Προσευχόταν κάποιος να την σώσει. Κοίταξε τον χώρο γύρω της. Δεν αναγνώριζε πού βρισκόταν. Δεμένα ήταν τα χέρια πίσω από την πλάτη της και τα πόδια της μεταξύ τους. Πώς είχε μπλέξει έτσι;
Όλα ξεκίνησαν από την στιγμή που ανακάλυψε εκείνο το λάθος στην αναφορά. Ενημέρωσε τον υπεύθυνο της εταιρείας ο οποίος της είπε ότι θα το αναλάβει εκείνος. Έπειτα αυτός εξαφανίστηκε. Κρύος ιδρώτας την έλουζε. Δεν ένιωθε ασφαλής. Φοβόταν να βγει από το σπίτι, νόμιζε ότι την παρακολουθούσαν σε κάθε της βήμα.
«Σήκωσε το, ρε Τάκη!», προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον αδερφό της εκείνο το βράδυ. Είχε μόλις φύγει από την εταιρεία και έβλεπε πίσω της ένα μαύρο αυτοκίνητο να την ακολουθεί.
«Χριστίνα…»
«Πού στο καλό είσαι! Σε πήρα τόσες φορές!»
«Δεν έχω φύγει ακόμα από το γραφείο. Τι συμβαίνει;»
«Στο είχα πει ότι με παρακολουθούν! Δεν με πίστευες! Είναι τώρα ένα αμάξι πίσω μου. Κάνω κύκλους. Δεν μπορώ να πάω σπίτι»
«Έλα πίσω στην εταιρεία, θα σε βρω στην είσοδο»
«Γυρίζω. Είμαι κοντά. Τάκη… Δεν είναι τυχαία όλα αυτά»
«Μην ανησυχείς, Χριστίνα. Έλα και θα δούμε τι θα κάνουμε μετά»
«Αν μου συμβεί κάτι…»
«Θα σε ξεμπλέξω εγώ. Έχω ανθρώπους»
«Τι έχεις;»
Δεν πρόλαβε να μάθει. Είχε μόλις σταματήσει με το αμάξι έξω από την εταιρεία. Δύο άντρες ντυμένοι στα μαύρα την βούτηξαν από το αμάξι της και την έβαλαν στο δικό τους. Ο αδερφός της είδε τα πάντα. Έβγαλε το κινητό και κάλεσε ένα τηλέφωνο. Έναν άνθρωπο που μισούσε όσο κανέναν άλλον, όμως ήταν αυτός που χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή.
Η Χριστίνα προσπαθούσε να παραμείνει ψύχραιμη ενώ θυμόταν τα λόγια του αδερφού της. Ότι θα την ξεμπλέξει αυτός, ότι έχει ανθρώπους. Και προσευχόταν εκείνη τη στιγμή κάποιος από αυτούς τους ανθρώπους να έσπαγε την πόρτα και να την έπαιρνε από εκεί μέσα. Άκουγε τους άντρες να ψιθυρίζουν μα δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγαν. Δεν πέρασε πολλή ώρα και η προσευχή της εισακούστηκε.
Ο άντρας που όρμησε μέσα, της ήταν άγνωστος. Δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ. Ήταν νέος και γεροδεμένος. Από την εμφάνισή του κατάλαβε τι δουλειά έκανε. Είχε παλέψει ξανά. Και το έκανε καλά. Όταν τελείωσε μαζί τους έσταζε ιδρώτας στην μπλούζα του και αίμα πάνω στα χείλη του. Τα μακριά μαλλιά του ήταν ανακατεμένα γύρω από το πρόσωπό του.
«Ο αδερφός μου σε έστειλε;», τον ρώτησε όσο την έλυνε. Έτριψε τους καρπούς της και κοίταξε τα σημάδια που άφησε το σχοινί.
«Πάμε», της είπε μόνο και εκείνη τον ακολούθησε σιωπηλή.
Μπήκαν στο αυτοκίνητο του αμίλητοι. Εκείνος κοίταξε από τους καθρέφτες περιμετρικά και πάτησε το γκάζι. Η Χριστίνα έκλεισε τα μάτια και περίμενε. Δεν μπορούσε να κάνει και τίποτα άλλο.
Έφτασαν στο σπίτι του. Αυτό το κατάλαβε αργότερα η Χριστίνα. Δεν είχε πουθενά ούτε μια φωτογραφία του. Τίποτα που να δείχνει ποιος ζούσε εκεί. Της έδειξε το μπάνιο και πήγε να της φέρει καθαρά ρούχα. Την περίμενε να βγει πρώτα εκείνη, κλείδωσε τα πάντα, πόρτες και παράθυρα και ύστερα μπήκε και αυτός. Σε δύο λεπτά με το ρολόι είχε βγει. Φόρεσε ρούχα και παπούτσια σε πλήρη ετοιμότητα. Έκατσε σε μια πολυθρόνα στο σαλόνι και έπιασε ένα βιβλίο στα χέρια του. Η Χριστίνα τον κοίταξε απορημένη. Λίγη ώρα πριν πάλευε με δύο άντρες ταυτόχρονα σε ένα άγνωστο μέρος για να σώσει μια κοπέλα που δεν είχε ξαναδεί. Και τώρα καθόταν άνετα και ωραία και διάβαζε το βιβλίο του. Δίπλα του στο τραπέζι ήταν ένα χαμηλό ανάγλυφο ποτήρι με ουίσκι.
«Θα μπορούσε να ήταν χαμομήλι», σκέφτηκε και έκατσε στον μεγάλο καναπέ απέναντι του. «Έτσι για την ισορροπία», έπιασε και αυτή ένα βιβλίο και άρχισε να το ξεφυλλίζει.
«Θες τσάι; Έχω χαμομήλι»
Η Χριστίνα τραύλισε γιατί νόμισε ότι άκουσε τις σκέψεις της.
«Ε… Θα έπινα ένα ουίσκι, ευχαριστώ», απάντησε. Δεν είχε πιει ξανά ουίσκι. Εκείνη τη στιγμή όμως το σήκωνε η περίσταση.
«Πονάς;», κοίταξε τα χέρια της όταν της έδωσε το ποτήρι.
«Όχι πια. Είχες νέα από τον Τάκη;»
«Όχι», απάντησε και έκατσε ξανά στην πολυθρόνα.
Το ποτό την ζάλισε και σε λίγη ώρα αποκοιμήθηκε στον καναπέ. Ο άντρας κοιμήθηκε και αυτός στην πολυθρόνα.
Μέσα στην νύχτα, η Χριστίνα ένιωσε ένα χέρι να της κλείνει το στόμα. Άνοιξε διάπλατα τα μάτια. Κοίταξε τρομοκρατημένη τον άντρα να της κάνει νόημα να μην μιλήσει. Κρατούσε όπλο στο άλλο του του χέρι. Ο απότομος θόρυβος της έκοψε την ανάσα. Δεν κατάλαβε αν έσπασε η πόρτα ή τα παράθυρα. Έκλεισε αυθόρμητα τα μάτια της. Ένιωσε τον άντρα να την ρίχνει στο πάτωμα. Έπεσε πάνω της και έβαλε το σώμα του ασπίδα πάνω στο δικό της.
«Δεν ξέρω ούτε το όνομά σου»
Αυτό κατάφερε να πει με κομμένη την ανάσα. Ήθελε τουλάχιστον πριν πεθάνει να μάθει το όνομα αυτού του άντρα.
«Με λένε Λούκα»
Έκλεισε ξανά τα μάτια της. Άκουσε δύο πυροβολισμούς. Ένιωθε όλο της το σώμα να τρέμει. Αυτός την άρπαξε από το χέρι και την σήκωσε όρθια. Ζορίστηκε να πατήσει στα πόδια της. Έφυγαν από την ανοιχτή πόρτα και έτρεξαν ως το αυτοκίνητο. Κάποια στιγμή στην διαδρομή πρέπει να λιποθύμησε από τον φόβο της.
Όταν άνοιξε ξανά τα μάτια της, είχε ξημερώσει. Κοίταξε γύρω της. Ήταν σε ένα απομονωμένο μέρος, σε ένα μικρό ξύλινο καταφύγιο. Από το παράθυρο μπορούσε να δει το βουνό και ένα ατελείωτο πράσινο λιβάδι. Ο Λούκα καθόταν απέναντι της σε μια καρέκλα και διάβαζε ένα βιβλίο ενώ στο τραπεζάκι μπροστά του βρισκόταν πάλι ένα ποτήρι ουίσκι.
