– Μα είναι σίγουρο ότι θα είμαι χαρούμενη και ευτυχισμένη σε αυτό το σπίτι; ρώτησε η ψυχή τον Άγγελο προστάτη της, λίγους μήνες πριν βρεθεί στην μήτρα μιας ξένης γυναίκας σαν έμβρυο.
– Αν δεν ήσουν, δεν θα σε έστελνα εκεί. Η μητέρα του σπιτιού είναι μία πολύ δοτική γυναίκα και να είσαι σίγουρη ότι αυτή η αρετή της θα σου φανεί χρήσιμη, απάντησε ο Άγγελος κουνώντας τα φτερά του.
-Και πότε μου είναι γραπτό να μπω μέσα σε αυτήν την μήτρα; Μήπως θα είναι καλύτερα να μείνω εδώ σε αυτό το απέραντο λιβάδι με τα πανέμορφα λουλούδια που σε ζαλίζουν με την μυρωδιά τους;
-Σε έναν μήνα από τώρα θα έχεις ξεκινήσει το ταξίδι σου στην γη. Προς το παρόν απόλαυσε το απέραντο γαλάζιο του ηλιόλουστου ουρανού, την μυρωδιά των λουλουδιών και χόρεψε με τις πεταλούδες.
Η ψυχή λάτρευε την περιπλάνησή της σε αυτό το απέραντο λιβάδι, λουσμένο από το ανέσπερο φως, στο οποίο επικρατούσε ειρήνη, γαλήνη και χαρά. Εκεί συνάντησε πολλές ψυχές, αδύνατον να τις μετρήσει, που περίμεναν και αυτές την δική τους ώρα για το ταξίδι τους στην γη. Όμως κάποιες την εντυπωσίασαν, ένιωσε ένα περίεργο φτερούγισμα όταν τις πλησίασε. Τι περίεργο να συμβαίνει με αυτές άραγε; Όταν έφτασε ο καιρός για να αποχαιρετήσει τον ουράνιο παράδεισο, μια ανατριχίλα την διαπέρασε, σαν να ήθελε τελικά να περιπλανηθεί και κάπου αλλού.
Πραγματικά από εκείνη την στιγμή η ψυχή είχε βουτήξει κυριολεκτικά στην μήτρα της Μαρίας. Όταν η γυναίκα σιγούρεψε την εγκυμοσύνη της, η χαρά της ήταν απερίγραπτη. Μία κόρη είχε και μέχρι τότε άλλα τρία παιδιά είχαν χαθεί. Το ένα το γέννησε κανονικά, με επιπλοκές όμως στη γέννα, πρόλαβε ωστόσο να το δει έστω για λίγο, αλλά δεν ήταν τυχερό της να το κρατήσει ζωντανό στην αγκαλιά της, τα άλλα δύο τα έχασε στους πρώτους μήνες της κύησης. Η χαρά της αυτήν την φορά δεν είχε όρια, δεν περιγράφεται με λόγια.
Η ψυχή είχε ήδη ξεκινήσει την κάθοδο για το επίγειο ταξίδι της, αρχίζοντας από την μήτρα αυτής της γυναίκας, μέσα στην οποία μεγάλωνε αλλά με κάποιες δυσκολίες. Κάθε μήνα ένιωθε ένα περίεργο υγρό σαν φάρμακο που την ενοχλούσε πολύ να κυλάει πάνω της. “Μα τι να είναι αυτό;”, αναρωτιόταν. “Νιώθω τόση κούραση, αλλιώς μου τα είχε παρουσιάσει ο Άγγελος εκεί πάνω. Μήπως δεν κατάλαβα καλά;”. Έτσι πέρασαν οι μήνες, η ψυχή μεγάλωνε σαν έμβρυο αργά και σταθερά, πολλές φορές φοβήθηκε μην και φύγει από εκεί μέσα πριν έρθει η ώρα της. Έτσι κι έγινε, ένα Σάββατο του Φεβρουαρίου έκανε συσπάσεις ο σάκος που την προστάτευε μέχρι τότε, η Μαρία θορυβήθηκε και έτρεξε στο νοσοκομείο με τον άντρα της. Οι γιατροί όμως δεν την άφησαν να γεννήσει, γιατί απλά έπρεπε να μπει στον έβδομο μήνα, έστω να πάρει μία μέρα. Η ταλαίπωρη γυναίκα υπέφερε αλλά έκανε υπομονή. Δεν έπρεπε να σταθεί άτυχη αυτήν την φορά.
Η ψυχή ήταν σχεδόν έτοιμη να αφήσει την σιγουριά, την ζεστασιά που μόνο εκείνη απολάμβανε και να αρχίσει ένα νέο ταξίδι στην γη. Και αυτό ξεκίνησε λίγες μέρες μετά, μία Τετάρτη του Φεβρουαρίου πριν πολλά χρόνια. Ένα κορίτσι γεννήθηκε πρόωρα μια μέρα που έλαμπε ο ήλιος κι ας ήμασταν στην καρδιά του χειμώνα. Η Μαρία ίσα που το είδε το μωρό, γιατί η θερμοκοιτίδα έγινε το προσωρινό σπίτι του. Αλίμονο όμως, τα πράγματα δεν κύλησαν όπως αναμένονταν, λίγο έλειπε να αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για το ταξίδι της επιστροφής. Δύο ταξίδια τόσο σύντομα το ένα μετά το άλλο ήταν πολύ. Όχι δεν το ήθελε καθόλου η μικρή, τόσος κόπος να πάει χαμένος; Επειδή ο Θεός είχε άλλα σχέδια για την γενναία πολεμίστρια που ξεπέρασε τον κίνδυνο των πρώτων ημερών, η επιβίωσή της ήταν θέμα χρόνου.
Η μάνα αποδείχτηκε δοτική, περιποιητική, με μία ζεστή αγκαλιά και μία υπέρμετρη φροντίδα. Σαν να υπήρχε μόνο εκείνο το μωρό στον κόσμο, όλοι τους στο σπίτι είχαν την προσοχή στραμμένη πάνω του. Το κορίτσι που άκουσε στο όνομα Νεκταρία, γιατί η μάνα την είχε τάξει στην χάρη Του, μεγάλωνε μέσα στην θαλπωρή, την αγάπη και το ταξίδι της γινόταν όλο και πιο ευχάριστο και ανέμελο.
Ένα πράγμα ήξερε πολύ καλά, εκτός του παιχνιδιού που δεν της ήταν καθόλου αδιάφορο. Διαισθανόταν έντονα από την ηλικία των πέντε χρόνων ότι η ζωή δεν είναι μόνο παιχνίδι, ότι υπήρχε και κάτι πέρα από αυτό που έβλεπε με τα ζωηρά καστανά της μάτια. Ήταν ανεξήγητο, όμως εκείνη ένιωθε με τα μάτια της ψυχής.
Η ευτυχία της δυστυχώς κράτησε λίγο, γιατί η μάνα έφυγε από αυτόν το κόσμο ξαφνικά μία καλοκαιρινή μέρα. Η ζωή της δεν ήταν πια η ίδια, έμοιαζε με την θάλασσα που αλλάζει χρώμα και γίνεται σκούρα και μαύρη όταν πλησιάζει η καταιγίδα. Και αυτήν την φορά η καταιγίδα κράτησε χρόνια πολλά.
Μέχρι την ενηλικίωσή της παρέμεινε σιωπηλή, σπίτι, σχολείο και καμιά βόλτα μόνο. Όταν πάτησε τα δεκαοκτώ, ένιωσε το αίμα της να κυλάει γρήγορα και πιο ζωντανά και έκανε την επανάστασή της. Στην σχολή που σπούδαζε ξεχώρισε μία άλλη κοπέλα που την έλεγαν Εμμανουέλα, με καταγωγή από την Κρήτη. Αυτό που την τράβηξε κοντά της ήταν η καλή της η καρδιά και η ζεστασιά των ματιών της. Ήταν σίγουρη ότι τα είχε ξαναδεί αυτά τα μάτια, αλλά πού;
Οι δύο κοπέλες έκαναν σχέδια να πάνε στο Παρίσι, να τελειοποιήσουν τις γνώσεις τους. Μία σοφίτα, μία ζεστή σοκολάτα με κρουασάν και πολλές βόλτες στην γέφυρα των Τεχνών ή στην Μονμάρτη ήταν το όνειρό τους. “Θα μιλάμε και γαλλικά ατελείωτες ώρες!”, έλεγαν συνέχεια. Δυστυχώς αυτό το όνειρο έμεινε απραγματοποίητο, καμιά τους δεν μπόρεσε να πάει γιατί απλά έπρεπε να δουλέψουν για την επιβίωσή τους.
Η Νεκταρία, από μικρό παιδί που ήταν, έβλεπε στον ύπνο της ότι ήταν ανεβασμένη στην κορυφή του πιο ψηλού βουνού και μετά άνοιγε τα χέρια της σαν τα φτερά του αετού και πέταγε, πέταγε… Η αίσθηση του πετάγματος την χαροποιούσε πολύ, αλλά και την προβλημάτιζε συγχρόνως. Τι να σημαίνει αυτό; Όταν το εξομολογήθηκε σε μία άλλη φίλη της, αυτή της το εξήγησε περίεργα.
– Όταν βλέπεις ότι πετάς, σημαίνει ότι βρίσκεσαι σε μία άλλη διάσταση. Και αφού σε κυνηγάει αυτή η σκηνή χρόνια τώρα, σημαίνει ότι είσαι ένα πολύ ιδιαίτερο άτομο, που διαισθάνεται πολλά. Έλα μαζί μου ένα απόγευμα εκεί που πάω κι εγώ, θα ακούσεις ενδιαφέροντα πράγματα.
Η κοπέλα ένιωσε ένα σκίρτημα μέσα της, ναι, ήταν ένα άτομο με ιδιαιτερότητες από μικρή. Ποτέ δεν την ικανοποιούσε αυτό που έβλεπε με τα μάτια της τα γήινα, ήξερε ότι υπάρχει και κάτι άλλο. Όταν άκουσε τα πρώτα λόγια από το στόμα ενός άντρα που τους μιλούσε για το μεταφυσικό, για άλλες διαστάσεις που διασταυρώνονταν με την δική μας, αυτή που ζούμε, κατάλαβε ή μάλλον ένιωσε ότι βρισκόταν στο στοιχείο της. Αυτό ήταν που θα την καθοδηγούσε τα επόμενα χρόνια. Ατελείωτες ώρες διαλογισμού, ασκήσεις αναπνοής, ησυχασμός του μυαλού και πολλά άλλα παρόμοια.
Όταν ανέβηκε επίπεδα γνώσης, σκέφτηκε να ταξιδέψει μέχρι την πηγή, δηλαδή να φτάσει μέχρι τις Ινδίες. Ρίχτηκε στην δουλειά, δεκαπέντε ώρες δεν έφταναν, ελάχιστος ύπνος μόνο. Πέρασε ένας χρόνος από τότε, τα χρήματα δεν τα μάζεψε, γιατί απλά άλλαξαν οι προτεραιότητες στην ζωή της. Η Νεκταρία μεγάλωσε και άλλο και μαζί με αυτήν τα θέλω της. Ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε, γιατί ξύπνησε το βιολογικό της ρολόι. Ήθελε να γίνει και αυτή μάνα και τα κατάφερε. Έφερε στον κόσμο ένα κορίτσι πανέμορφο, γλυκύτατο με πολλά χαρίσματα. Ο γάμος της όμως δεν ήταν ό,τι καλύτερο για αυτήν. Μάλλον δεν της πήγαινε. Αυτή ήταν από την φύση της φευγάτη, μία γυναίκα που δεν ανήκε σε κανέναν, μία γυναίκα περήφανη, ιδιόρρυθμη, εκκεντρική, ανεξάρτητη, με πνεύμα πρώτα και μετά με παρουσιαστικό που εντυπωσίαζε τους πάντες. Και από την άλλη πλευρά είχε δίπλα της έναν άντρα που αδυνατούσε να της προσφέρει ασφάλεια, έναν άντρα με μπερδεμένο συναισθηματικό κόσμο, που δεν μπορούσε να καταλάβει το δικό της ελεύθερο πνεύμα.
Στα δεκαπέντε χρόνια γάμου, αποφάσισε να κάνει ένα ταξίδι μόνη της στην Ιταλία, στους αμπελώνες της Τοσκάνης, ένα από τα πιο δημοφιλή μέρη του κόσμου. Ένιωθε ότι τα αμπέλια, οι ελιές και τα παλιά σπίτια περίμεναν εκείνη. Μία φωνή κρυφή της έστελνε το μήνυμα ότι έπρεπε τελικά να κάνει ένα ταξίδι στην ζωή της, να το απολαύσει μέχρι το τέλος. Αλίμονο, πάλι στάθηκε άτυχη, γιατί η οικονομική κρίση είχε δείξει τα κοφτερά της δόντια στην χώρα της και εκείνη έμεινε απλήρωτη για πολλούς μήνες. Πώς να ζητήσει χρήματα από τον άντρα της; Η Νεκταρία έκανε ό,τι μπορούσε για να φέρνει τα λεφτά στο σπίτι, τουλάχιστον του φαγητού, γιατί απλά το σύστημα που ακολουθούσαν ήταν το γαλλικό ή το ολλανδικό ή το ευρωπαϊκό. “Εσύ πληρώνεις αυτά κι εγώ αυτά, έχεις δεν έχεις”. Τι σύστημα κι αυτό, ότι μας συμφέρει δηλαδή. Ευτυχώς το μυαλό της πήρε στροφές και εκμεταλλεύτηκε τις γνώσεις της στην μαγειρική. Από σάλτσες παραδοσιακές, κουλούρια, πίτες, βασιλόπιτες, ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς πέρασαν από τα χέρια της. Έφτιαχνε και πουλούσε, έτσι πέρασε η πρώτη μπόρα.
Η Νεκταρία είχε αρχίσει να νιώθει εξάντληση, το πρωί δουλειά στο γραφείο κι ας ήταν απλήρωτη, το απόγευμα οικογενειακές υποχρεώσεις και το βράδυ κουλούρια, όλη μέρα στο πόδι. Εκεί ήταν που ένιωσε την ανάγκη να αφεθεί στα χέρια του Θεού. Ποιος άλλος θα μπορούσε να την παρηγορήσει καλύτερα; Από μικρή ήξερε και ένιωθε ότι δεν είναι μόνη τελικά, αλλά τι ήταν αυτό που της έδινε δύναμη, κουράγιο και παρηγοριά;
Μία χειμωνιάτικη μέρα, λίγο μετά την αρχή της χρονιάς, η Νεκταρία πέρασε την πόρτα της εκκλησίας. Αυτό ήταν, ο Εσταυρωμένος της έδωσε να καταλάβει ότι όλοι έχουν έναν σταυρό που κουβαλάνε, μικρό, μεγάλο, βαρύ ή όχι, αλλά είναι αυτός που οδηγεί στον παράδεισο. Πέρασαν πολλά χρόνια με παρηγοριά τα λόγια του Ευαγγελίου. Στα είκοσι χρόνια συμβίωσης, αποφάσισε να σπάσει τα δεσμά του γάμου της. “Αυτόν τον σταυρό δεν μπορώ να τον σηκώνω άλλο, πάλεψα πολύ Πάτερ, εσείς ξέρετε τον αγώνα μου”. Με αυτά το λόγια εξομολογήθηκε την απόφασή της να φύγει μακριά από τοξικότητες, όχι γιατί ήθελε να κάνει τρέλες, αλλά γιατί όσα χρόνια της έμεναν για ζωή, να τα ζήσει ήρεμα και απλά.
Στην αρχή ήταν πολύ δύσκολα, το σπίτι άδειο από έπιπλα, κούτες γεμάτες με δικά της πράγματα, όμως αυτό δεν την τρόμαξε. “Ας είναι καλά τα χέρια μου”, σκέφτηκε. Εκεί ήταν που έπεσε στα γόνατα, έκλαψε γοερά και τα δάκρυά της πότισαν το πάτωμα. Ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από πάνω της, σαν μία φτερούγα να την σκεπάζει νοητά. Ήταν ο φύλακας Άγγελός της που την ακολουθούσε από τότε που ήταν ψυχή στον ουρανό. Πήρε θάρρος και άρχισε την ανακαίνιση, τίποτα δεν έμεινε που δεν βάφτηκε, σαν να ήθελε η μπογιά να καθαρίσει βρωμιά μαζί και το παρελθόν.
Δούλεψε πολύ, ό,τι μπορούσε να κάνει το έκανε, συγχρόνως έτρεχε κι εκεί που την χρειάζονταν, έτσι για να ισορροπήσει η ζυγαριά, “με βοήθησαν στις δύσκολες στιγμές μου, θα βοηθήσω κι εγώ”, αυτό την παρηγορούσε πολύ. Στο διάστημα του πάρε δώσε, συνάντησε και άλλα ζευγάρια μάτια, της φάνηκαν οικεία, σαν να είχε ξαναβρεθεί απέναντί τους. Μερικά από αυτά έστελναν μια ζεστασιά στην δική της ταλαιπωρημένη ψυχή, αυτή την αίσθηση την κρατούσε για συντροφιά.
Τα χρόνια πέρασαν, η Νεκταρία έφτασε τα εξήντα, τι ωραία δεκαετία ανοίχτηκε μπροστά της. “Θα ζήσω!”, είπε από μέσα της, “θα πάω ένα ταξίδι χωρίς αναβολή”. Πέρασε και η περίοδος του covid και του εγκλεισμού στο σπίτι, εκείνη ήταν η εποχή που άλλαξε τα δεδομένα για όλον τον κόσμο. Έκανε πολλές οικονομίες και αγόρασε επιτέλους ένα μικρό βαν. Να το διαμορφώσει μέσα δεν προλάβαινε, δεν της έβγαιναν και τα λεφτά. “Τι πειράζει;Ένα στρώμα χωράει να κοιμάμαι, τι χρειάζομαι τα μεγαλεία; Αν τα ήθελα θα πήγαινα σε ξενοδοχείο”. Δεν χρειάστηκαν πολλές σκέψεις, ένα τηλέφωνο μόνο στην αγαπημένη της Εμμανουέλα, την φίλη της από τα νιάτα της.
Η αλήθεια είναι ότι οι δύο φίλες κράτησαν επαφή τόσα χρόνια, η μία ήταν στύλος για την άλλη. Δεν πετιούνται οι φιλίες, ούτε η ανθρωπιά στα σκουπίδια!
-Καλημέρα κορίτσι μου, πώς είσαι; Εκεί κάτω στην Κρήτη, τα Χανιά ακόμη όμορφα είναι; ρώτησε η Νεκταρία.
-Καλημέρα και σε σας. Εδώ είμαστε ακόμη. Πολύς κόσμος βρε παιδί μου, δεν τολμώ να κατέβω στο λιμάνι, υπάρχει κίνδυνος να μείνω ανάπηρη, χα χα! Ο ένας πέφτει πάνω στον άλλον! Τουρίστες από όλον τον κόσμο βλέπεις, τίποτε άλλο, άσε που η ζέστη είναι αφόρητη.
– Άκου, θες ακόμη να γνωρίσεις την Ελλάδα; Ξέρεις δεν είναι μόνο η Κρήτη το κέντρο της γης.
-Αν θέλω λέει; Γιατί έχεις κάτι στον νου σου;
-Σε περιμένω με λίγα ρούχα, καλοκαιρινά, φέρε και καμία ζακέτα μόνο. Α, μην ξεχάσεις το μαγιό σου.
-Και την γάτα τι θα την κάνω;
-Φέρ’ την κι αυτή.
-Και ο σκύλος σου; Τι θα τον κάνεις αυτόν;
– Θα τον πάρω μαζί μου, έλα που σου λέω, δεν θα το μετανιώσεις!
Μετά από δύο βδομάδες, οι δύο φίλες, εξηντάρες πια, ξεκίνησαν για ένα ταξίδι, αυτό που δεν πρόλαβαν να κάνουν στα νιάτα τους. Η Γαλλία και το Παρίσι δεν ήταν στα σχέδιά τους, προς το παρόν η Ελλάδα έχει τόσα ωραία μέρη. Η Ζου ζου (η γάτα) και ο Κόφι (ο σκύλος), κάθονταν και αυτά στο πίσω μέρος, σαν να είχαν συστηθεί από παλιά. Όταν υπάρχει αγάπη ακόμη και τα ζώα ησυχάζουν τελικά.
-Καφέ έχουμε, νερό, κουλουράκια, έτοιμες ; Ξεκινάμε!
-Για να έχουμε καλό ερώτημα, προς τα πού βάζουμε πλώρη ή μάλλον… τιμόνι; Χα χα! Δεν βλέπω κανένα χάρτη. Ξέρεις τον δρόμο;
-Δεν χρειάζεται, στα βόρεια λέω να πάμε. Προς Μακεδονία. Δεν έχω πάει προς τα εκεί. Όπου μας αρέσει σταματάμε, κάνουμε το κέφι μας, ξεκουραζόμαστε και συνεχίζουμε. Με λίγα λόγια όπου θέλει ο Θεός, όπου αναπαύεται η ψυχή μας.
Η Νεκταρία κατέβασε λίγο το παράθυρο να πάρει μία ανάσα. Με το δεξί της χέρι άνοιξε το ράδιο, οι μελωδίες τους χάιδεψαν τα αυτιά μαζί με το δροσερό, πρωινό αεράκι που φυσούσε από νωρίς.
-Άκου αυτό, μας το αφιερώνω αγαπημένη μου!
….Σε ένα αδιάφορο πάρτι στεκόσουν στην άκρη, μ’ ένα τσιγάρο ανάμεσα στα χείλη σαν να έψαχνες κάτι. Να σου μοιάζει με χάδι στον κόσμο που δεν μπορεί να σε κρατήσει… Είπα μια μέρα θα μας κάνω μουσική… Και έτσι θα μείνουμε για πάντα ζωντανοί… χωρίς προορισμό… Και εγώ θα σε περιμένω, μου αρκεί να περιμένω…
-Τι όμορφα λόγια, τι γλυκιά φωνή! Ποια ρομαντική ψυχή τα έγραψε;
-Την λένε Μαρίνα, ναι, νομίζω αυτό το τραγούδι είναι για μας, τις ρομαντικές, παρεξηγημένες ψυχές, που δεν τις κατάλαβε κανείς. Τι είναι η ζωή; Ένα πέρασμα τελικά, ένα ταξίδι, όπως και το τίτλος του τραγουδιού, αλλού ξεκινάμε και αλλού καταλήγουμε. Όπως μας πάει η βάρκα, το κύμα, αρκεί να βρίσκει ο καθένας τον φάρο του για να μην χάνεται στα σκοτάδια. Ας αφήσουμε τώρα τις φιλοσοφίες, ξεκινάμεεεε! Μακεδονία σου ερχόμαστε!
Δήμητρα Καμπόλη

One response to “Η ζωή μου, ένα ταξίδι χωρίς χάρτη – Ο προορισμός είναι αυτός που μετράει”
πολύ όμορφο…