Άσπρο ή Μαύρο – Μέρος 3ο

Προηγούμενο

Ο Νίκος Πετρίδης, δεν ήταν γόνος πλούσιας οικογενείας, είχε καταφέρει όμως να γίνει ένας απ’ τους πιο γνωστούς πολιτικούς της γενιάς του, παρά το νεαρό της ηλικίας του -ήταν μόλις σαράντα. Η Χρύσα ήξερε καλά πως όλα όσα είχε καταφέρει ήταν αποτέλεσμα του κοφτερού μυαλού του, αλλά κυρίως του χωρίς αναστολές χαρακτήρα του. Δεν δίσταζε ν’ απλώσει το χέρι στο “βάζο με το μέλι”, ανεξάρτητα απ’ το ποιος το κρατούσε. Είχε κάνει πολλές οικονομικές απάτες για να φτάσει στο σημείο που ήταν κι ενώ στην αρχή όλο αυτό την έκανε να κρατάει επιφυλάξεις απέναντί του, οι μήνες που είχαν περάσει μαζί ως ζευγάρι, την είχαν πείσει πως είχε και μια άλλη πλευρά. Ο Νίκος ήταν τρυφερός και προστατευτικός. Ψάχνοντας όλο πιο βαθιά την ιστορία του, είδε έναν άνθρωπο που έκανε πάμπολλες φιλανθρωπικές δράσεις, τις οποίες αρνούνταν να διαφημίσει. “Οι άνθρωποι δεν είναι μαύρο ή άσπρο”, σκεφτόταν η Χρύσα. “Όπως εγώ, που όλοι μ’ έχουν για ψυχρή υπολογίστρια, ενώ κατά βάθος φοβάμαι όσο τίποτα μην πληγωθώ”.

Στον φάκελο με το νέο κατηγορητήριο, κρύβονταν εκπλήξεις για τη Χρύσα. Εκπλήξεις που δεν ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει. Το όνομα του Νίκου εμπλεκόταν σε μια παλιότερη υπόθεση υπεξαίρεσης χρημάτων που είχαν σκοπό την αγορά ζωτικής σημασίας ιατρικού εξοπλισμού. Εξοπλισμού που αν υπήρχε, θα είχε σώσει ζωές ανθρώπων. Ζωές που χάθηκαν. Δάγκωσε τα χείλη της δυνατά, τόσο που μάτωσαν. Δεν ήταν δυνατόν! Δεν μπορούσε να είναι δυνατόν!

– Αμαλία, θέλω εσύ κι ο Πέτρος να φύγετε απ’ το γραφείο. Σχολάσατε. είπε στο τηλέφωνο στη γραμματέα της με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση ή ερωτήσεις

Λίγα λεπτά μετά, ήταν μόνη στο χώρο. Κατέβασε το ακουστικό απ’ όλα τα σταθερά τηλέφωνα του γραφείου κι απενεργοποίησε το κινητό της. Έβγαλε τις ψηλές καφέ γόβες που φορούσε και τις πέταξε στην άλλη άκρη του γραφείου. Ξεκούμπωσε τα πρώτα κουμπιά του πουκαμίσου της και πήρε μια βαθιά ανάσα. Έβαλε με τρεμάμενα χέρια ουίσκι σ’ ένα ποτήρι κι άναψε τσιγάρο. Ο Νίκος, είχε φάει τα χρήματα που προορίζονταν για αγορά ιατρικού εξοπλισμού, που αν υπήρχε, ίσως είχαν σωθεί άνθρωποι που υπέφεραν από συγκεκριμένες ασθένειες. Ασθένειες όπως αυτή απ’ την οποία έπασχε ο… ο αδερφός της! Που έφυγε απ’ τη ζωή μόλις στα τριάντα τρία του. Που έφυγε απ’ τη ζωή ακριβώς γιατί δεν υπήρχε ο απαραίτητος εξοπλισμός στην Ελλάδα για την πρώιμη θεραπεία, μιας και η μετάβασή του στο εξωτερικό χρειαζόταν χρόνο που δεν υπήρχε.

Σε μια στιγμή θαρρείς είχαν γίνει όλα, της είπε πως δεν ένιωθε καλά, ξεκίνησε εξετάσεις και με το που βρέθηκε από τι έπασχε, αφού διαπίστωσαν πως δεν μπορούσε να βοηθηθεί στην Ελλάδα, η Χρύσα έσπευσε να επικοινωνήσει με νοσοκομεία του εξωτερικού. Η εξέλιξή του ήταν ραγδαία και με το που ξεκίνησαν οι ετοιμασίες να φύγουν, χειροτέρεψε κι αμέσως μετά πέταξε μακριά… Μέσα στα τρεμάμενα χέρια της άφησε την τελευταία του πνοή, αφήνοντάς την παντελώς μόνη σ’ αυτό τον κόσμο, χωρίς κανέναν πραγματικά δικό της άνθρωπο.

Κανείς δεν έμαθε πόσο την πόνεσε η απώλειά του. Κανείς δεν ήξερε πόσο έκλαψε, πόσο πικρά θρήνησε.  Κατάφερε να το κουκουλώσει κι αυτό μέσα της και να μη δείξει σε κανέναν τον πόνο της, δεν ήθελε να τη λυπούνται, δεν είχε μάθει να δείχνει την αδυναμία της. Όλοι συνέχισαν να βλέπουν “τη δικηγόρο με τα παγωμένα μάτια” να δίνει αγέρωχη σκληρές μάχες στις δικαστικές αίθουσες και να βγαίνει πάντα νικήτρια. Πώς να υποθέσει κανείς πως στη μάχη με το πένθος έβγαινε ξανά και ξανά χαμένη;

“Αν υπήρχε ο κατάλληλος εξοπλισμός, ίσως μπορούσαμε να το παλέψουμε κάπως…”, θυμόταν τα λόγια εκείνου του γιατρού. Αν τα ιατρικά μηχανήματα υπήρχαν, θα μπορούσε να κρατηθεί στη ζωή ο αδερφός της μέχρι να φύγουν στο εξωτερικό. Αν ο Νίκος δεν είχε υπεξαιρέσει αυτά τα χρήματα, ίσως ο αδερφός της, αλλά και τόσοι άλλοι άνθρωποι να ήταν στη ζωή. Αν ο Νίκος δεν είχε απλώσει τα χέρια του ν’ αρπάξει ό,τι έβρισκε. Αν ο Νίκος δεν ήταν άπληστος, αν δεν ήταν αδίστακτος, αν… η Χρύσα πέταξε το ποτήρι που κρατούσε στον τοίχο, σπάζοντάς το σε χίλια κομμάτια.

Προχώρησε στη βιβλιοθήκη της και τράβηξε το φάκελο με την υπόθεση του Νίκου. Έψαξε με τρεμάμενα χέρια τα χαρτιά και βρήκε κάποια που αναφέρονταν στις φιλανθρωπικές δράσεις του, θα τις χρησιμοποιούσε σαν βοήθεια για να αποδείξει πόσο σπουδαίος κι ανιδιοτελής ήταν ο… “καλός της”. Τι ειρωνεία, είχε κάνει μεγάλες δωρεές σε νοσοκομεία το τελευταίο διάστημα. Με το ένα χέρι βοηθούσε και με το άλλο άρπαζε. Δήθεν ότι έσωζε ανθρώπους, τη στιγμή που άφηνε άλλους να πεθάνουν αβοήθητοι. Ένιωσε αηδία σ’ αυτές τις σκέψεις. Έτρεξε στο μπάνιο κι έκανε εμετό, μετά έριξε μπόλικο κρύο νερό στο πρόσωπό της για να συνέλθει. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που είχε βρεθεί μπροστά σε ένα τέτοιο δίλημμα. Η σκέψη της ακροβατούσε απ’ τη μια ανάμεσα στον επαγγελματισμό της, αλλά και στο μεγάλο έρωτά της γι’ αυτό τον άνθρωπο, απ’ την άλλη στον πόνο για το χαμό του αδερφού της και την απέχθεια για τις τακτικές του Νίκου.

Η μέρα της δίκης πλησίαζε κι η Χρύσα έπρεπε να αποφασίσει πώς θα κινηθεί. Αυτό που σίγουρα ήξερε ήταν πως δεν έπρεπε ο Νίκος να μάθει κάτι για το θέμα. Τον ενημέρωσε απλά για τις νέες κατηγορίες και για τον τρόπο που θα χειριζόταν την υπόθεση. Η υπερασπιστική της γραμμή έμοιαζε αψεγάδιαστη. Και ήταν. Αρκεί να αποφάσιζε ότι θα την ακολουθούσε και την ημέρα της δίκης.

*****

Με πρόσχημα τις πολλές ώρες που έπρεπε να μένει στο γραφείο για να ολοκληρώσει όσα χρειαζόταν για τη δίκη, απέφευγε να συναντιούνται, όσο ήταν εφικτό για να μην καταλάβει πως εκείνη ήξερε τι είχε κάνει. Δεν ήθελε να τον αφήσει να υποψιαστεί πως υπήρχε περίπτωση να τον “κρεμάσει” στη δική, να μην κάνει το παν για να τον σώσει, να μην χρησιμοποιήσει όλους τους άσσους που είχε κρύψει όλο αυτό το διάστημα στο μανίκι της, υπέρ του. Κι η αλήθεια ήταν πως κι εκείνη βασανιζόταν απ’ τις σκέψεις για το τι θα ήταν το πιο σωστό να κάνει. Να τον αφήσει να τιμωρηθεί για όσα έκανε κι ανάμεσα σε όλα, για τον τόσο άδικο θάνατο του αδερφού της ή να παραμείνει σωστή επαγγελματίας και να εμπλουτίσει το βιογραφικό της με μία ακόμη νίκη, μια νίκη που σε κάθε άλλο δικηγόρο θα φάνταζε ουτοπία;

Η δίκη είχε οριστεί για τη Δευτέρα το πρωί και την Κυριακή το βράδυ δεν κοιμήθηκαν μαζί όπως της ζήτησε εκείνος. Του είπε ότι δεν ένιωθε καλά κι ήθελε να μείνει μόνη της στο σπίτι, να κοιμηθεί νωρίς για να είναι έτοιμη για την δύσκολη μέρα που θα ακολουθούσε. Απ’ τη μέρα της αποκάλυψης όσων είχε κάνει, ένιωθε πως ο μεγάλος έρωτας που είχε για εκείνον, είχε μεταμορφωθεί σε απέχθεια, σε αηδία! Γιατί μπορεί να ήξερε απ’ την αρχή το ποιόν του, αλλά ήταν άλλο πράγμα να κλέβεις χρήματα και να μην φτιάχνονται βιβλιοθήκες και δρόμοι κι είναι άλλο να κλέβεις χρήματα για απαραίτητο για κάποιους ιατρικό εξοπλισμό. Το μόνο που ήθελε ήταν να τελειώσει η δίκη και να μην τον ξαναδεί ποτέ.

Είχε αποφασίσει να χωρίσουν με το που θα έβγαιναν απ’ την αίθουσα, μιας κι αυτό που σκόπευε να κάνει ήταν να κάνει τη δουλειά της σωστά, όπως ήξερε και μετά να του πει ότι οι δυο τους δεν θα ήταν πια μαζί. Είχε αποφασίσει πως αυτή θα ήταν η σωστότερη κίνηση, η δημοτικότητά της θα εκτινασσόταν στα ύψη αν κατάφερνε να τον βγάλει αθώο. Και μετά, θα πληρωνόταν αδρά, όπως της είχε υποσχεθεί απ’ την αρχή και θα χώριζαν οι δρόμοι τους. Μα όταν κάνουμε σχέδια, ο Θεός γελάει, δε λένε;

Κική Γιοβανοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Άσπρο ή Μαύρο – Μέρος 3ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading