Πώς να φανταστώ…

«Πώς να φανταστώ φεγγάρια καλοκαιρινά…
Χωρίς εσένα πουθενά, όλα κενά.
Πώς να φανταστώ μπαράκια και ακρογιαλιές,
χωρίς εσένα να μου φταις και να με θες…»

Δημοσίευση στόρι… Ολοκληρώθηκε!

Η Δεσύλλια κοιτούσε τον δρόμο μπροστά της ακούγοντας Κόκοτα στη διαπασών. Μέσα της, μετά από όσα είχαν συμβεί, ήταν χειμώνας. Όμως ο καλοκαιρινός καιρός έξω από το αμάξι, ταίριαζε τέλεια με το αγαπημένο της τραγούδι. Κάπως της έφτιαχνε τη διάθεση, αν και τα πρησμένα από το κλάμα μάτια της, πίσω από τα γυαλιά ηλίου, μαρτυρούσαν την πονεμένη της καρδιά.

Είχε πάρει το αμάξι για να πάει στους δικούς της στα Γιάννενα. Είχε ανάγκη να κλειστεί στον εαυτό της και να οδηγήσει όσο χρειαζόταν. Ίσως έτσι να τον ξεπερνούσε. Ίσως έτσι να στεκόταν ξανά στα πόδια της και να καταλάβαινε πως δεν αξίζει. Ίσως να την άφηνε ήσυχη… Ίσως…

Γνωρίζονταν τρία χρόνια.
Εκείνος καλλιτέχνης. Όπου φυσάει ο άνεμος. Είχε μια γκαλερί στο κέντρο της Αθήνας, όπου φιλοξενούσε τα πιο περίεργα έργα τέχνης. Η Δεσύλλια, συλλέκτης. Περνούσε όλο της τον χρόνο ανάμεσα σε έργα τέχνης που κάποιοι άλλοι σνόμπαραν ή δεν καταλάβαιναν το νόημα που έκρυβαν. Έτσι και εκείνος. Ήταν ένα έργο τέχνης που κανένας δεν μπορούσε να δει το νόημα που έκρυβε.

Η Δεσύλλια είχε εντυπωσιαστεί από την πρώτη στιγμή. Το κορμί του καμβάς, γεμάτος σχέδια και μελάνι. Τα χέρια του πινέλα, που ζωγράφιζαν πάνω σε καθετί που άγγιζε. Τα μάτια του κομψοτέχνημα. Τα χείλη του γλυπτό. Τα πάντα επάνω του την τραβούσαν και αυτός ο αμοιβαίος μαγνητισμός δεν του πέρασε απαρατήρητος.

Την πλησίασε διακριτικά και αθόρυβα. Την κέρδισε με τις γνώσεις και την καλλιτεχνική του αντίληψη. Τα καρδιοχτύπια δεν άργησαν να φανούν. Περνούσαν πολύ χρόνο μαζί. Συζητούσαν για ώρες και το πρώτο φιλί ήρθε αβίαστα. Εκεί η Δεσύλλια έχασε τον κόσμο. Τα πυροτεχνήματα στην καρδιά της ήταν εκκωφαντικά. Τον ήθελε και τον ήθελε πολύ.

Ένα βράδυ έκαναν έρωτα στην γκαλερί του, μπροστά από έναν σπάνιο πίνακα ζωγραφικής. Εκείνος και εκείνη. Δύο σώματα γυμνά ανάμεσα σε κούρους, κόρες και προτομές. Δεν τους ξεχώριζες από το μάρμαρο. Τα ενωμένα κορμιά τους δημιουργούσαν το πιο αριστοτεχνικά σμιλευμένο μαρμάρινο ζεύγος. Μαζί άγγιζαν την τελειότητα. Ο έρωτάς τους θα μπορούσε να είναι γραμμένος σε κάποιο μυθιστόρημα. Η έλξη τους αδιαμφισβήτητη. Μα σε καθετί χρωματιστό, πάντα υπάρχει μία μαύρη κηλίδα.

Εκείνος ήταν γυναικάς. Καζανόβας. Έλεγε πως η καλλιτεχνική του πλευρά δεν χωράει μόνο σε ένα καλούπι. Έπρεπε να τον μοιράζεται. Έπρεπε… Λες και μπορεί ο έρωτας να μοιραστεί. Όμως η Δεσύλλια συμβιβάστηκε για να μην τον χάσει. Θεωρούσε πως η ζωή της δεν θα είχε κανένα νόημα χωρίς εκείνον. Μα δεν άντεξε… Κάθε φορά κομματιαζόταν η καρδιά της. Τον ήθελε ολόδικό της και αυτό δεν γινόταν.

Και να που έφυγε… Μετά τον μεγάλο τους τσακωμό.

Η Δεσύλλια του ζήτησε να είναι μόνο μαζί της και εκείνος την μηδένισε. Της είπε ότι δεν τον καταλαβαίνει και πως δεν μπορεί να είναι μαζί της, όσο κι αν την αγαπάει, διότι η φύση του είναι ασυγκράτητη· δεν χωρά σε ένα μόνο κλουβί.

«Α, ρε Δήμο!»

Η σκέψη του και μόνο έφερε πάλι δάκρυα στα μάτια της. Τον αγαπούσε και τον ήθελε όπως το σώμα το οξυγόνο. Κάθε κύτταρό της τον ζητούσε, αλλά δεν μπορούσε να συνεχιστεί έτσι. Έπρεπε να φύγει μακριά του.

Ο ήχος του κινητού της την επανέφερε στην πραγματικότητα και στον δρόμο, σταματώντας το αγαπημένο της τραγούδι, το οποίο έπαιζε σε λούπα. Για κάποιο περίεργο λόγο το είχε συνδυάσει μαζί του και πλέον ήταν το μόνο που είχε να τον θυμίζει.

Πάτησε το πράσινο κουμπί στο τιμόνι.

«Παρακαλώ;»

«Ωραίο στόρι!»

Η φωνή του της έκοψε την ανάσα.

«Τι θες, Δήμο;»

«Εσένα, Δεσύλλια!»

Σιωπή.

«Εμένα τώρα; Μετά; Αύριο; Σε μια εβδομάδα; Άσε μας, ρε Δήμο. Σου είπα… δεν αντέχω να σε μοιράζομαι! Φτάνει! Υποφέρω…»

Σιωπή και δάκρυα.

«Έχεις δίκιο! Θέλω να σε δω. Να μιλήσουμε!»

«Δεν έχουμε να πούμε κάτι άλλο, Δήμο!»

«Έχουμε! Σε θέλω, Δεσύλλια. Σε αγαπάω!»

Στο άκουσμα αυτών των δύο λέξεων, η Δεσύλλια άρχισε να τρέμει. Βρήκε έναν χώρο στάθμευσης και έκανε δεξιά το αμάξι.

«Είσαι τρελός, άνθρωπέ μου; Θες να σκοτωθώ;»

«Ώστε έκανες δεξιά, ε;»

«Πού το ξέρεις;»

Μια μηχανή μεγάλου κυβισμού σταμάτησε πίσω από το αμάξι της. Ο αναβάτης έβγαλε το κράνος και της χαμογέλασε. Η Δεσύλλια ένιωσε την πλάση και την καρδιά της να φωτίζονται.

«Δήμο, τι κάνεις εδώ;»

Εκείνος κατέβηκε από τη μηχανή, πήγε προς το μέρος της, την έπιασε από τη μέση και τη φίλησε με πάθος.

«Σε αγαπάω, Δεσύλλια! Δεν μπορώ χωρίς εσένα!»

«Και πώς θα γίνει;»

«Θα γίνει. Θα τη βρούμε την άκρη. Πώς να φανταστώ φεγγάρια καλοκαιρινά χωρίς εσένα; Μου λες;»

Η Δεσύλλια χαμογέλασε. Το τραγούδι του Κόκοτα ξεκίνησε ξανά από την αρχή μέσα στο αμάξι.

«Πώς να φανταστώ φεγγάρια καλοκαιρινά…»

Τον κοίταξε μέσα στα μάτια.

«Άσε τον Κόκοτα να αναρωτιέται», του είπε χαμηλόφωνα.

Μπήκε ξανά στο αυτοκίνητο και έβαλε μπροστά. Άνοιξε το παράθυρο και τον κοίταξε.

«Θα έρθεις ή θα με αφήσεις να πάω μόνη μέχρι τα Γιάννενα;»

Ο Δήμος χαμογέλασε, φόρεσε το κράνος του και ανέβηκε στη μηχανή. Η Δεσύλλια ξεκίνησε το αμάξι. Και για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, ο δρόμος μπροστά της δεν φαινόταν άδειος.

Κατερίνα Μοχράνη

One response to “Πώς να φανταστώ…”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading