Η ζωή μου, ένα ταξίδι χωρίς χάρτη – Λίστα επανεκκίνησης

Πρώτη φορά σε αεροπλάνο, λίγο πριν την απογείωση, με τα μάτια κλειστά, έσφιγγε τους κόμπους από το κομποσχοίνι της και κάτι μουρμούριζε μέσα από τα δόντια της. Η κοπέλα στην διπλανή θέση, παρατήρησε την προσπάθειά της να διατηρήσει την ψυχραιμία της, να νικήσει τον φόβο της και χαμογέλασε. Πλησίασε στο αυτί της και ψιθύρισε: “θέλετε να σας πω ένα μυστικό για να μη φοβάστε;”.

Τρόμαξε, γιατί ήταν απορροφημένη στις σκέψεις της κι άνοιξε απότομα τα μάτια της. Το πρόσωπο της κοπέλας σε απόσταση αναπνοής από το δικό της. Δεν μίλησε, δεν απάντησε. Μόνο την κοιτούσε και συνέχισε στον ίδιο ρυθμό να λέει κάτι, χωρίς να ακούγεται καθαρά, τι.

– Να μιλάτε, να μιλάτε στον διπλανό σας. Στην συγκεκριμένη περίπτωση δηλαδή, σε μένα. Όσο μιλάτε, δεν θα καταλάβετε ιδιαίτερα την διαδικασία της απογείωσης, που σας φοβίζει.
– Νομίζω τίποτα δε θα πιάσει. Ούτε και το “Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά”, πιάνει τόση ώρα.

Η κοπέλα γέλασε με διάθεση συμπάθειας προς την κυρία δίπλα της, άπλωσε το χέρι και συστήθηκε.
– Με λένε Τασούλα!
– Νάντια, χάρηκα!;
Με τόνο ερώτησης και κατάφασης ταυτόχρονα και με το ύφος της, προκάλεσε πάλι γέλιο στην νεαρή.

– Τουλάχιστον δεν χάνετε το χιούμορ σας!
– Ναι, τρομάρα μου!
– Λοιπόν κυρία Νάντια, μαζί θα το περάσουμε! Είμαι εγώ εδώ! Δε θα καταλάβετε τίποτα!
– Να είσαι καλά κορίτσι μου, αλλά δεν θα είναι τόσο εύκολο.
– Μόνο την απογείωση ή γενικά τα αεροπλάνα φοβάστε;
– Προς το παρόν την απογείωση, στη διάρκεια λογικά θα φοβηθώ την πτήση και στο τέλος την προσγείωση.
– Η αίσθηση του να μη πατάς στη γη, είναι περίεργη, σας καταλαβαίνω.
– Είναι… είναι η πρώτη φορά που ανεβαίνω σε αεροπλάνο.
– Έχω να πω ότι είστε πολύ γενναία, γιατί μόλις απογειωθήκαμε και δεν φοβηθήκατε καθόλου!

Η Νάντια γούρλωσε τα μάτια και σιγά σιγά γύρισε το κεφάλι της προς το παράθυρο. Ναι, όντως είχαν απογειωθεί! Τα κατάφερε, δεν λιποθύμησε όπως φοβόταν κι αυτό χάρη στην κοπέλα δίπλα της.
– Να είσαι καλά κορίτσι μου! Το έκανες τόσο εύκολο, σε ευχαριστώ πολύ.
– Δεν έκανα τίποτα! Η κουβέντα πάντα βοηθάει σαν αντιπερισπασμός σε τέτοιες περιπτώσεις. Είστε καλύτερα τώρα;
– Ναι, ναι! Μπορεί να είχα βοήθεια, αλλά κατάφερα να νικήσω άλλη μία φοβία μου.
– Τα αεροπλάνα, ε; Ήταν και για μένα κάποτε φόβος. Αλλά η ζωή, τα έφερε έτσι να μπαίνω συχνά πια.
– Ταξιδεύεις συχνά;
– Η δουλειά μου είναι στο Μπέργκαμο, αλλά η οικογένεια στην Θεσσαλονίκη, οπότε…
– Ααα! Τι ωραία! Οι νέοι, τώρα, έχετε τις σπουδές σας, ανοίγετε τα φτερά σας και τολμάτε! Να σε χαίρονται οι γονείς σου Τασούλα, κορίτσι μου! Εγώ ταξίδι στην Βενετία!
– Να είστε καλά κυρία Νάντια! Η τόλμη είναι αρετή! Ωραία η Βενετία, έχω πάει δύο φορές.
– Αυτό το κυρία Νάντια… ναι, το ξέρω είμαι πρωτοξαδέρφη της Μπουμπουλίνας, αλλά δεν το κόβουμε τον πληθυντικό καλύτερα;

Η Τασούλα γέλασε και βιάστηκε να απαντήσει.

– Κυρί… εεεεεε συγνώμη, συγνώμη… Νάντια, τέλος ο πληθυντικός. Και δεν είσαι καθόλου πρωτοξαδέρφη της Μπουμπουλίνας.
– Μωρέ είμαι, αλλά ποιος νοιάζεται για ηλικίες και αριθμούς; Να ήξερες πόσο συμφωνώ με αυτό που είπες περί τόλμης. Είναι το μότο της ζωής μου πια.
– Αλήθεια; Ελπίζω να γίνει και το δικό μου κάποτε.
– Να;;; Τόσο νέα, με δουλειά στο Μπέργκαμο, ανεβαίνεις στα αεροπλάνα με τέτοια ευκολία όπως εμείς στο λεωφορείο και δεν έχει γίνει ακόμα μότο σου;
– Είναι πολλά τα εμπόδια!
– Τα εμπόδια πάντα υπάρχουν παιδί μου. Εμείς αποφασίζουμε αν θα τα πηδήξουμε ή αν τα αφήσουμε να μας… πηδήξουν.
– Έχεις δίκιο. Θέλει όμως πολλή δουλειά. Και βοήθεια από τους γύρω σου.
– Να στηρίζεσαι στις δικές σου δυνάμεις. Αν βρεθούν άνθρωποι που θα σου απλώσουν το χέρι, να καλή ώρα όπως βρέθηκες εσύ και με βοήθησες, έχει καλώς, αν πάλι όχι, μπορείς μόνη σου!
– Δεν… δεν είμαι σίγουρη.

Η Τασούλα κατέβασε το βλέμμα, θέλοντας να κρύψει την αδυναμία της. Η Νάντια το κατάλαβε και της έσφιξε το χέρι. Πόσο της θύμισε τον εαυτό της πριν κάποια χρόνια.
– Εγώ είμαι σίγουρη για σένα. Εκεί που είσαι, ήμουν!
– Αν ήξερες…
– Παιδί μου, η ζωή είναι ρουλέτα. Ποτέ δεν ξέρεις πού θα κάτσει η μπίλια. Στο κόκκινο ή στο μαύρο; Αυτό που ξέρεις όμως είναι ότι θα συνεχίσεις να ποντάρεις, είτε χάσεις είτε κερδίσεις. Μια ατελείωτη παρτίδα η ζωή, μέχρι την τελευταία μας πνοή.
– Μου αρέσει ο τρόπος που τα λες! Τι καλά που έτυχε να κάτσω δίπλα σου. Πολύ θα ήθελα να μάθω για σένα, να ακούσω για την δική σου ρουλέτα, αν έχεις όρεξη και διάθεση.
– Σε ευχαριστώ κορίτσι μου. Δεν θα βαρεθείς με μένα την γερόντισσα;
– Άντε πάλι τα ίδια! Να βαρεθώ; Κάτι μου λέει ότι θα πάρω μαθήματα ζωής.

Είχαν μπροστά τους δύο ώρες ταξίδι και η αλήθεια ήταν ότι η Νάντια ένιωσε οικεία με την κοπέλα, οπότε, άρχισε να ξετυλίγει το κουβάρι.

“Η ζωή μου χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μεγάλο μέρος, ακολουθούσα τον χάρτη. Εδώ και τρία χρόνια περίπου όμως, άλλαξα τον τρόπο. Τον έσκισα τον χάρτη κι ακολουθώ την καρδιά μου στο ταξίδι της ζωής. Σε ένα μήνα, θα κλείσω εξήντα χρόνια που βρίσκομαι πάνω σε τούτο τον κόσμο και θέλω μέσα σε αυτές τις τριάντα μέρες, να προλάβω να κάνω άλλα δύο πράγματα”. Είδε την κοπέλα που άλλαξε ύφος, που σούφρωσε τα φρύδια και έφυγε το χαμόγελο από τα χείλη και κατάλαβε. “Όχι όχι, δεν πεθαίνω! Ακούστηκε κάπως! Απλά, διανύω την φάση του χωρίς χάρτη που είπαμε και αυτό περιλαμβάνει πολλές δραστηριότητες, πολλή εσωτερική δουλειά, που στριμώχνω χρονικά. Πενήντα έξι και βάλε χρόνια, ακολουθούσα τον χάρτη, τις πατημασιές που άφηναν τα ίχνη άλλων κι έπρεπε να πατάω επάνω τους. Τώρα πια, αφήνω το δικό μου αποτύπωμα.

Προέρχομαι από μία ιδιαίτερα πλούσια οικογένεια, αλλά αυτό δεν μου έφερε την ευτυχία όπως λανθασμένα θεωρούν πολλοί. Από μικρούλα, δεν είχα αυτό που όλοι ονομάζουν παιδική ηλικία. Η μητέρα μου ήταν ιδιαίτερα φιλάσθενη και για να την προστατεύσει ο πατέρας μου, ο οποίος έλιωνε που την έβλεπε έτσι, από μικρόβια και ιώσεις, φώναζε στο σπίτι δασκάλους. Έτσι δεν έτρεξα στο προαύλιο κάποιου σχολείου, δεν είχα συμμαθητές, δεν είχα φίλους, δεν έκανα σκανταλιές, δεν είπα ποιήματα, δεν έκανα παρελάσεις, δεν έτρεξα σε αλάνες, δεν έσκισα τα γόνατά μου πέφτοντας. Για φίλους είχα την καμαριέρα και τον κηπουρό. Τελείωνε η καθημερινή ιδιωτική εκπαίδευση, αμέσως μετά μελετούσα, και τις υπόλοιπες ώρες, καθισμένη δίπλα στην μητέρα μου, κεντούσα, ζωγράφιζα, έκανα χειροτεχνίες, κάποιες φορές τραγουδούσαμε παρέα. Έπρεπε να είμαι ήσυχη, φρόνιμη, υπάκουη, να βοηθάω την μητέρα, να της δίνω τα φάρμακά της. Ήμουν κάτι σαν προσωπική της νοσοκόμα για πολλά χρόνια, ξεχνώντας να είμαι παιδί. Όταν ήμουν κοντά της, έλεγε πως ένιωθε καλύτερα. Ήθελα να είμαι κοντά της φυσικά, αλλά οι ευθύνες που είχα αναλάβει ήταν αντιστρόφως ανάλογες της ηλικίας μου.

Όταν ήμουν δώδεκα χρονών, πέθανε και με άφησε πέρα από ορφανή και ανέτοιμη να αντιμετωπίσω τον έξω κόσμο. Ήμουν τόσα χρόνια περιορισμένη σε μια φυλακή χωρίς κελί, με την μορφή ενός τεράστιου διώροφου σπιτιού, με τους δικούς του κανόνες και ξαφνικά είχα την δυνατότητα να δηλώσω την παρουσία μου, να ενταχθώ στον φυσιολογικό κόσμο. Ο πατέρας μου όμως φοβόταν. Χρειάστηκε να τον παρακαλέσω, να του υποσχεθώ, να του εγγυηθώ ότι θα είμαι προσεκτική. Με έγραψε στο γυμνάσιο, αλλά συνέχιζε να με έχει υπό έλεγχο. Φοβόταν μη μου φερθούν άσχημα, μη με πληγώσουν και δεν με άφηνε να συμμετέχω σε τίποτα εξωσχολικό. Δεν ήθελα να τον στεναχωρώ, ήξερα πόσο πονούσε που έχασε την μαμά μου. Δεν ανοιγόμουν, ήμουν η παράξενη του σχολείου. Κάπως έτσι κύλησε και το λύκειο. Ήμουν η άριστη μαθήτρια, το παράδειγμα των καθηγητών και το φρικιό των συμμαθητών. Με σχολίαζαν, μου κολλούσαν διάφορα παρατσούκλια, με κοιτούσαν με ένα βλέμμα που σιχαινόμουν, μα δεν τολμούσα να παραπονεθώ. Ήξερα πως αν το έκανα, θα ξαναγυρνούσα στην απομόνωση και αποστείρωση του σπιτιού μου. Κάθε μέρα που περνούσε ήταν κι ένα βήμα πιο κοντά στον στόχο μου. Να πετύχω στις εξετάσεις και να σπουδάσω, να φύγω μακριά, να αναπνεύσω ελεύθερη, να γίνω γιατρός, να ζήσω έξω από τα κουτάκια!

Για μια ακόμα φορά όμως, έπρεπε να ακολουθήσω την πορεία που μου χάραξε ο πατέρας μου. Ούτε λόγος για σπουδές. Δεν τις χρειαζόμουν. Δίπλα του, στο τιμόνι της βιομηχανίας του με προόριζε, που θα μου εξασφάλιζε τα πάντα. Ήμουν το μοναχοπαίδι του, ήμουν ό,τι πολυτιμότερο είχε. Με γνώμονα την αγάπη τα έκανε όλα, έτσι έλεγε κι έτσι κι έγινε. Τελείωσα το λύκειο κι εντάχθηκα στο δυναμικό της βιομηχανίας του. Έπρεπε να περάσω από όλα τα στάδια, να γνωρίσω κάθε τομέα, αφού κάποτε θα ηγούμουν όλων αυτών. Εμένα είχε μόνο, είχε κάνει τα σχέδιά του. Δεν ρωτήθηκα, θεωρήθηκε δεδομένη η αποδοχή των σχεδίων του από μέρους μου. Έπνιξα τα θέλω μου κι έκανα προτεραιότητά μου τα θέλω του μπαμπά μου.

Δούλεψα με αυταπάρνηση. Η ζωή μου ήταν σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι. Προσωπική ζωή δεν υπήρχε. Τα πάρτι των νέων της ηλικίας μου, οι βραδιές ντίσκο, οι βραδιές στην ακροθαλασσιά με φωτιά και κιθάρες, ήταν λες και τα έβλεπα σε ταινία, από οθόνη, από μακριά. Πουθενά δεν συμμετείχα. Πουθενά δεν με καλούσαν κιόλας. Συνέχιζα να είμαι το φρικιό. Ήμουν η κόρη του αφεντικού, η απρόσιτη. Μέχρι που ερωτεύτηκα. Δεν το ήξερα αυτό το σκίρτημα. Με τον Γρηγόρη το ένιωσα πρώτη μου φορά. Ήταν ανάμεσα στα έμπιστα άτομα του μπαμπά μου. Ο υπεύθυνος προσωπικού. Κοντά στα δέκα χρόνια μεγαλύτερος μου, αλλά πολύ γοητευτικός και μετρημένος. Ο άντρας που δίπλα του θα γινόμουν κι εγώ η γυναίκα που ονειρευόμουν.

Πολύ σύντομα είπαμε στον πατέρα μου ότι αγαπιόμαστε για να έχουμε την δυνατότητα να βγαίνουμε σαν ζευγάρι. Διαφορετικά, η καθημερινότητά μου δεν το επέτρεπε, αφού ήταν όλα προγραμματισμένα . Ο Γρηγόρης ήταν στα ίδια μήκη κύματος με τον πατέρα μου. Πολλή δουλειά, ελάχιστος ελεύθερος χρόνος, υπερπροστασία. Δεν ήταν καθόλου εκφραστικός, αλλά το έβλεπα στο βλέμμα του ότι με αγαπούσε. Μαζί του ένιωθα ασφαλής, αλλά δεν άλλαξε τίποτα στην ελευθερία που φανταζόμουν ότι θα αποκτούσα.

Παντρευτήκαμε και πολύ γρήγορα έμεινα έγκυος, αν και θα προτιμούσα να καθυστερούσε λίγο. Ήμουν μόλις είκοσι δύο χρονών. Ήθελα να διασκεδάσω, να ξενυχτήσω, να πιώ, να γελάσω, να κάνω εξορμήσεις, να ταξιδέψω, να κάνω όσα στερήθηκα, όσα δεν μου επιτράπηκαν. Η κόρη μου υπερκάλυψε πολλά κενά της ψυχής μου, αλλά έφερε και ευθύνες. Τρόμαξα, δεν ήμουν σίγουρη ότι μπορούσα να ανταπεξέλθω.

Αφοσιώθηκα, δεν δέχτηκα βοήθεια από νταντάδες που μου πρότεινε ο Γρηγόρης. Είχα την απόλυτη φροντίδα του μωρού. Κάλυπτα και την απουσία την δική του, λόγω των πολλών ωρών εργασίας. Όταν ήταν τεσσάρων μηνών η Ελένη μου, έμεινα πάλι έγκυος. Γέννησα τον Ηλία μου και αντί να χαίρομαι, αντί να θέλω να τον έχω συνέχεια στην αγκαλιά μου, το έκανα με το ζόρι, γιατί έπρεπε, γιατί ντρεπόμουν για τον εαυτό μου που ήμουν τόσο λίγη, τόσο ανίκανη. Τι μάνα ήμουν εγώ που δεν έπαιρνα χαρά έχοντας αγκαλιά το μωρό μου; Ένα τέρας, ένα τέρας ήμουν!

Έκανα μεγάλο αγώνα να μην καταλάβει κανείς τίποτα. Έκλαιγα κρυφά, ώρες. Η Ελένη μου, ερχόταν στα πόδια μου, το γλυκό μου κορίτσι και καθόταν ήσυχη, θαρρείς και μόνο εκείνη, ένα παιδάκι μια σταλιά καταλάβαινε τι περνούσα. Θύμωνα με τον Γρηγόρη, θεωρούσα ότι εκείνος όφειλε να είχε καταλάβει αν ήταν δίπλα μου επί της ουσίας. Τον έβλεπα χαμογελαστό, να παίρνει αγκαλιά τα παιδιά του για λίγες στιγμές, να μου δίνει ένα φιλί και να μου λέει περήφανος για το πόσο προόδευε η βιομηχανία μας, αλλά και για το πόσο κουρασμένος ήταν καθημερινά κι αυτό με γέμιζε περισσότερες τύψεις. Βυθιζόμουν στην κατάθλιψη και δεν είχα έναν άνθρωπο να το δει, ένα χέρι να με τραβήξει. Αγαπούσε τα παιδιά του κι εμένα, από απόσταση ασφαλείας για κείνον. Έσφιγγα τις γροθιές μου και πάλευα να είμαι καλή μάνα, ξεχνώντας να είμαι καλά μέσα μου. Και ήμουν πάλι φυλακισμένη μέσα στο χρυσό κλουβί μου, το τεράστιο σπίτι μου, τις ανέσεις μου, μα ψυχικά άδεια. Και αισθανόμουν αχάριστη. Απέναντι σε όλους, απέναντι στη ζωή μου. Τα είχα όλα υποτίθεται, αλλά μαράζωνα. Ευτυχώς τα παιδιά μου ήταν ήσυχα, τα πουλάκια μου, οι ψυχές μου, μου έδιναν πιο πολλά από όσα τους έδινα εγώ.

Όταν μπήκαν στο δημοτικό, σκέφτηκα να ξαναδουλέψω, το είχα ανάγκη. Ήθελα να βγω από την φυλακή μου. Βρήκα τείχος και από τον πατέρα και από τον άντρα μου. Δεν χρειαζόταν είπαν, δεν είχαμε ανάγκη οικονομική, γιατί να κουράζομαι; Υπάκουσα για μια ακόμα φορά, ακολούθησα αυτό που όρισαν οι άνθρωποι που με αγαπούσαν, που ήθελαν το καλό μου. Τα πρωινά που τα παιδιά ήταν στο σχολείο, ασχολιόμουν με τον κήπο και την μαγειρική. Έφτιαχνα φαγητά και γλυκά για έναν στρατό. Φύτευα όλο και πιο πολλά λουλούδια. Δεν είχα φίλες, δεν είχα πού να πάω. Ούτε στα μαγαζιά ήθελα να τριγυρνώ, σα να μην ήθελα να με βλέπουν, σα να φοβόμουν τον κόσμο. Είχα να αγοράσω ένα ρούχο για μένα χρόνια. Τις ανάγκες των παιδιών τις κάλυπτε ο πατέρας μου. Εκείνος τα έπαιρνε μαζί του και τα ψώνιζε ό,τι ήθελαν. Χωρίς να το συνειδητοποιώ, με αντιμετώπιζε σαν την μαμά μου. Σα να ήμουν εύθραυστη κι έπρεπε να με προστατεύσει, όπως ακριβώς έκανε με την μαμά μου πριν χρόνια.

Μπροστά μου, έλεγε στα παιδιά, “μη ζορίζετε την μαμά σας, να την προσέχετε, να είστε καλά παιδιά”. Νόμιζα πως έτσι δείχνει την αγάπη του. Και ο καιρός κυλούσε, με σιωπές, με υπακοή σε μια κατάσταση που με αρρώσταινε αλλά πια την ένιωθα σαν το ζεστό πουλόβερ, που ήταν ραμμένο στα μέτρα μου και με διατηρούσε ασφαλή. Τα παιδιά μου μεγάλωναν, θεωρώντας με μια γυναίκα αδύναμη, ευαίσθητη, που έπρεπε να με προστατεύουν. Είχαμε αντιστρέψει τους ρόλους μεταξύ μας, όπως ακριβώς έκανα κι εγώ με την δική μου μαμά. Τότε, ήταν βαρύ το φορτίο για μένα σαν παιδί και αυτό το φορτίο το άφηνα τώρα κι εγώ στις ψυχές των παιδιών μου και το σιχαινόμουν.

Όταν έφυγαν για σπουδές, το είχα πάρει απόφαση, θα δούλευα. Θα τους αντιμετώπιζα και τους δύο άντρες που με αποθάρρυναν. Ο Γρηγόρης μου είπε ότι είχα χρόνια να δουλέψω, κι ότι η ηλικία μου, που κόντευα τα σαράντα πέντε, ήταν απαγορευτική πια. Δυστυχώς, το ύφος του, αντί να με πεισμώσει, με καταρράκωσε. Του επέτρεψα για ακόμη μια φορά να μου επιβληθεί. Κοιταζόμουν στον καθρέφτη κι έβλεπα μια γερασμένη, ξοφλημένη γυναίκα. Άρχισε να με πιάνει πανικός ότι η ζωή είναι μικρή, ότι είχα χάσει πολλά χρόνια κι ότι τα καλύτερα είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Όταν λίγες μέρες μετά, εκμυστηρεύτηκα τις φοβίες μου στον άντρα μου και του ζήτησα τώρα που ήμασταν πια μόνοι στο σπίτι, να βρίσκει περισσότερο χρόνο για μας, να μοιραζόμαστε στιγμές, να κάνουμε ταξίδια, να βγαίνουμε έξω να τρώμε, να πηγαίνουμε θάλασσα, να βλέπουμε αγκαλιά μια ταινία με ποπ κορν, γέλασε ειρωνικά και κοφτά μου απάντησε ότι αυτά ήταν για τους νέους ή τους ξεκούραστους σαν εμένα. Μου είπε ότι εγώ, μπορεί να είχα άπλετο ελεύθερο χρόνο και να ήθελα ρομαντισμό, εκείνος όμως όλη μέρα δούλευε για να μου παρέχει τα πάντα και γυρνούσε πτώμα κι ότι θα μου περνούσε, ήμουν απλά σε ένταση, που έφυγαν τα παιδιά και δεν είχα με τι να ασχοληθώ. Έπρεπε μου είπε να συμβαδίσω με την ηλικία μου και το δικό του φορτωμένο πρόγραμμα.

Δεν του ξαναζήτησα τίποτα. Ήταν ολοφάνερο ότι αυτό που τόσα χρόνια ονόμαζα από μέρους του αγάπη, ήταν απλά ένα βόλεμα. Με έπειθε με τον τρόπο του ότι νοιαζόταν, ενώ στην πραγματικότητα με έπλαθε όπως ήθελε. Επιλεκτική αγάπη, με προϋποθέσεις υπακοής και συμβιβασμού από μέρους μου, χωρίς ποτέ να γίνεται αντιληπτή η μέθοδός του. Χειριζόταν τα συναισθήματα και τον ψυχισμό μου με τρόπο που μου δημιουργούνταν ακόμα και τύψεις.

