Κοίταξε για μία ακόμη φορά το ρολόι στο αριστερό της χέρι. Κόντευε δέκα. Της είχε πει πως θα ήταν εκεί στις εννέα. Ήταν συνηθισμένη στις καθυστερήσεις του, αλλά αν αργούσε λίγο ακόμη, θα έχαναν την πτήση. Και δεν ήθελε να την χάσουν, ήταν το πρώτο τους ταξίδι και το περίμενε πώς και πώς.
Περπάτησε με αργά βήματα προς τον καναπέ, κάθισε, πήρε στα χέρια της το κινητό της και ξεκλείδωσε την οθόνη. Ούτε μήνυμα, ούτε κλήση, ούτε ειδοποίηση. Αναστέναξε απογοητευμένη. Αν δεν εμφανιζόταν στο επόμενο μισάωρο, δεν υπήρχε περίπτωση να προλάβουν να πάνε στο αεροδρόμιο. Σκέφτηκε για μια στιγμή να του τηλεφωνήσει, λογικά θα έπρεπε να είναι στο δρόμο. Κι αν δεν είναι; αμέσως το μετάνιωσε κι άφησε το κινητό στο τραπεζάκι.
Ξανακοίταξε το ρολόι της, οι δείκτες προχωρούσαν αργά, λες κι έπαιζαν με την υπομονή της. “Άντε ρε Γιώργο, που να πάρει! Πού είσαι!”, είπε με δυνατή φωνή, θαρρείς και θα έπαιρνε απάντηση.
Το κινητό της χτύπησε και το πήρε αμέσως στα χέρια της. Ήταν εκείνος.
-Έλα, πού…
-…..
-Πότε; Είναι σοβαρό;
-…..
-Πού να πάω μόνη μου, ρε Γιώργο; Με δουλεύεις;
-…..
-Ναι. Γεια.
Έκλεισε το τηλέφωνο κι έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα να κοιτάζει την οθόνη. Έβγαλε με νευρικές κινήσεις τις γόβες που φορούσε, πετώντας τες στον απέναντι τοίχο.
Ήχος μηνύματος. “Θα επανορθώσω. Σ’ αγαπώ”. Διάβασε το μήνυμα, κάτι πήγε ν’ απαντήσει, μα αμέσως το μετάνιωσε. Άφησε το κινητό στο τραπεζάκι κι έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της. “Έπρεπε να το περιμένεις!”, μάλωσε δυνατά τον εαυτό της. “Έπρεπε να το περιμένεις, ηλίθια!”, είπε ακόμη πιο δυνατά.
Ήχος μηνύματος. “Μη θυμώνεις! Κι εγώ το ήθελα αυτό το ταξίδι. Σου υπόσχομαι πως θα το κανονίσουμε σύντομα. Σε λατρεύω!”.
Τα ίδια! Ξανά!
“Σ’ αγαπώ” που μένουν στα λόγια και δεν γίνονται πράξεις.
Αναβολές επί αναβολών, πάνω σε δακρύβρεχτες υποσχέσεις.
Και μοναξιά… μια απέραντη μοναξιά, στην οποία ήταν βυθισμένη τρία χρόνια τώρα.
Ήταν παντρεμένος όταν τον γνώρισε. Δεν το ήξερε απ’ την αρχή, της το ομολόγησε έξι μήνες περίπου μετά τη γνωριμία τους κι ενώ εκείνη ήταν ήδη τρελά ερωτευμένη μαζί του. Μέχρι τότε, δεν είχε ιδέα για τη διπλή ζωή του.
Παντρεμένος με μια γυναίκα παράξενη, κρύα, παράλογη. Μια γυναίκα που θα τον απομάκρυνε απ’ τα παιδιά του αν την άφηνε -πήγαιναν στο δημοτικό ακόμη και τα δυο. Μια γυναίκα που δεν ξάπλωναν καν στο ίδιο κρεβάτι από χρόνια. Ένας γάμος νεκρός, “για τα παιδιά”. Μια σχέση ανύπαρκτη, ένας αμοιβαίος συμβιβασμός… Έτσι της τα είχε παρουσιάσει όταν η Όλγα είχε δει κάποια σημάδια και τον είχε πιέσει για την αλήθεια. Είχε πέσει στα πόδια της και κλαίγοντας της εξομολογούνταν το “δράμα” του, παρακαλώντας την να μην τον αφήσει κι εκείνη, η μόνη γυναίκα που αγαπούσε.
Αν τον λυπήθηκε; Εκείνη τη στιγμή, όχι. Το μόνο που ήθελε ήταν να εξαφανιστεί από μπροστά της. Να φύγει και να μην ξαναγυρίσει.
Αν τον χώρισε; Τότε, ναι. Για δύο μήνες αρνούνταν να τον δει, να του μιλήσει, ακόμη και να του απαντήσει σε κάποιο μήνυμα.
Αν τον δέχτηκε πίσω; Μετά, ναι. Γιατί τον αγαπούσε τόσο, που αφέθηκε να παραμυθιάσει τον εαυτό της πως εκείνη αγαπούσε, πως έλεγε αλήθεια για τη γυναίκα του, πως το μόνο που τον ένοιαζε ήταν τα παιδιά του.
Αν ήξερε ότι έφταιγε; Φυσικά! Είχε πάψει από καιρό να τον κατηγορεί. Θύμα του ήταν, όσο δεν γνώριζε πως είχε οικογένεια. Απ’ τη στιγμή που το έμαθε, είχε γίνει συνένοχη στο έγκλημά του.
Ό,τι κι αν είχε γίνει, δεν είχε καταφέρει να τον μισήσει. Μόνο τον εαυτό της μισούσε που είχε πέσει τόσο χαμηλά, που του είχε επιτρέψει να την χρησιμοποιεί και να τη χειρίζεται, που είχε χάσει κάθε ίχνος αξιοπρέπειας. Τον εαυτό της μισούσε που δεχόταν να ζεσταίνει την ψυχή της μ’ ένα ρούχο δανεικό.
Ένα χρόνο πριν έμεινε έγκυος. Όταν του το είπε, εκείνος αντέδρασε άσχημα. Της είπε ότι ήταν λάθος το timing, ότι δεν είχε μιλήσει ακόμη στη γυναίκα του, ότι χρειαζόταν χρόνο να προετοιμάσει τα παιδιά…
– Κι αυτό το παιδί, Γιώργο; του είχε πει, δείχνοντάς του την κοιλιά της. Τόσο καιρό μου λες ότι θα τους μιλήσεις και θα χωρίσετε! Μου υπόσχεσαι πως θα μείνουμε μαζί!
– Θέλω να με καταλάβεις, Όλγα! Τα παιδιά είναι σε δύσκολη ηλικία, χρειάζονται προσεχτικούς χειρισμούς και..
– Είμαι έγκυος Γιώργο! Μέσα μου έχω το παιδί σου! του είχε πει κλαίγοντας και χτυπώντας τον στο στήθος με τα χέρια της
Κι εκείνος την αγκάλιαζε κι έκλαιγαν μαζί. Και της υποσχόταν πως θα τους μιλήσει, θα τα ξεκαθαρίσει όλα, αλλά δεν ήταν έτοιμος. Την αγαπούσε, αλλά έπρεπε να προστατεύσει την ψυχολογία των παιδιών. Πως λίγο αργότερα, θα… κι είπε πάλι αμέτρητα “θα”, που η λογική της Όλγας έλεγε πως ήταν ακόμη μερικές κούφιες υποσχέσεις, μα η καρδιά της ψιθύριζε: “κι αν αυτή τη φορά λέει την αλήθεια;”. Κι η Όλγα, για μία ακόμη φορά ακολούθησε την καρδιά της…
Ένας χρόνος είχε περάσει από εκείνη τη μέρα που πήγαν μαζί σ’ εκείνη την ψυχρή κλινική. Ένας χρόνος που με κλάματα είχε σταθεί στο πλάι της σ’ όλη τη διαδικασία και την φιλούσε, λέγοντάς της πως από εκεί και πέρα όλα θα άλλαζαν. Αν άλλαξαν; Ναι, βρήκε τρόπο να κοιμάται κάποια βράδια το μήνα στο σπίτι της. Κατάφερναν να πηγαίνουν κάποια μονοήμερη οι δυο τους, μία στο τόσο. Και είχαν κανονίσει να πάνε κι ένα τριήμερο στο Παρίσι. “Δώρο για τα τρία χρόνια που μου έκανες δώρο”, της είχε πει. Κι εκείνη για μία ακόμη φορά, σαν ηλίθιο κοριτσόπουλο, είχε “λιώσει” που τη σκέφτηκε, κλωτσώντας επιδέξια απ’ το μυαλό της την ενοχλητική σκέψη για το ότι ενθουσιαζόταν με τα ψίχουλα που της πετούσε.
Σηκώθηκε όρθια και με αργά βήματα έφτασε στην πόρτα και κοίταξε τη βαλίτσα της. Πόσο ενθουσιασμένη ήταν όταν την έφτιαχνε! Με πόση χαρά περίμενε τη στιγμή που θα την πάρει τηλέφωνο να της πει να κατέβει! Πόσες φορές είχε φανταστεί τις βόλτες στους στον Πύργο του Άιφελ, στο Λούβρο, στα Ηλύσια Πεδία… Δεν είχε πάει ποτέ της στο Παρίσι και ήταν όνειρό της και να που κατάφερε ο Γιώργος να της το κάνει κι αυτό εφιάλτη. Να μείνει πάλι στο σπίτι να κλαίει και να πονάει για τις λάθος επιλογές της. Να μείνει στα σκοτάδια που διάλεξε να ζει, αντί να βολτάρει στην Πόλη του Φωτός.
Στάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα και κοίταξε τη γεμάτη βαλίτσα. Δίπλα της, πεταμένες οι γόβες που είχε βγάλει λίγο πριν. Κοίταξε το ρολόι στο αριστερό της χέρι. Αν έβρισκε αμέσως ταξί, θα προλάβαινε την πτήση. Μόνη της; Μόνη της! Και μαζί του που ήταν, μόνη της δεν ήταν;
Το ταξίδι στο Παρίσι δεν ήταν όπως το είχε ονειρευτεί. Δεν ήταν γεμάτο με φιλιά, αγκαλιές και καυτές βραδιές. Ήταν όμως γεμάτο βόλτες, ψώνια και έναν αέρα ελευθερίας κι ηρεμίας που δεν ήξερε πόσο είχε ανάγκη τελικά. Ήταν μόλις τρεις μέρες, μα ήταν αρκετές για να την κάνουν να συνειδητοποιήσει πόσα λάθη είχε κάνει, πόσο πολύ υποτίμησε τον εαυτό της και πόσο καταπάτησε τις αρχές της, για έναν άνθρωπο που το μόνο που τον ένοιαζε ήταν ο εαυτός του. Δεν ήθελε να κατηγορήσει το Γιώργο, από ένα σημείο και μετά ήταν απόλυτα ξεκάθαρα τα δικά του θέλω. Τον εαυτό της κατηγορούσε, μα όσες φορές κι αν τον δίκασε, τα όσα πέρασε μάλλον μετρούσαν για έκτιση ποινής. Και πια, αφού είχε πληρώσει για το “έγκλημά” της, μπορούσε να ζήσει ελεύθερη. Γιατί αυτό ακριβώς σκόπευε να κάνει.
Δεν του ξαναμίλησε ποτέ. Δεν απάντησε ποτέ στο τηλέφωνο και στα μηνύματά του. Δεν άνοιξε ποτέ την πόρτα της στα επίμονα κουδουνίσματά του. Τον ξερίζωσε απ’ την καρδιά της, μα όσο επίπονο κι αν ήταν αυτό, έπρεπε να γίνει για να καταφέρει να επιβιώσει.
***
Τέσσερα χρόνια είχαν περάσει από εκείνο το ταξίδι. Η Όλγα στεκόταν μπροστά σε μια βιτρίνα, όταν μια γνώριμη φιγούρα τράβηξε το βλέμμα της. Ήταν εκείνος. Όμορφος και γοητευτικός όπως τότε. Και… παντρεμένος όπως τότε. Δίπλα του οι γιοι του, που είχαν μεγαλώσει αρκετά και στο πλευρό του η γυναίκα του. Το βλέμμα της Όλγας έπεσε στην στρογγυλή κοιλίτσα της. Για μια στιγμή ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά.
Τις σκέψεις της διέκοψε η αγκαλιά του Γιάννη, που πήγε πίσω της και της έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο λαιμό.
– Πάμε να πιούμε μια ζεστή σοκολάτα; Έχεις παγώσει!
– Ναι! χαμογέλασε αυθόρμητα και χώθηκε μέσα στα χέρια του. Στην αγκαλιά του. Σε μια αγκαλιά δική της. Μόνο δική της. Γιατί μόνο όταν κάτι είναι αποκλειστικά δικό σου μπορεί να ζεστάνει στ’ αλήθεια την καρδιά σου. Ένα ρούχο ταγμένο σε σένα, όχι ρούχο δανεικό…
Κική Γιοβανοπούλου
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
