Ο αρραβωνιαστικός – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

Μετά από μια βδομάδα ‘επιτυχούς αποφυγής’ του Μάρκου, η Κωνσταντίνα επέστρεφε σπίτι μετά από χανγκ οβερ – ή σχεδόν χανγκ οβερ όπως συνήθιζε να το χαρακτηρίζει με τη Νάσια και την Αλεξία κάθε φορά που έφευγαν με επιτυχία από το μαγαζί – κι ενώ ο ήλιος είχε αρχίσει να ανατέλλει. Ανυπομονούσε να κάνει ένα κρύο ντουζ και να καθίσει στο μπαλκόνι, κάτι που τη βοηθούσε να συνέλθει από την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.

Το παγωμένο νερό έπεσε πάνω στο καυτό της δέρμα και έθεσε σε λειτουργία το μυαλό της. Έκατσε περίπου δέκα λεπτά από κάτω. Βγαίνοντας από το ντουζ, πριν προλάβει να ανοίξει την μπαλκονόπορτα, χτύπησε το κουδούνι. Θυμήθηκε ότι η Νάσια είχε αφήσει το λιπ γκλος της στην τσάντα της και δεν της φαινόταν καθόλου απίθανο να είναι η ίδια, σε μια προσπάθεια να δει τον ‘κούκλο’, τον οποίο έφερνε στη συζήτηση κάθε τόσο. Δεν της είχε μιλήσει ακόμα η Κωνσταντίνα, γιατί ανέκαθεν ήταν υπέρμαχος του s3ξ, ως επίλυση για τα πάντα. Αν μάθαινε για το κοινό παρελθόν τους, θα την έπρηζε να τα ξαναβρούν δια της κρεβατοκάμαρας!

Πήρε τη τσάντα στα χέρια της και άνοιξε την πόρτα. Έψαχνε το λιπ γκλος μέσα στις διάφορες τσέπες, όταν σήκωσε το κεφάλι της και απέναντί της είχε δύο γνώριμα καστανά μάτια. Ξεροκατάπιε και το βλέμμα της κατέβηκε στο χέρι του άντρα που στεκόταν στο κατώφλι της και κρατούσε το λιπ γκλος.
“Έπεσε στην είσοδο. Έφευγα για δουλειά και το είδα. Είναι δικό σου… Σωστά;”, αποκρίθηκε με μια ηρεμία ο Μάρκος, σαν να μην έχουν συμβεί όσα τους συνέδεαν και άπλωσε το χέρι του προς την Κωνσταντίνα, χωρίς να σταματήσει να την κοιτάζει στα μάτια.

Η Κωνσταντίνα το άρπαξε από το χέρι του και την έκπληξη είχε τώρα αντικαταστήσει ο θυμός. Είχε σμίξει τα φρύδια της και μια ρυτίδα εμφανιζόταν ανάμεσά τους. Είχε σφίξει τα χείλη και τις μπουνιές της, τόσο που οι αρθρώσεις είχαν γίνει άσπρες. Μέχρι που ξέσπασε!
“Μετά από σχεδόν τρία χρόνια που με παράτησες για την Όλγα σου, έρχεσαι άνετος και μου δίνεις ένα λιπ γκλος;!”, είπε με δυνατή φωνή, τονίζοντας ειρωνικά τις λέξεις ‘Όλγα σου’
Τα μάγουλα και η μύτη του Μάρκου σχεδόν κοκκίνισαν.

“Δεν σε παράτησα! Ξέρεις πόσο δύσκολο ήταν για μένα όλο αυτό;”, φώναξε
“Βρε τι μας λες; Πολύ δύσκολο να πουλάς παραμύθια σε μια κοπέλα για αγάπες και κοινό μέλλον, όταν δεν έχεις μιλήσει καν για αυτή τους δικούς σου – πραγματικά είναι τεράστια ντροπή να βγαίνεις με μια γραφίστρια από τα νότια προάστια! – και να φεύγεις εν μια νυκτί, αλλάζοντας αριθμό και κλείνοντας όλα τα σόσιαλ, για να παντρευτείς μια που σου βρήκε ο μπαμπάκας!”, έλεγε η Κωνσταντίνα, χωρίς να έχει καταλάβει πόσο έχει υψωθεί η ένταση της φωνής της, ενώ το στήθος της ανεβοκατέβαινε από την ένταση.

“Δεν είναι καθόλου όπως τα λες! Μιλάς λες και δεν ξέρεις τι ένιωθα για σένα! Αναλογίσου τη θέση μου, όμως, ως κληρονόμου μιας μεγάλης εταιρείας. Τις απαιτήσεις! Είχα φύγει στη Γερμανία για να βρω τρόπο να σώσω την οικογένειά μου από την οικονομική κατρακύλα. Η Όλγα ήταν η μόνη επιλογή. Ο αδελφός μου, ο Κοσμάς, δεν είναι εμπιστοσύνης! Προτίμησα να τραβήξω το τσιρότο. Ήταν άδικο, το παραδέχομαι…”, ολοκλήρωσε ο Μάρκος, έχοντας κατεβάσει πια τον τόνο της φωνής του, ενώ και οι ώμοι του δεν ήταν πια το ίδιο σφιγμένοι.

Η Κωνσταντίνα, από την άλλη, ένιωθε το μέσα της να βράζει. Δεν μπορούσε να χωρέσει το μυαλό της πως μετά από τόσα χρόνια, ξαναβρίσκονταν υπό λάθος συνθήκες κι εκείνος κοίταζε να δικαιολογηθεί, πετώντας της δικαιολογίες-ξεροκόματα. Έσφιξε τα δόντια της και του βρόντηξε την πόρτα στα μούτρα. Ακούμπησε την πλάτη της πάνω της, άφησε την βαρύτητα να την παρασύρει και όταν πια έκατσε κάτω, ξέσπασε σε λυγμούς. Εικόνες από προσωπικές τους στιγμές, βόλτες χέρι -χερι στα καταπράσινα πάρκα, γκλούβαϊν και βόλτες στο χιόνι, που είχαν καταχωνιαστεί στο πίσω μέρος του μυαλού της, ξεπηδούσαν, προκαλώντας της ακόμα μεγαλύτερο κύμα δακρύων. Και μετά, τα λόγια που δεν έγιναν πράξεις. Και τέλος, η εγκατάλειψη. Έκλαψε τόσο πολύ που σύρθηκε μέχρι τον καναπέ, σκεπάστηκε με μια κουβέρτα και αποκοιμήθηκε.

Ο Μάρκος ένιωθε την καρδιά του έτοιμη να σπάσει που ήταν η αιτία να κλαίει ασταμάτητα η Κωνσταντίνα. Δεν είχε φύγει από το κατώφλι της. Έπρεπε να μιλήσουν ήρεμα. Το σύμπαν του είχε δώσει μια ευκαιρία να ξαναδεί την μοναδική γυναίκα που αγάπησε και όμως έκανε το λάθος και τη θυσίασε για χάρη της οικογένειάς του, οι οποίοι, φυσικά και δεν ήταν ευχαριστημένοι, ακόμα και τώρα, από τον ίδιο. Είχε επιλέξει την αστυνομία έναντι της οικογενειακής επιχείρησης. “Δηλαδή ο άντρας μιας Παπαδάκη θα είναι μπάτσος και όχι χρυσοχόος; Τι θα πει ο κόσμος;”, του γκρίνιαζαν οι γονείς του με κάθε ευκαιρία… Ένας άνθρωπος δεν νοιάστηκε ποτέ τι θα πει ο κόσμος και τον είχε απογοητεύσει…

Τόσο είχε αποροφηθεί στις σκέψεις του, που δεν κατάλαβε ούτε πώς πέρασε η ώρα, ούτε πότε άνοιξε η πόρτα στην οποία είχε στηρίξει την πλάτη του. Έχασε την ισορροπία του και βρέθηκε στο πάτωμα με την Κωνσταντίνα από κάτω. Ευτυχώς υπήρχε χαλί και μόλις που είχε προλάβει, κατά την πτώση, να περάσει το χέρι του στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Οι ανάσες τους ήταν βαριές και τη σιωπή έσπαγαν οι ήχοι του δρόμου.

Τα μάτια του ενός ήταν καρφωμένα στου άλλου. Η Κωνσταντίνα ένιωθε το προστατευτικό του άγγιγμα στο κεφάλι, ενώ μια θέρμη ανέβλυζε από το κορμί του που διαπερνούσε μέχρι και τα ρούχα της. Με μια αργή κίνηση ο Μάρκος πέρασε το ελεύθερο χέρι του από το μάγουλό της και είπε: “Σε αυτά τα μάτια δεν αξίζει να κλαίνε”. Η βαριά του φωνή προκάλεσε ρίγη στη ραχοκοκαλιά της, όμως γρήγορα επανήλθε στην πραγματικότητα και τον έσπρωξε με δύναμη, ώστε να απομακρυνθεί από πάνω της.

“Δεν σου έφταναν τα χθεσινά; Θέλεις να με κάνεις τελείως κομμάτια;”, του είπε προσπαθώντας να καταπιεί τον κόμπο που της είχε σταθεί στο λαιμό.
“Κωνσταντίνα, πρέπει να μιλήσουμε, δεν νομίζεις; Μας δόθηκε μια δεύτερη ευκαιρία”.
Εκείνη κάγχασε: “Τώρα το θυμήθηκες; Τώρα είναι πολύ αργά! Γύρνα καλύτερα στο σπίτι σου και την αρραβωνιαστικιά σου. Μια τέτοια σου ταιριάζει, εγώ είμαι λίγη για έναν γόνο των Χριστίδη. Μου το έκανες σαφές!”, ολοκλήρωσε και με το χέρι της του έδειξε την εξώπορτα.

Ο Μάρκος την κοίταξε με μάτια πιο σκούρα από πριν και ένας μυς συσπάστηκε στο σαγόνι του. Έκανε ένα μεγάλο βήμα και βρόντηξε την πόρτα πίσω του. Η Κωνσταντίνα χρειάστηκε κάποια λεπτά να συνέλθει από το σοκ και τηλεφώνησε κατευθείαν στην Αλεξία. Της εξιστόρησε τα πάντα κι ενώ περίμενε να της πει ότι είχε δίκιο, την επίπληξε που δεν έκατσε έστω να ακούσει τα όσα είχε να της πει ο Μάρκος. “Όπως και να ‘χει ήταν κομμάτι της ζωής σου. Εσύ μου εκμυστηρεύτηκες ότι φαντάστηκες τη ζωή σου μαζί του. Ίσως αν μιλούσατε, να έκλεινε αυτός ο κύκλος μέσα σου. Με φωνές και απειλές δεν λύνεται τίποτα”. Η Κωνσταντίνα την άκουγε βουβή. Ίσα που καταλάβαινε την ανάσα της η Αλεξία στο ακουστικό. “Σκέψου τα. Εγώ εδώ είμαι, όπως και η Νάσια… Πρέπει να της μιλήσεις κάποια στιγμή. Αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης. Πάρε μια απόφαση. Σ’ αγαπώ”, και με αυτή την λέξη έκλεισε το τηλέφωνο. Η Κωνσταντίνα κατέβασε σιγά σιγά το χέρι με το κινητό και το άφησε πάνω στο τραπέζι του σαλονιού. Κάθισε στον καναπέ και έπιασε με τα δάχτυλα τους κροτάφους της. Ένιωθε αδύναμη να αναπνεύσει από την ένταση που είχε συνοδέψει όλα τα τελευταία γεγονότα. Η Αλεξία είχε δίκιο. Έπρεπε να πάρει μια απόφαση.

Αγγελική Ανδριοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Ο αρραβωνιαστικός – Μέρος 2ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading