“Έψαχνα καιρό ένα αξιοπρεπές δυάρι. Είναι πανέμορφο! Θα το κλείσω!”, είπε με ένα φωτεινό χαμόγελο η Κωνσταντίνα και έδωσε τα χέρια με την ηλικιωμένη γυναίκα.
“Να το χαρείς, κορίτσι μου. Ορίστε και τα κλειδιά”, της είπε η κυρία Στέλλα και της αγκάλιασε τα χέρια. Συμφώνησαν στην τιμή, κανόνισαν όλα τα απαραίτητα διαδικαστικά και μόλις σε τρεις μέρες η Κωνσταντίνα είχε μετακομίσει.
Την Παρασκευή το πρωί, που είχε πάρει άδεια ώστε να σουλουπώσει το σπίτι, χτύπησε το κουδούνι
“Κορίτσι μου, καλώς ήρθες!”, της είπε όλο γλύκα η κυρία Στέλλα και της έδωσε ένα ταψί γλυκό
“Δεν ήταν ανάγκη”, απάντησε η Κωνσταντίνα με μάτια βουρκωμένα για την καλοσύνη της γυναίκας
“Πώς, πώς… Να σου πω κορίτσι μου, θα φύγουμε για δυο ίσως και τρεις βδομάδες με τον άντρα μου για το χωριό. Τώρα που είμαστε συνταξιούχοι δεν την αντέχουμε την Αθήνα. Καταλαβαίνεις. Οτιδήποτε χρειαστείς, χτυπά στα παιδιά στο ισόγειο”.
Η Κωνσταντίνα της χαμογέλασε και την ευχαρίστησε ξανά και ξανά.
Πέρασε όλη την Παρασκευή της στο καθαρό, πια, σπίτι και το Σάββατο πρωί πρωί κατέβηκε για να εξερευνήσει τη γειτονιά. Επιστρέφοντας, της άνοιξε την εξώπορτα μια μικροκαμωμένη ξανθιά κοπέλα με κουκλίστικα χαρακτηριστικά, φορώντας στολή αεροσυνοδού.
“Καλημέρα”
“Καλημέρα”, απάντησε η Κωνσταντίνα
“Είσαι η νέα κοπέλα του ρετιρέ;”
“Ναι. Κωνσταντίνα. Χάρηκα”, είπε και άπλωσε το χέρι της. Η ξανθιά κοπέλα ανταπέδωσε μια χαλαρή χειραψία. “Επίσης. Όλγα”, είπε αυστηρά παρατηρώντας την σχεδόν εξεταστικά. Μετά από κάποια δευτερόλεπτα σιγής, της χαμογέλασε αδιάφορα κι έφυγε. Η Κωνσταντίνα έκανε μια γκριμάτσα απορίας και ανέβηκε στο διαμέρισμά της, ψελλίζοντας κάνα δυο βρισιές για την -καθόλου ευγενική- κοπέλα.
Το βράδυ είχε προσκαλέσει στο σπίτι τις δύο καλύτερες φίλες της. Με το που άνοιξε την πόρτα, έπεσαν στην αγκαλιά της. Της έδωσαν τα μπουκάλια κρασί που είχαν φέρει και βολεύτηκαν στον καναπέ.
“Φιλενάδα, ωραίο το σπίτι σου, αλλά δεν είσαι δίκαιη. Το πιο καλό δεν μας το είπες!”, είπε με περιπαικτικό ύφος η Νάσια. Η τρίτη της παρέας, η Αλεξία, την κοίταξε αυστηρά: “Αλήθεια τώρα; Από όλο το σπίτι θα ασχοληθούμε με γκόμενο;”
“Ώπα βρε κορίτσια! Ποιόν γκόμενο; Τι καλύτερο δεν σας έχω πει; Με έχετε μπερδέψει!”
“Δεν έχεις πάρει χαμπάρι ποιος μένει στο ισόγειο;”, ρώτησε δυνατά η Νάσια
“Τι φωνάζεις καλέ; Πάλι καλά που είναι κλειστά τα παράθυρα! Ξέρω ότι κατοικεί ένα ζευγάρι. Σήμερα το πρωί γνώρισα την γυναίκα… Ευγενέστατη!”, είπε τονίζοντας ειρωνικά την τελευταία λέξη.
“Ωραίααααα! Αφού ο άνθρωπος είναι σε σχέση, ας ασχοληθούμε με τη φίλη μας και το καινούργιο της σπιτάκι κι ας αφήσουμε τα υπόλοιπα”, είπε η Αλεξία, οπότε η Νάσια υποχώρησε.
Μέχρι τα ξημερώματα θυμήθηκαν πώς περνούσαν τις βραδιές τους όταν ήταν φοιτήτριες. Ήπιαν αρκετά, γέλασαν, έφαγαν junk food και έπαιξαν επιτραπέζια. Στις έξι, με την ανατολή του ηλίου, αποφάσισαν να φύγουν, όσο κι αν η Κωνσταντίνα επέμενε να τις φιλοξενήσει.
Μη μπορώντας να κοιμηθεί, έκατσε στο μπαλκόνι. Η μυρωδιά της χλωροφύλλης που συνόδευε την ησυχία της πόλης κατά τις πρωινές ώρες, ήταν κάτι που σίγουρα θα τη βοηθούσε να σταματήσει να ζαλίζεται από τα πολλά ποτήρια κρασί, πριν πάει για ύπνο. Έκατσε στην καρέκλα και χάζευε τον ουρανό, που από τη μια ήταν ευδιάκριτα ακόμα το φεγγάρι και μερικά αστέρια και από τη άλλη είχε αρχίσει να αποκτά ένα μπλε χρώμα αντί του μέχρι τώρα μαύρου.
Ο ήχος μια μηχανής μεγάλου κυβισμού που σταμάτησε και πάρκαρε μέσα στην αυλή του σπιτιού, την έκανε να κατεβάσει το βλέμμα στον δρόμο. Ένας άντρας αισθητά ψηλός, κατέβηκε από τη μηχανή χωρίς να βγάλει το κράνος και προσχώρησε προς την είσοδο της πολυκατοικίας.
“Ο τύπος του ισογείου…”, είπε χαμηλόφωνα η Κωνσταντίνα και έπιασε τον εαυτό της να αναρωτιέται αν είναι όντως τόσο όμορφος όσο της είπε η Νάσια. Αμέσως κούνησε το κεφάλι της. “Σοβαρέψου Κωνσταντίνα. Είναι ο αρραβωνιαστικός της ξινής. Ας πάω για ύπνο καλύτερα”, μονολόγησε. Δεν άργησε να κοιμηθεί. Το καινούργιο στρώμα σε συνδυασμό με την κούραση, την βοήθησαν να ξεκουραστεί αρκετές ώρες.
Ξύπνησε την Κυριακή, αργά το απόγευμα. Ευτυχώς είχε βάλει άδεια και Παρασκευή και Δευτέρα. Έτσι, τσίμπησε κάτι στα γρήγορα, συμμάζεψε το σπίτι, φόρεσε ένα μαύρο αθλητικό σετ, τα ακουστικά της και αποφάσισε να πάει για τρέξιμο. Ο ήλιος είχε πέσει και η ανάγκη της να αποτάξει κάπως από τον οργανισμό της το τόσο αλκοόλ που είχε καταναλώσει, την οδήγησε να θυμηθεί τις φιτ συνήθειές της.
Κατέβηκε την σκάλα και στο τελευταίο σκαλί, έπιασε με την άκρη του ματιού της την πόρτα του διαμερίσματος του ισογείου να ανοίγει,
“Καλησπέρα”, τη σταμάτησε μια μπάσα φωνή. Η Κωνσταντίνα γύρισε προς το μέρος του άντρα. Γούρλωσε τα μάτια, κατέβασε το κεφάλι κι έφυγε.
“
“Αλεξία;”, της είπε τρέμοντας
“Κωνσταντίνα μου! Τι έπαθες;”, τη ρώτησε εμφανώς ανήσυχη
“Μπορείς να έρθεις από εδώ; Μόνη σου;”
Η Αλεξία της απάντησε ένα “Ναι” όλο απορία και μετά από λίγη ώρα ήταν κάτω από το σπίτι. Η Κωνσταντίνα την πλησίασε στην αυλή και την κοίταζε λες και είχε δει φάντασμα.
“Τι συνέβη καλέ;”, τη ρώτησε η Αλεξία κι εκείνη έπεσε στην αγκαλιά της
“Έλα, πάμε πάνω”, της πρότεινε και κρατώντας την από τους ώμους έφτασαν στο ρετιρέ. Της έδωσε ένα ποτήρι νερό να πιει κι έφτιαξε ένα πρόχειρο τοστ. Αφού η Κωνσταντίνα ηρέμησε κάπως, αφήνοντας ανέγγιχτο το σνακ που της ετοίμασε η φίλη της, πήρε μια βαθιά ανάσα και ξέπνοα κοίταξε την Αλεξία. Καμία από τις δύο δεν μιλούσε, οπότε αποφάσισε να την βοηθήσει μιλώντας πρώτη.
“Τι έγινε;”
“Αλεξία… ο άντρας που είδε η Νάσια χτες… τον ξέρω!”
“Και;”, συνέχισε η Αλεξία αντιλαμβανόμενη ότι η Κωνσταντίνα δεν ήταν έτσι μόνο για αυτό
“Και είχαμε σχέση όσο σπούδαζα στο εξωτερικό… Εκείνος ήταν μπαρίστα στην καφετέρια απέναντι από το σπίτι μου κι εγώ φοιτήτρια. Περάσαμε δύο υπέροχα χρόνια μαζί, μέχρι που μου ανακοίνωσε ότι θα επιστρέψει στην Ελλάδα με σκοπό να δώσει εξετάσεις για την αστυνομία, αλλά και γιατί… οι γονείς του τού είχαν βρει μια ‘ιδανική’ σύντροφο, η οποία θα τους βοηθούσε να ανέβουν στα κοινωνικά στρώματα και να εξαπλωθεί η φήμη του πατέρα του και του αδερφού του σε όλη την υψηλή κοινωνία, ως κατασκευαστές και πωλητές κοσμημάτων. Ο Μάρκος το πάλεψε πολύ, αν και δεν τους είχε μιλήσει ποτέ για μένα, αλλά η πυγμή του πατέρα του και η ανάγκη για εξάλειψη χρεών της εταιρείας, τον οδήγησε να φύγει μια μέρα… έτσι απλά. Κι εγώ έμεινα πίσω να κλαίω και να προσπαθώ να μαζέψω τα κομμάτια μου. Γι’ αυτό μου πήρε έναν χρόνο παραπάνω η διατριβή. Χρειάστηκα έναν χρόνο και για να τον βγάλω από το μυαλό μου. Και τώρα; Μένει στο ίδιο κτήριο με μένα! Τι θα κάνω; Δεν μπορώ να ξενοικιάσω έτσι απλά! Και αυτό το σπίτι είναι η νέα μου αρχή!” .Ξεφύσηξε και πέρασε τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά της. Κοίταξε απεγνωσμένα την Αλεξία: “Τι θα κάνω;”.
“Κάτσε να το δούμε ψύχραιμα… Αν και με έχεις σοκάρει, δεν σου κρύβω. Θα ήθελα ως φίλη σου να τα ξέρω κι όχι να αναγκαστείς να μου τα πεις λόγω του σοκ”
“Έχεις δίκιο… Δεν ξέρω γιατί, αλλά την κράτησα αυτή τη σχέση κρυφή από όλους. Σαν να ήξερα ότι δεν θα έχει καλό τέλος…”
“Δεν είναι καλό να είσαι κρυψίνους, αλλά αυτό είναι κάτι που θα συζητήσουμε άλλη στιγμή. Προς το παρόν, αυτό που μπορείς να κάνεις, πρακτικά, είναι να τον αποφεύγεις. Ακούς την πόρτα να ανοίγει; Περιμένεις να φύγει και κατεβαίνεις. Τον βλέπεις να έρχεται; Πας πιο γρήγορα. Κατάλαβες;”
“Ναι… είναι μια αρχή…”, είπε με σκεπτικό ύφος η Κωνσταντίνα και άφησε το κορμί της να ξαπλώσει στον καναπέ.
Η Αλεξία έφυγε όταν σιγουρεύτηκε ότι η φίλη της ήταν εντάξει και η Κωνσταντίνα ακολούθησε, απελπισμένα, την πρότασή της, αν και θεωρούσε ότι ήταν μια αποτυχημένη λύση ανάγκης.
Και είχε δίκιο.
Αγγελική Ανδριοπούλου
Συνεχίζεται…

One response to “Ο αρραβωνιαστικός – Μέρος 1ο”
[…] Προηγούμενο […]