Την ίδια αναζήτηση της αλήθειας έκανα και με τον πατέρα μου. Του άνοιξα την ψυχή μου, καταθέτοντας τις ανησυχίες μου για τον χρόνο που περνά, για την απομάκρυνση του Γρηγόρη, για τον τρόπο που με αντιμετώπισε πριν μέρες. Η ετυμηγορία ήταν ίδια κι απαράλλαχτη. Κατά τη γνώμη του, ήμουν παράλογη, αφού ο Γρηγόρης με αγαπούσε πάρα πολύ αλλά δεν ήταν δυνατόν να ασχοληθεί με τέτοιου είδους γκρίνιες και παράπονα, δημιουργήματα της απουσίας των παιδιών μου. Κι ο πατέρας μου λοιπόν, με αγαπούσε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Εγωιστικά και χειριστικά. Αγαπούσαν αυτό που οι ίδιοι δημιούργησαν, σκάβοντας το μυαλό και την ψυχή μου, όπου τοποθέτησαν ένα εγχειρίδιο λειτουργίας. Πατούσαν τα κουμπιά μου κι έχοντας τον πλήρη έλεγχο με κατεύθυναν.

Ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο; Ενώ πια κατάφερα και είδα καθαρά, συνειδητοποίησα τι συνέβαινε, δεν έκοψα τον γόρδιο δεσμό. Συνέχισα να είμαι η δειλή, η αδύναμη, η ευαίσθητη, που κρυβόταν πίσω από την σκιά των δύο αντρών, χωρίς να διεκδικεί τίποτα, αφήνοντας την ζωή να φεύγει. Όταν δεν μαγείρευα, όταν δεν ασχολιόμουν με το χώμα, με τα φυτά μου, καθόμουν στην κουνιστή πολυθρόνα, με το κασετοφωνάκι μου και την παρέα των τραγουδιών που αγαπούσα. Είχα γίνει σχεδόν αόρατη κι αυτό ξαναέφερε την ισορροπία από την τελευταία ανταρσία μου. Όταν ερχόταν οι φοιτητές μας, γινόμασταν πάλι μια αγαπημένη οικογένεια όπως φαινόμασταν πάντα. Άλλωστε, δεν είχε αλλάξει τίποτα για κανέναν άλλον, πέρα από μένα.

Τα παιδιά πήραν πτυχία, έφυγαν από το σπίτι, παντρέψαμε την κόρη μας και μια μέρα, ήρθε στο σπίτι παρέα με την μαμά του κουμπάρου τους. Μεγαλύτερη κατά πολύ από μένα, αλλά με μια ζωντάνια μικρού παιδιού. Τα παιδιά είχαν μια δουλειά στο τάμπλετ και πήγαμε στο κιόσκι, στον κήπο. Όταν μου διηγήθηκε την ιστορία της και άκουσα πόσα είχε καταφέρει μέσα από σοκαριστικές κακουχίες, την αγκάλιασα, την ευχαρίστησα και ορκίστηκα ότι εκείνη την μέρα, αποχαιρετούσα το ταξίδι των ευθυνών που δεν μου αναλογούσαν, το ταξίδι των πρέπει, των κατασκευασμένων υποχρεώσεων, το ταξίδι της ανεπάρκειας και του λίγο, απέναντι στον εαυτό μου.

Από την επόμενη μέρα, έκλεισα το μάτι στο ταξίδι της αγαλλίασης και των θέλω μου. Έκατσα κι έγραψα μια λίστα. Με όλα εκείνα που δεν μου έμαθε κανείς, με όλα εκείνα που κρατούσα βαρίδι, με όλα εκείνα που από φόβο έκανα ή δεν έκανα, με όλα εκείνα που μου έκοψαν τα φτερά και απλά έθαψα μέσα μου, με όλα εκείνα που θα ήταν το δικό μου ταξίδι της καρδιάς, όχι ο χάρτης που μου σημάδεψε την διαδρομή κάποιος άλλος. Να, εδώ την έχω. Την κουβαλάω πάντα μαζί μου και κάθε φορά που πραγματοποιώ κάτι από αυτά, σημειώνω ένα τικ. ”

Πήρε μια βαθιά ανάσα η Νάντια. Πόσο καλό της έκανε που τα μοιράστηκε όλα αυτά με κάποιον.
Και η Τασούλα πήρε μια βαθιά ανάσα. Πόσο ανάγκη είχε την δεδομένη στιγμή από έναν άνθρωπο που θα γινόταν ο φάρος που θα την φώτιζε.

“ Λίστα επανεκκίνησης” ( θα ανανεώνεται)

* Να με αγκαλιάζω κάθε πρωί. ✔

* Να παίρνω βαθιές ανάσες καθημερινά. ✔
* Να ξανασυστηθώ στον Γρηγόρη. ✔
* Να ξεκαθαρίσω στον πατέρα ποια είμαι και τι θέλω. ✔
* Να βγαίνω από την φυλακή μου. ✔
* Να ανακατεύομαι με κόσμο. ✔
* Να μην φοβάμαι τον κόσμο. ✔
* Να κάνω φίλες. ✔
* Να μη φοβάμαι την μοναξιά, αλλά να μην την επιλέγω. ✔
* Να λέω καθημερινά στα παιδιά μου ότι τα αγαπώ. ✔
* Να λέω καθημερινά στα παιδιά μου να ζουν όπως εκείνα θέλουν. ✔
* Να υπενθυμίζω κάθε μέρα στον εαυτό μου, ότι το ταξίδι αυτό μου ανήκει, να μην αλλάξω τις συντεταγμένες γιατί απλά κάποιος θέλει να μου το επιβάλλει ή να με επικρίνει. ✔
* Σε όποιους αρέσουμε για τους άλλους δεν θα μπορέσουμε. ✔
* Να λέω και “όχι”. ✔
* Να θέτω τα όριά μου. ✔
* Να μην επιτρέπω σε κανέναν να τα παραβιάζει. ✔
* Να μην στηρίζω σε κανέναν την ευτυχία μου, παρά μόνο σε μένα. ✔
* Να διαβάζω την λίστα κάθε μέρα, να θυμάμαι τι έχω καταφέρει και τι θέλω να καταφέρω στο μέλλον. ✔
* Να επισκεφθώ το νησί της μαμάς, να δω το σόι της.
* Να ανέβω σε αεροπλάνο.
* Να κάνω όσα περισσότερα ταξίδια μπορώ. ( Πρώτοι στόχοι Βενετία Ισλανδία (Βόρειο σέλας) Νορβηγία(Βόρειο σέλας) .
* Να δώσω πανελλαδικές. ✔
* Να σπουδάσω ιατρική.
* Να εξασκώ την ιατρική δωρεάν, να μην πάρω χρήματα από κανέναν.
* Να ενταχθώ στους γιατρούς χωρίς σύνορα.

Η Τασούλα κοιτούσε με θαυμασμό την Νάντια και αυτό φαινόταν στο βλέμμα της.
– Άρα, θα βάλεις τικ στο να ανέβεις σε αεροπλάνο και όταν φτάσεις Βενετία άλλο ένα τικ. Περισσότερα αυτά που έχεις καταφέρει από αυτά που σου έμειναν. Μακάρι να σου μοιάσω κάποτε.
– Είσαι τόσο νέα Τασούλα μου, έχεις μπροστά σου όλη σου τη ζωή, να κατακτήσεις τον κόσμο. Εγώ, δεν θα προλάβω.
– Σπουδάζεις ιατρική;
– Ναι, στα γεράματα μάθε γέρο γράμματα.
– Είσαι άξια συγχαρητηρίων. Οι γιατροί χωρίς σύνορα θα είναι τυχεροί που θα σε έχουν. Όλα θα τα προλάβεις. Εύχομαι να είναι και για μένα αυτή η μέρα που σε γνώρισα η έναρξη του δικού μου ταξιδιού χωρίς χάρτη!
– Θα είναι, είμαι σίγουρη. Όλοι χρειαζόμαστε μια τυχαία συνάντηση, ένα χτύπημα στην πλάτη για να κάνουμε το πρώτο βήμα του ταξιδιού χωρίς χάρτη!

Η Νάντια γέμισε με τικ όλη τη λίστα της επανεκκίνησης και έθετε καινούργιους στόχους. Δεν επέτρεψε σε κανέναν και τίποτα να σταθεί εμπόδιο, ούτε καν τον χρόνο.

Η Τασούλα έφτιαξε την δική της λίστα και έβαζε τικ κάθε φορά που κέρδιζε έναν στόχο. Λίγο καιρό μετά, έγινε κι εκείνη φάρος για μια γυναίκα που συνάντησε τυχαία.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading