά της Έλσας. Πες μου απλά το ποσό. συνέχισε με σταθερή φωνή

Η Έλσα κατέβασε το κεφάλι στο γκριζωπό χαλί, προφανώς χειροποίητο και εμφανώς πανάκριβο. Περίμενε πως θα την απειλούσε, πως θα την απέλυε, πως θα την έβριζε, αλλά να της προσφέρει χρήματα; Όχι, αυτό δε το περίμενε.

– Κυρία Παπαστάμου, με φέρνετε σε πολύ δύσκολη θέση… ψιθύρισε. Τον Σωκράτη τον αγαπώ και…

– Κι αυτό διορθώνεται με ένα ακόμη μηδενικό στο τέλος του ποσού. της απάντησε κοφτά

Η Έλσα πήρε μια βαθιά ανάσα και σηκώθηκε όρθια. Χωρίς να πει λέξη προχώρησε μπροστά στην έκπληκτη Τασσώ και πήρε απ’ το χέρι της τη χρυσή πένα. Γύρισε προς το μέρος της το βιβλιάριο επιταγών και στο πεδίο “ποσό”, συμπλήρωσε έναν αριθμό με πολλά… πολλά μηδενικά!

Γύρισε το βιβλιάριο προς το μέρος της Τασσώς και την κοίταξε αποφασιστικά στα μάτια. Η Τασσώ ξεροκατάπιε, δεν περίμενε αυτή την αντίδραση. Για την ακρίβεια, υπολόγιζε πως επρόκειτο για κάποιο κοριτσάκι που στη θέα της θα έχανε τη μιλιά της, πως θα αρνούνταν να ενδώσει σε εκβιασμούς και θα έφευγε απ’ την πόρτα της προσβεβλημένη, φωνάζοντας πως δεν θέλει να ξαναδεί κανέναν τους. Αντ’ αυτού, είχε μπροστά της μια γυναίκα αποφασισμένη, άφοβη και με απύθμενο θράσος. Και το θέμα ήταν πως αυτά ήταν χαρακτηριστικά που η Τασσώ εκτιμούσε δεόντως.

– Κάθισε. της είπε αυστηρά κι η Έλσα χωρίς λόγια, επέστρεψε στη θέση της.

Η Τασσώ σηκώθηκε όρθια κι άρχισε να περπατάει πέρα δώθε στο γραφείο, σαν να επεξεργαζόταν τα νέα δεδομένα. Η Έλσα παρέμενε ατάραχη στη θέση της.

– Κατάγεσαι από ένα χωριό του Αγρινίου. Ο πατέρας σου ήταν αγρότης κι η μάνα σου νοικοκυρά. Απόφοιτοι δημοτικού κι οι δυο. Έχεις μια μικρότερη αδερφή, νοσηλεύτρια στο επάγγελμα, σε δημόσιο νοσοκομείο της Καστοριάς. Εργάζεσαι ως βοηθός λογιστή απ’ τα είκοσί σου. Δουλεύεις στην εταιρία μου εδώ και τέσσερα χρόνια και ο μισθός σου είναι 802,45 ευρώ καθαρά. Ζεις στα Πατήσια. Σε δυάρι. Με συγκάτοικο. Έχεις τελειώσει ΙΕΚ. Ι-Ε-Κ! σταμάτησε να περπατάει και κάρφωσε το βλέμμα στην κοπέλα. Πες μου πραγματικά τι σκεφτόσουν όταν πλησίασες το γιο μου! σήκωσε εμφανώς τον τόνο της φωνής της

– Δεν πλησίασα εγώ το Σωκράτη. Εκείνος με πλησίασε και μάλιστα επέμενε πολύ καιρό πριν δεχτώ να βγω για ένα καφέ μαζί του.

– Καφέ! ξεφύσηξε η Τασσώ. Φυσικά, καφέ! Πού θα σε πήγαινε; Στο μέγαρο;

– Έχουμε πάει και στο μέγαρο. συνέχισε με σταθερή φωνή η Έλσα

– Είσαι θρασύτατη! Επίμονη! Προκλητική! η Τασσώ φαινόταν σαν να είχε χάσει τον έλεγχο.

Η Τασσώ επέστρεψε στο γραφείο της κι έσκισε την επιταγή κοιτώντας την Έλσα έντονα στα μάτια. Η Έλσα δεν κουνήθηκε απ’ τη θέση της.

– Σα να λέμε… μου μοιάζεις… Έχεις όλα όσα χρειάζονται για να σταθείς επάξια δίπλα στο γιο μου. Έχεις χαρακτήρα κι αυτό οφείλω να στο αναγνωρίσω!

Η Έλσα άνοιξε διάπλατα τα μάτια της, αυτό δεν το περίμενε με τίποτα! Για την ακρίβεια, είχε σκοπό να σκίσει η ίδια την επιταγή με το που θα την έπαιρνε στα χέρια της. Θα την έσκιζε και θα ενημέρωνε την κυρία Παπαστάμου πως δεν θα ξεπουλούσε τα συναισθήματά της για τα λεφτά όλου του κόσμου! Τον Σωκράτη τον αγαπούσε κι είχαν συζητήσει πως αυτό το γάμο δεν θα τον δεχόταν ποτέ η μητέρα του. Είχαν αποφασίσει πως θα έφευγαν μαζί στο εξωτερικό να ξεκινήσουν τη ζωή τους, μιας και ο Σωκράτης δεν είχε καμία πρόσβαση στην οικογενειακή περιουσία ακόμη. Στην πράξη ήταν κι εκείνος υπάλληλος, η Τασσώ φρόντιζε να κρατάει τα παιδιά της απόλυτα εξαρτημένα απ’ τα δικά της χρήματα. Και τώρα… αυτό; Όχι, όχι, για κάτι τέτοιο δεν είχε προετοιμαστεί η Έλσα.

Η Τασσώ πλησίασε τη νεαρή γυναίκα και της έκανε νόημα να σηκωθεί. Η Έλσα σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά της. Η Τασσώ την κοίταξε και μέσα στο βλέμμα της υπήρχε κάτι, ένα συναίσθημα που δεν εμφανιζόταν συχνά… αποδοχή. Κι ίσως και λίγη συμπάθεια. Η Έλσα ένιωσε τα γόνατά της να κόβονται.

– Ο Σωκράτης έκανε πολύ καλή επιλογή. Είσαι γυναίκα που μπορείς να σταθείς ισότιμα δίπλα του κι αν χρειαστεί, να του σφίγγεις και τα λουριά!

– Κυρία Παπαστάμου… ψέλλισε η Έλσα εμφανώς συγκινημένη

Η Τασσώ την αγκάλιασε στοργικά. Η Έλσα αφέθηκε ανακουφισμένη στο αγκάλιασμά της.

– Να με λες ‘μητέρα’! Αλλά… να κάνουμε όμως κάτι και με τις σπουδές σου κορίτσι μου, ε; Μη μείνουμε με το ΙΕΚ!

Κική Γιοβανοπούλου

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading