Από πού να αρχίσω; Από τι ξεκινάμε σε αυτές τις περιπτώσεις; Μάλλον από το τέλος μιας αρχής που δεν ξεκίνησε ποτέ…
Σκέφτομαι τόσα πολλά… νιώθω ακόμη περισσότερα… και γράφω. Κι ενώ ακούω ξανά και ξανά τα τραγούδια που ποτέ σου δεν θα μάθεις πως σου αφιέρωσα, η καρδιά και το μυαλό μου λιώνουν. Από νοσταλγία, από θλίψη, από το βάρος του αναπόφευκτου…
Δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Το μόνο που μένει είναι να με ράψω με μπαλώματα και να πάω παρακάτω. Χωρίς εσένα.
Δεν ξέρω τι πονάει περισσότερο τελικά: το ότι δεν σε είχα ποτέ ή το ότι ποτέ μου δεν θα σε έχω; Το ότι δεν σε έζησα ποτέ όπως το ήθελα ή το ότι δεν θα σε ζήσω ποτέ όπως το ονειρεύτηκα;
Και κλαίω. Πολύ κλαίω. Μέχρι να κουραστούν τα μάτια μου και να κλείσουν. Κι όταν τα δάκρυα στερεύουν, κοιτάζω κλεφτά το ηλιοβασίλεμα και σιωπώ. Γιατί για λίγο ξεχνιέμαι.
Αναρωτιέμαι, πού πηγαίνει ο ήλιος όταν νυστάζει; Κι όταν το φεγγάρι φωτίζει την νύχτα προς τα πού κοιτάζει; Στα αληθινά ή στα ανεκπλήρωτα;
Το ανεκπλήρωτο πονάει περισσότερο από το τέλος. Είναι συνώνυμο του -σχεδόν- και του -παραλίγο-. Τίποτε δεν σημαδεύει περισσότερο μια ζωή από τις πιθανότητες. Τίποτε δεν στοιχειώνει περισσότερο τον άνθρωπο από αυτό που θα μπορούσε να είχε ζήσει.
Σχεδόν σε άγγιξα.
Παραλίγο να με νιώσεις.
Μπορούσαμε να υπάρξουμε.
Αλλά δεν το θέλησες. Όσο κι αν το φαντάστηκες.
Και οι δύο μας φταίξαμε πολύ, για διαφορετικούς λόγους. Εσύ ήσουν μονάχα ένα χαμένο παιδί. Βαθιά πληγωμένο, τρομερά μπερδεμένο και ακροβατούσες διαρκώς μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Κι εγώ; Ήμουν απλά ένα τσαλακωμένο κορίτσι που είχε χάσει την ψυχή του. Που την έψαχνε κάπου μεταξύ αυτοπροστασίας και αυτοκαταστροφής.
Και τι συμβαίνει τελικά όταν ένα χαμένο παιδί συναντά ένα τσαλακωμένο κορίτσι;
Κάτι πολύ όμορφο ή κάτι πολύ δυσάρεστο.
Μια αγκαλιά που σφίγγει μέχρι να πεθάνεις από ασφυξία.
Έκανα πολλά λάθη μαζί σου. Στο είχα πει κιόλας μια φορά και σε πείραξε. Με εξέπληξε που σε πείραξε. Αφού δεν με ένιωθες… γιατί αυτό το έρεβος στα μάτια σου;
Κάποια τα μετάνιωσα, άλλα όχι. Από όλα μόνο ένα με βασανίζει: ποτέ μου δεν τόλμησα να σου πω όλη την αλήθεια. Αντιθέτως, σου είπα τα πάντα εκτός από την βαθύτερη αλήθεια μου: σκέψεις, όνειρα, αποτυχίες, αναμνήσεις, προβληματισμούς, τραύματα, ψέματα… και ανάμεσα σε όλα αυτά πολλές βαριές σιωπές. Εκεί ακριβώς κρυβόμουν, στις σκιές αυτών των σιωπών. Ίσως γιατί περίμενα να βουτήξεις εκεί για να με ψάξεις.
Κατά βάθος ήξερες, απλά δεν σε ένοιαζε να μάθεις.
Την κρυμμένη μου αλήθεια δεν σου την είπα ποτέ ευθέως, ποτέ με λέξεις ούτε με πράξεις. Γιατί φοβόμουν. Πολύ. Δεν ήθελα να σε χάσω.
Αστείο… πώς φοβάσαι να χάσεις κάποιον που ποτέ δεν είχες;
Το χειρότερό μου ήταν όταν έφευγες. Ή όταν έφευγα εγώ. Πραγματικά δεν το άντεχα. Ούτε αυτό θα μάθεις ποτέ: κάθε που χωρίζαμε, γυρνούσα κλεφτά και σε κοιτούσα. Να απομακρύνεσαι περπατώντας. Να βάζεις μπρος την μηχανή πριν εξαφανιστείς στην άσφαλτο. Την σκιά σου από το παράθυρο του σπιτιού σου. Μου κοβόταν η ανάσα. Κι ας μην σου το έδειχνα. Μόνο αν κοιτούσες βαθιά στα μάτια μου θα το έβλεπες. Μόνο αν ένιωθες την πίκρα στην άκρη της γλώσσας μου πριν σου πω ‘τα λέμε’. Μόνο αν άκουγες το πρώτο μου βήμα που σερνόταν στο πρώτο σου σκαλοπάτι για την έξοδο.
Πόνεσα. Πόνεσα πολύ. Για σένα. Από σένα. Περισσότερο από όσο άντεχα. Παραπάνω από όσο άξιζα. Ίσως… πιο πολύ κι από όσο εσύ ο ίδιος σκόπευες να με πληγώσεις. Έτσι ήταν η φύση σου. Έτσι είχες μάθει. Οτιδήποτε εκτός των ορίων σου σε απωθούσε -ειδικότερα όταν η καρδούλα σου δεν χτυπούσε δυνατά για αυτό. Δεν βαδίζαμε στο ίδιο μήκος κύματος, αλλιώς θα είχαμε πιάσει την ίδια συχνότητα.
Πόνεσα ανεπανόρθωτα όταν εκείνη η τρυφερή λάμψη στα μάτια σου που έφερε το όνομά μου έσβησε. Με χτύπησε σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Τότε ήξερα ότι είχες φύγει. Και μαζί σου αυτό το εμείς που μας περίμενε στην άκρη της πόρτας μου.
Δεν ξέρω τι κάνεις απόψε. Δεν θα μάθω ποτέ αν κοιμάσαι ή αν ξαγρυπνάς παλεύοντας με τους εφιάλτες σου.
Εγώ βγήκα. Μόνη.
Έχει μια ψύχρα που μου αρέσει. Δεν μιλάω. Δεν καπνίζω. Μόνο θυμάμαι. Και γράφω. Με τη βροχή να φιλά το πεζοδρόμιο. Και το φεγγάρι να με παρακολουθεί θλιμμένα. Πότε για έμπνευση, πότε για ψυχαγωγία.
Και πίνω για εμένα, εσένα κι εμάς… που δεν υπήρξαμε ποτέ.
Μάργκω
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
