«Έπρεπε να σου έχω πει νωρίτερα την αλήθεια, μπαμπά. Πίστευα πως δεν θα άντεχες να μάθεις ότι αυτός ήταν που σκότωσε τους γονείς του Πέτρου…»
«Ήσουν μικρή, πήρες μια λάθος απόφαση. Εγώ είχα την ευθύνη του. Όχι εσύ. Δεν μπορώ να σε κατηγορήσω για το δικό μου βάρος»
«Μακάρι να ήταν αλλιώς τα πράγματα, μπαμπά»
«Δεν ήξερα καν ότι ζούσε εδώ, νόμιζα ότι είχε φύγει από την πόλη εδώ και χρόνια»
«Και εγώ το ίδιο. Τον είχα δει τυχαία μια φορά. Δεν μου μίλησε. Μετά είδα το αυτοκίνητό του στην εφημερίδα, στη φωτογραφία από το δυστύχημα. Τότε υποψιάστηκα ότι ίσως ήταν αυτός. Εκείνο το βράδυ, πήγα στο νοσοκομείο και ζήτησα να τον αναγνωρίσω. Είχε αλλάξει το επώνυμό του. Στάθηκα πάνω από το σώμα του και είπα ψέματα ότι δεν τον ξέρω. Θεέ μου! Τι έκανα…»
«Δεν θα πήγαινε ποτέ το μυαλό μου σε αυτόν. Πώς άντεχες να το κρύβεις τόσα χρόνια;»
«Με σκότωνε και εμένα λίγο λίγο κάθε μέρα. Όσο περνούσαν τα χρόνια, το έθαβα και πιο βαθιά μέσα μου. Στην αρχή για εσένα, για να μην πληγωθείς. Για τον Πέτρο, για να δέχεται την βοήθειά σου και να μπορείς να τον στηρίζεις. Αν ήξερε, δεν θα ήθελε τίποτα από εμάς. Θα ήταν μόνος. Και όσο περνούσε ο καιρός… Τον ερωτεύτηκα, μπαμπά. Τώρα προτιμώ να πεθάνω παρά να το μάθει»
«Έλα, μην το λες αυτό. Εύχομαι να ήταν αλλιώς τα πράγματα. Μακάρι να ζούσε. Να ήταν και οι τρεις εδώ. Όλα θα ήταν διαφορετικά. Εγώ φταίω που δεν ήμουν καλός πατέρας. Συγχώρα με. Έκανα πολλά λάθη στην ζωή μου. Αλλά αυτό μας στοίχισε περισσότερο από όλα. Σε παρακαλώ όμως, πρέπει να του πεις την αλήθεια»
Αυτή ήταν η τελευταία κουβέντα του Χριστόφορου αφού έμαθε τι πραγματικά είχε συμβεί. Οι τύψεις τον κατέκλυσαν και αγκάλιασε σφιχτά την Αέλια. Ο γάμος της με τον Ρομπέρτο δεν έπρεπε να γίνει και θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να την βοηθήσει.
****
Δύο μέρες πριν το τέλος της άνοιξης, η έπαυλη ετοιμάστηκε να υποδεχτεί τους πρώτους καλεσμένους που έφτασαν για τον περιβόητο γάμο. Η Ναταλί, που δεν ήξερε τίποτα λόγω της υγείας της, περιφερόταν ολόχαρη και φιλούσε σταυρωτά τους επισκέπτες.
Πριν την βραδινή έξοδο, το γραφείο του Χριστόφορου έγινε το καταφύγιο των αντρών που συζητούσαν και έπαιζαν σκάκι, προκειμένου να αποφύγουν τον τυφώνα που παρέσερνε φορέματα, τσάντες και αρώματα στον επάνω όροφο όπου ετοιμάζονταν τα κορίτσια.
Το βράδυ εκείνο είχε έναν παράξενο αέρα. Έκατσαν στην βεράντα του μπαρ και η Αέλια παρακολουθούσε τα τερτίπια της μητέρας φύσης.
«Ιδιαίτερη νύχτα απόψε», είπε η Στέλλα.
«Μυρίζει μπαρούτι. Το θέμα είναι ποιος θα καεί;», ρώτησε η Αναστασία.
«Θα τα καταφέρουμε, κορίτσια», τις ενθάρρυνε η Κική και σήκωσε το ποτήρι της.
«Δεν θα το έκανα χωρίς εσάς στο πλάι μου, ευχαριστώ που με στηρίξατε μέχρι εδώ»
«Πάντα θα είμαστε δίπλα σου, Αέλια. Η μία για την άλλη»
«Ο Πέτρος; Πότε θα έρθει;», ρώτησε η Αναστασία και χαιρέτισε τα αγόρια που έφτασαν.
«Ήταν δύσκολο ματ. Συγγνώμη για την καθυστέρηση», τους διέκοψε ο Ιωάννης.
«Δύο ουίσκι», παρήγγειλε ο Ιάσωνας και φίλησε το χέρι της Στέλλας. «Είστε πανέμορφες κορίτσια απόψε. Δεν σας ενόχλησε κανείς στον δρόμο;»
«Κάθε Ιταλός γυρνούσε στο πέρασμά μας!», γέλασαν τα κορίτσια.
«Αύριο είναι η παραμονή του γάμου. Θα κάνουμε κανονικά την πρόβα. Είμαστε σύμφωνοι;», ρώτησε ο Ιωάννης και σήκωσε τα μανίκια του.
«Ναι, όλα όπως τα είπαμε», κούνησε το κεφάλι η Αέλια.
«Δεν μας είπες. Ο Πέτρος θα είναι αύριο στην πρόβα;»
«Ο Πέτρος δεν θα έρθει»
Άρχισαν μονομιάς τις ερωτήσεις και τις υποθέσεις αλλά η Αέλια τους διέκοψε.
«Τελείωσε. Δεν γινόταν αλλιώς»
«Του το είπες;», ρώτησε διστακτικά η Κική. «Πώς νιώθεις, του το είπες;»
«Ναι και δεν πήρα αντίστοιχη απάντηση»
«Μήπως φοβήθηκε ότι…»
«Όχι άλλες υποθέσεις. Είναι όλα τόσο μπερδεμένα που ήθελα έστω αυτό να είναι ξεκάθαρο. Αν φοβήθηκε κάτι αυτό ήταν να μου πει ότι δεν νιώθει όπως εγώ»
«Ο Πέτρος ήταν δίπλα σου σε όλα, αποκλείεται να δείλιασε τώρα. Αν ήξερε τι ετοιμάζουμε…», ξαφνιάστηκαν τα αγόρια.
«Κι όμως, δείλιασε», σηκώθηκε από το τραπέζι ζητώντας συγνώμη. «Επιστρέφω σε λίγο», καθάρισε την φωνή της και απομακρύνθηκε.
«Τόσες γυναίκες πέρασαν από την ζωή του, ίσως δεν μπορεί να δοθεί σε μία τελικά», ψιθύρισαν τα κορίτσια μεταξύ τους.
«Σας ακούμε! Μπορεί να την αγαπάει αλλά να είναι κάτι πάνω από τις δυνάμεις του», τον υπερασπίστηκαν τα αγόρια.
«Εσείς τα αγόρια αμέσως να τον δικαιολογήσετε», κούνησε το δάχτυλο η Αναστασία.
«Εσείς τα κορίτσια δεν τον συμπαθήσατε ποτέ, παραδεχτείτε το!»
«Στην αρχή πιστεύαμε ότι έφτανε ένας από τους δύο να κάνει πίσω σε κάποια θέματα. Αλλά είναι τέτοια η διαφορά τους που χρειάζεται μεγάλη υπέρβαση»
«Όταν αγαπάς δεν υπάρχουν διαφορές, σωστά;», σκούντησέ τον Ιωάννη.
«Ναι, κορίτσια. Διαφορές ταξικές, οικονομικές, μπαίνουν στην άκρη όταν υπάρχει έρωτας»
«Είναι δύο άνθρωποι που μεγάλωσαν μαζί αλλά οι συνθήκες ήρθαν έτσι που χωρίστηκαν για χρόνια. Γαλουχήθηκαν διαφορετικά. Η Αέλια ήταν γεννημένη να ηγείται. Μπορεί να έπεσε στα χέρια του Ρομπέρτο και να έχασε τον εαυτό της, αλλά ξανασηκώθηκε. Ο Πέτρος δεν θέλει να σηκωθεί ξανά. Έχει αφεθεί να ανέχεται την μοίρα του»
«Ναι, αλλά η Αέλια δεν είναι τύπος που επηρεάζεται από αυτά, δεν τον αντιμετώπισε διαφορετικά από εμάς, έτσι δεν είναι;»
«Ναι, Ιάσωνά μου. Αλλά ο Πέτρος;»
«Εκείνος μπορεί να το έβλεπε σαν εμπόδιο, να ένιωθε μειονεκτικά απέναντί της και αυτό πάντα να τον έτρωγε. Και τώρα να βλέπει ότι το τείχος έχει υψωθεί τόσο πολύ που δεν μπορεί να το περάσει για να φτάσει κοντά της»
«Αυτό που θέλουμε να πούμε, είναι ότι ο Πέτρος πήγαινε πάντα με τους δικούς του ρυθμούς και φαίνεται πως τώρα δεν μπορεί να πάρει τα ινία, δεν έχει τέτοια πυγμή. Και τώρα χρειάζεται δράση!»
«Καταλάβαμε πού το πάτε», είπαν τα αγόρια που είδαν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να αρχίσουν να συμφωνούν μαζί τους.
«Θέληση έχει», πρόσθεσε η Αναστασία. «Αλλά δεν φτάνει σε μια τέτοια στιγμή. Πόσο να περιμένει η Αέλια μέχρι εκείνος να αποφασίσει να παλέψει;»
Σταμάτησαν την κουβέντα όταν είδαν την Αέλια να πλησιάζει στο τραπέζι. Άλλαξαν γρήγορα θέμα και άρχισαν να μιλούν περί ανέμων και υδάτων. Η Αέλια ακούμπησε το κινητό της δίπλα στο ποτήρι της και τότε είδε το μήνυμά του. Δεν έκανε τον κόπο να το διαβάσει.
****
Πίσω στην Ελλάδα, ο αγαπημένος τους δίσκος έπαιζε για μια ακόμη νύχτα. Ο Πέτρος άφησε και αυτός το κινητό του δίπλα στο ποτήρι με το ουίσκι του. Της άφησε ξανά μήνυμα λέγοντας όσα δεν είχε το θάρρος να της πει από κοντά κοιτώντας την στα μάτια.
Έρωτας. Ακούστηκε σε χίλια χείλια και έκαψε χίλιες καρδιές. Σκοτώνει αργά μα κανείς δεν τον κατηγορεί. Υμνείται και δοξάζεται με δάκρυα και πόνο. Κάνει τα βράδια αφόρητα και αδειάζει τα ποτήρια και τις ψυχές. Νύχτες ατελείωτες και σκέψεις πολυταξιδεμένες. Φαντάζομαι ότι έρχεσαι κοντά μου και ένα φιλί σου φτάνει να ξεψυχήσω. Πόσους τέτοιους χτύπους να αντέξει η καρδιά; Πώς να την κάνω να λέει το όνομά σου χωρίς να πονάει;
****
Μία ημέρα πριν την τελετή του γάμου, οι τέσσερις φίλες με κατάλευκες τουαλέτες, επίτηδες διαλεγμένες σε αυτό το χρώμα, στέκονταν κοντά στην πισίνα, έξω από ένα μικρό πέτρινο αντίγραφο ανοιχτού θεάτρου, πίνοντας την σαμπάνια τους. Σε μια από τις αίθουσες με τους μεγάλους πολυελαίους, τους αναγεννησιακούς πίνακες και τα επιτραπέζια φωτιστικά πάνω στους μπουφέδες, προσφέρθηκε δείπνο με ιταλικές δημιουργίες. Οι καλεσμένοι χαιρέτησαν την μέλλουσα νύφη και κάθισαν στις προκαθορισμένες θέσεις.
Η Αέλια έβλεπε την κενή θέση δίπλα της με ανακούφιση. Ο Ρομπέρτο δεν είχε έρθει. Κοιτούσε προς την είσοδο μήπως και άκουγε τους τροχούς του αμαξιδίου. Ήθελε να έμπαινε μέσα ο Πέτρος και να την έψαχνε με το βλέμμα του, τόσο γοητευτικό όπως πάντα το θυμόταν. Θα φορούσε το αγαπημένο της γκρι κοστούμι. Έκλεισε τα μάτια της να σταματήσει να ονειρεύεται ξύπνια.
Η οικογένειά της κάλυψε την απουσία του Ρομπέρτο με μια από τις δικές του δικαιολογίες, τον φόρτο εργασίας. Η Ναταλί είχε αρχίσει να έχει υποψίες και όλο πλησίαζε την Αέλια να μάθει τι συμβαίνει αλλά εκείνη την καθησύχαζε. Της υποσχέθηκε ότι ο Ρομπέρτο θα έκανε θεαματική εμφάνιση την επόμενη ημέρα.
Μετά το τέλος του δείπνου, ανέβηκαν τις ξύλινες σκάλες που οδηγούσαν στα δωμάτια με τις μπαρόκ ταπετσαρίες και τις βαριές κουρτίνες όπου θα έμεναν εκείνη τη νύχτα.
Εκείνο το βράδυ, η Αέλια στριφογύριζε στο κρεβάτι όπως στριφογύριζαν και οι σκέψεις της για τον Πέτρο. Αναστατωμένες, καυτές, με δάκρυα από ιδρώτα και μυρωδιές από δαχτυλίδια καπνού.
Το πρωί, ο ήλιος έτσουξε τα μάτια της και σκεπάστηκε με το σεντόνι για να κρυφτεί από το φως. Χαμογέλασε στα κορίτσια της όταν ήρθαν για πρωινό στο δωμάτιο και έφαγαν μαζί συζητώντας και απαντώντας σε τηλεφωνήματα.
Το νυφικό, σε στενή γραμμή με δαντελένια λουλούδια, ήταν κρεμασμένο στην ντουλάπα. Το τούλινο πέπλο ήταν κεντημένο και έφτανε μέχρι την άκρη του νυφικού. Ράφτηκαν τρία ακόμα για τα κορίτσια, όπως τα σχεδίασε η Αέλια και τα έραψε η Ναταλί, τόσο υπέροχα και μοναδικά λες και νεράιδες τα ύφαιναν μυστικά μαζί τους.
Ήταν έτοιμες πια να μπουν στην στολισμένη με κρίνα λιμουζίνα και να πάνε στην εκκλησία να συναντήσουν τον Ρομπέρτο.
****
Πίσω στην Ελλάδα, η πόρτα χτυπούσε μανιωδώς εκείνο το πρωί και η θεία Χριστίνα βγήκε γρήγορα από το μπάνιο.
«Ανοίγω εγώ!»
«Είναι έτοιμος;», φώναξαν όλοι μαζί οι φίλοι του και ξεχύθηκαν στο διαμέρισμα.
«Τι κάνετε εδώ;», ρώτησε ο Πέτρος που έτρωγε στην κουζίνα. Παρατήρησε την θεία του που φόρεσε ένα αμπιγέ σκούρο μπλε φόρεμα με ασορτί εσάρπα στους ώμους. «Πού θα πάτε ντυμένοι έτσι;»
«Ξέχασες τι μέρα είναι σήμερα;», είπε η Σου και ίσιωσε την φράντζα στο μέτωπό της.
«Το κοστούμι του είναι έτοιμο;», ρώτησε ο Τόνι.
«Ναι, κρέμεται στην ντουλάπα», απάντησε η Χριστίνα βάζοντας τις ταυτότητες στην τσάντα της.
«Θα έρθεις με το αμαξίδιο ή με τις πατερίτσες;», ρώτησε ο Τάκης.
«Θα μου πείτε τι συμβαίνει;», σηκώθηκε ο Πέτρος και στηρίχτηκε με τα χέρια του στο τραπέζι. Είχε αρχίσει ξανά να περπατά αλλά η αυτοπεποίθησή του τον κρατούσε πίσω για ακόμη μια φορά.
«Θα χάσουμε την πτήση!»
«Ήρθαμε και εμείς!», αναφώνησαν ταυτόχρονα οι ξαδέρφες του μπαίνοντας από την ανοιχτή πόρτα.
«Είμαι μεγάλος πια για αυτά», μουρμούρισε ο Τέο, ο μπάρμαν από το Μακαντέμια, που δεν μπορούσε και αυτός να λείπει από την παρέα. Ξεπρόβαλε λαχανιασμένος από πίσω τους πιάνοντας τα γόνατά του.
«Έλα, Πέτρο, θα αργήσουμε!»
«Πόση ώρα έχουμε;», ρώτησε η Κάτια.
«Έπρεπε να είμαστε ήδη στον δρόμο», απάντησε ο Κωστής.
«Δώσε του τα παπούτσια!»
«Η γραβάτα είναι χαλαρή!»
«Κλειδιά, κινητά, εισιτήρια, έτοιμα. Φεύγουμε!», φώναξε ο Τόνι.
«Θα χωρέσουμε όλοι;»
«Έχουμε καλό οδηγό», είπε ο Τόνι κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Ήταν δύσκολο να βρουν μεταφορικό να τους χωρέσει όλους και έτσι κατέφυγαν σε μια ανορθόδοξη λύση.
«Πάτερ;», ξαφνιάστηκε ο Πέτρος.
«Καλημέρα σε όλους. Φορέστε τις ζώνες σας», είπε ο ιερέας και έβαλε μπρος το μίνι βαν της ενορίας.
«Πάμε παιδιά, έχουμε έναν γάμο να σταματήσουμε!»
CC
Συνεχίζεται…

One response to “Αέλια – Μέρος 10ο”
[…] Προηγούμενο […]