«Λίγο νωρίς δεν νομίζεις;»
«Ξέρεις… Δεν μπορώ να καταλάβω πόσο σημαντική είσαι για να σε κυνηγάνε όλοι αυτοί»
«Ξέρεις… Και εγώ δεν απολαμβάνω αυτό το μυστήριο. Το τρέξιμο, τα όπλα, την τρομάρα που πήρα. Εσύ φαντάζομαι θα πληρωθείς για όλα αυτά. Εγώ θέλω να πάω σπίτι μου!»
«Γιατί, εγώ το απολαμβάνω; Κουράστηκα να σώζω το τομάρι σου και να μην ξέρω από ποιους και γιατί»
«Δεν έπρεπε να δεχτείς την θέση τότε. Μην παραπονιέσαι τώρα!»
«Έπρεπε να έχει επικοινωνήσει μαζί μας από χτες ο αδερφός σου»
«Εγώ φταίω που τον πίστεψα ότι θα με ξεμπλέξει!»
«Από ποιους;»
«Μακάρι να ήξερα!»
«Με κοροϊδεύεις!», πέταξε το βιβλίο στο πάτωμα και σηκώθηκε όρθιος.
Η Χριστίνα μαζεύτηκε πίσω στο κρεβάτι. Τον είδε να περπατά αργά πάνω κάτω στο δωμάτιο. Φαινόταν πόσο κουρασμένο ήταν το σώμα του. Τα ρούχα του έσταζαν ακόμα αίμα. Αναρωτήθηκε αν ήταν δικό του. Χτένισε με τα δάχτυλα τα ανακατεμένα του μαλλιά, λες και κατάλαβε ότι η Χριστίνα τον επεξεργαζόταν. Έπρεπε να μαζέψει το μυαλό του. Δεν είχε αναλάβει ξανά τόσο περίπλοκη υπόθεση. Είχε στην ευθύνη του την αδερφή ενός φίλου. Μεγάλο λάθος που δέχτηκε. Το έβλεπε τώρα. Την κοιτούσε και δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Αν πάθαινε κάτι… Αν δεν προλάβαιναν χτες να βγουν από το σπίτι… Σήμερα θα ήταν και οι δύο νεκροί. Ο Τάκης δεν θα του το συγχωρούσε.
«Συγγνώμη. Δεν ήθελα να σε τρομάξω. Έχεις περάσει πολλά», προσπάθησε να την πάρει με το καλό.
«Φυσικά και έχω περάσει πολλά! Μην μου το παίζεις και εσύ σκληρό καρύδι»
«Δεν είμαι;»
«Είσαι. Τέλος πάντων», μούτρωσε και γύρισε το πρόσωπό της από την άλλη.
Ο Λούκα κρατήθηκε να μην γελάσει. Σκέφτηκε πως αν ήταν άλλη, δεν θα άντεχε καθόλου να τον κοιτάζει. Ήξερε πώς έμοιαζε. Δεν ήταν για αυτό το κορίτσι.
Οι ώρες περνούσαν βασανιστικά αργά. Λες και ο χρόνος είχε σταματήσει. Ήθελε να της μιλήσει, να μάθει περισσότερα για αυτήν, μα δίσταζε. Την παρατηρούσε πόσο απαλά γυρνούσε τις σελίδες στο βιβλίο που διάβαζε. Πού και πού άφηνε έναν αναστεναγμό. Ύστερα σήκωνε τα μάτια και για μερικά λεπτά κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Και ξανά τα ίδια από την αρχή.
Όσο έκανε ότι διάβαζε, η Χριστίνα κοιτούσε κρυφά τον Λούκα. Αναρωτιόταν πώς να έμπλεξε σε αυτήν την δουλειά. Να ήταν τόσο καλά τα λεφτά; Τι παιδικά χρόνια να είχε ζήσει άραγε; Σίγουρα θα ένιωθε μοναξιά, πώς να κρατήσει σχέση ή φιλία με αυτό που έκανε; Το ήξεραν οι γονείς του; Ποιος τον έμπλεξε; Και κυρίως από πού ήξερε τον αδερφό της;
«Πόσο καιρό κάνεις αυτήν την δουλειά;», τον ρώτησε τελικά.
«Αρκετό καιρό ώστε να θέλω να σταματήσω», έκατσε μαζί της στο κρεβάτι αλλά κράτησε απόσταση.
«Το έκανες για χάρη του αδερφού μου;»
«Ναι. Δεν γινόταν να αρνηθώ…»
«Έχεις χάσει ποτέ κάποιον που…»
«Που έπρεπε να σώσω; Όχι. Μη φοβάσαι. Δεν θα είσαι η πρώτη»
«Τραυματίστηκες;»
«Επιφανειακό είναι. Είμαι καλά»
«Είσαι σίγουρος; Νομίζω ότι πρέπει να αλλάξεις πουκάμισο», άπλωσε το χέρι της και άγγιξε τα πλευρά του.
«Έχεις δίκιο», άνοιξε απότομα τα κουμπιά και το πέταξε στο πάτωμα.
Η Χριστίνα κοίταξε την γεροδεμένη πλάτη του με όλες τις πληγές της και σηκώθηκε να βρει καθαρές γάζες.
«Έχω συνηθίσει να τα κάνω μόνος», της τράβηξε απαλά το χέρι από πάνω του. «Εσύ δεν πρέπει…»
«Δεν πρέπει…», τύλιξε την γάζα γύρω από τα πλευρά του και τον κοίταξε στα μάτια.
«Δεν πρέπει να είσαι τόσο κοντά μου»
Ένα χτύπημα στην πόρτα τους έκοψε την ανάσα. Ο Λούκα κοίταξε το κινητό του. Είχε μήνυμα από τον Τάκη. Πήγε και άνοιξε. Την επόμενη στιγμή έπεσε λιπόθυμος στο πάτωμα και η Χριστίνα άρχισε να ουρλιάζει.
Όταν άνοιξε τα μάτια του, είχε κατεβασμένο το κεφάλι και ένιωθε το αίμα να στάζει από το πρόσωπο στα ρούχα του. Προσπάθησε να σηκώσει το κεφάλι και να κοιτάξει την Χριστίνα αλλά δεν είχε δύναμη. Την άκουγε μόνο να κλαίει σιωπηλά δίπλα του.
«Λούκα. Επιτέλους!», είπε ένας από τους άντρες πριν τον χτυπήσει ξανά στο πρόσωπο.
«Μη!», φώναξε η Χριστίνα. «Τι θέλετε από εμένα; Πείτε μου και θα το κάνω!»
«Δεν θέλουμε εσένα. Αυτόν θέλουμε»
«Τι πράγμα;»
«Εσύ ήσουν το δόλωμα»
Το τηλέφωνό τους χτύπησε. Ο άντρας σκούπισε το αίμα από το χέρι του σε μια πετσέτα. Έκανε νόημα στον άλλον να βγουν από το δωμάτιο για να μιλήσουν.
«Λούκα! Τι συμβαίνει;», σύρθηκε με την καρέκλα προς το μέρος του. «Πες μου!»
«Δεν ξέρω», μουρμούρισε αυτός με το κεφάλι ακόμα κατεβασμένο. Τα μαλλιά του έκρυβαν το πρόσωπο. Ντρεπόταν να την κοιτάξει. Κατάλαβε ότι ο αδερφός της τον ήθελε νεκρό για να μην αποκαλύψει όσα ήξερε.
«Από πού ξέρεις τον αδερφό μου;»
«Από την εταιρεία. Του έκανα δουλειές»
«Αυτός τα έκανε όλα! Κοίτα με! Γρήγορα!»
Ο Λούκα σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε στα μάτια. Δεν είδε φόβο. Μόνο μία σπίθα.
«Θα τα καταφέρουμε», του είπε και έσκυψε προς το μέρος του. Τα σχοινιά αντιστάθηκαν και ένιωσε ότι τα χέρια της θα κοπούν. «Θα τα καταφέρουμε», του είπε ξανά και τον φίλησε. Την φίλησε και εκείνος. Και πήρε όση δύναμη χρειαζόταν.
Όταν επέστρεψαν οι άντρες, τους αιφνιδίασαν. Ο Λούκα πάλεψε με όλες του τις δυνάμεις και η Χριστίνα τους έφερε στο κεφάλι ό,τι έβρισκε μπροστά της. Αφού κατάφεραν και τους άφησαν αναίσθητους, εξαφανίστηκαν από προσώπου γης. Είχε και ο Λούκα ανθρώπους για να ξεμπλέξει. Τους φυγάδεψαν και δεν γύρισαν ποτέ ξανά πίσω. Όσο κι αν τους έψαξε ο αδερφός της, δεν τους βρήκε. Τα μυστικά του τα πήραν μαζί τους. Είχαν πια ο ένας τον άλλον. Δεν τους ενδιέφερε τίποτα άλλο. Έζησαν μαζί την υπόλοιπη ζωή τους και δεν τους είδε ποτέ ξανά κανείς.
CC
