Ο Νίκος κατέβηκε εκείνο το πρωί στην πλατεία, για να πιει το καφεδάκι του. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και η ησυχία απλωνόταν. Κάθε Κυριακή πρωί έτσι ήταν. Η πόλη ακόμα κοιμόταν. Του άρεσε αυτή η μέρα της εβδομάδας. Κάθισε στο γνώριμο καφενεδάκι και άρχισε να ξεφυλλίζει την εφημερίδα του. Στα αυτιά του έφταναν οι ήχοι από τα τιτιβίσματα των πουλιών στα εναπομείναντα δέντρα της τσιμεντούπολης. Ξαφνικά άκουσε μια φωνή, “Νίκο, εσύ είσαι;”. Σηκώνοντας το κεφάλι του από την εφημερίδα, το βλέμμα του συνάντησε μια καλοβαλμένη, ηλικιωμένη γυναίκα, που την αναγνώρισε αμέσως. “Κύρια Ευφραιμία, πόσα χρόνια!”. Σηκώθηκε να της δώσει το χέρι του και εκείνη τον αγκάλιασε με έκδηλη τη χαρά της. “Πόσο καιρό έχω να σε δω!”, του είπε. “Από τότε που πέθανε η μάνα μου”, της απάντησε. “Καθίστε να κεράσω έναν καφέ”, της είπε και εκείνη αμέσως δέχτηκε.
Η κυρία Ευφραιμία ήταν γειτόνισσα από την παλιά του γειτονιά και την ήξερε από μικρό παιδί. Άρχισαν να μιλάνε για την παλιά του γειτονιά, μια όαση γραφικότητας στο γκρίζο της πόλης. Θυμήθηκαν γεγονότα και πρόσωπα από το παρελθόν. “Μα βρε Νίκο μου, εσύ λίγα τετράγωνα πιο κάτω μένεις, αλλά δεν έρχεσαι ποτέ να μας δεις”. “Μμμ ισχύει. Λίγα τετράγωνα, αλλά με τις υποχρεώσεις όλο μπλέκω και όλο λέω θα κάνω αυτό, εκείνο, το άλλο… και τελικά τα μισά και παραπάνω μένουν πίσω”, ανταπάντησε ο Νίκος.
Η συζήτηση συνεχίστηκε πολύ ευχάριστα γύρω από τα περασμένα και η ώρα κύλησε. Η κυρία Ευφραιμία σηκώθηκε να φύγει και ο Νίκος της έδωσε την υπόσχεση ότι θα πήγαινε σύντομα στην παλιά γειτονιά να δει όσους γείτονες είχαν απομείνει από τα παλιά. Όταν έμεινε μόνος του, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του, αλλά ένα βάρος πλάκωσε την καρδιά του.
Το βάρος τον ακολούθησε και στο σπίτι. Μιλώντας στο τηλέφωνο με το κολλητό του περιέγραψε τι ένιωθε και εξέφρασε την απορία του. “Σήμερα ήταν όλα πολύ ήσυχα και η συνάντηση με την παλιά μου γειτόνισσα με έκανε να χαρώ. Όμως μια θλίψη με βαραίνει”, είπε. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε με το ανεξήγητο συναίσθημα και είδε ένα όμορφο όνειρο. Είδε τη μάνα του, που ήταν πεθαμένη, να μαγειρεύει στην κουζίνα του πατρικού του και να του χαμόγελα. Είδε τον ίδιο να την αγκαλιάζει, να κόβει ένα κομμάτι από το φρέσκο ψωμί και να φεύγει τρέχοντας, για να συναντήσει τα παιδιά της γειτονιάς. Είδε να παίζει μπάλα στην απλωσιά, είδε τους γείτονες να φωνάζουν ‘ησυχία’, είδε τον πατέρα του να γυρίζει σπίτι και τον ίδιο να τρέχει ξοπίσω του για το μεσημεριανό. Τους είδε καθισμένους όλους γύρω από το τραπέζι. Κάπου εκεί ξύπνησε κλαίγοντας. “Πόσο ωραίο όνειρο! Μακάρι να γυρνούσε για λίγο ο χρόνος πίσω, να ξαναγινόμουν παιδί, να ξαναήμασταν όλοι μαζί”, σκέφτηκε και τα δάκρυα έτρεχαν.
Βαρύς και λυπημένος σηκώθηκε να πάει στη δουλειά. Το όνειρο τον είχε στοιχειώσει. Κάπως έτσι πέρασαν και οι επόμενες μέρες. Η Κυριακή έφτασε και ο Νίκος σκέφτηκε να πάει μια βόλτα από την παλιά του γειτονιά. Ανηφόρισε λοιπόν στην πόλη και βρέθηκε στα γνώριμα σοκάκια. Όταν πλησίαζε στο πατρικό του, συνάντησε παλιούς γείτονες που τον αγκάλιαζαν και του έλεγαν πόσο τους λείπει. Τα χέρια του, φτάνοντας στο παλιό του σπίτι, ίδρωσαν και έτρεμαν καθώς άνοιγε την πόρτα. Στο εσωτερικό όλα ήταν τακτοποιημένα σε σημείο που νόμιζε ότι κάποιος τον περιμένει. “Η κυρία Λίτσα έχει κάνει πολύ ωραία δουλειά”, σκέφτηκε για την κοπέλα που φρόντιζε το σπίτι.
Αφού χάζεψε τα αντικείμενα, βγήκε στο μπαλκόνι. Έκατσε σε μια καρέκλα και έπινε τον καφέ του απολαμβάνοντας τη θέα. Σαν σε παραζάλη, είδε τον εαυτό του πολύ νέο να συναντά εκείνη. Ένιωσε καρδιοχτύπι και αναμονή σαν την έβλεπε να πλησιάζει. Είδε τις αγκαλιές τους, ένιωσε τη χαρά του, βίωσε τη θλίψη του τότε. Θυμήθηκε πόσο πολύ είχε ερωτευτεί για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του. Περνούσαν πολύ καλά μαζί, αλλά εκείνη συχνά τον αποθάρρυνε, όταν εκείνος ήθελε να μιλά για τη ζωή του, να δένεται μαζί της. Σα να προσπαθούσε να ολοκληρώσει κάτι και εκείνη δεν τον άφηνε.
Είδε να γελάνε, είδε να κολυμπούν, είδε να της λέει ότι έπρεπε να χωρίσουν. Πόσο τον πόνεσε αυτό. Τότε δεν το κατάλαβε, γιατί είχε μια ζωή μπροστά. “Θα ξαναερωτευτώ”, σκεφτόταν. Έκοψε μαζί της κάθε επαφή και ακόμα και όταν μετά από χρόνια εκείνη προσπάθησε να τον προσεγγίσει, εκείνος αρνήθηκε. Σε εκείνο το μπαλκόνι είδε τον εαυτό του να διαλύεται από τις απώλειες που του έφερε η ζωή. Είδε την ανάγκη να την πάρει τηλέφωνο. “Νίκοοο”, άκουσε μια φωνή, που διέκοψε το ταξίδι. Κοίταξε κάτω από το μπαλκόνι και είδε τον Πέτρο, τον κολλητό των παιδικών του χρόνων. “Πέτρο, κατεβαίνω να σου ανοίξω”, του είπε.
Οι παλιοί φίλοι αγκαλιάστηκαν σφιχτά. Ο Πέτρος του είπε ότι απορούσε που δεν ερχόταν καθόλου στη γειτονιά και που στο φινάλε νοίκιαζε σπίτι, ενώ είχε το πατρικό του. Επίσης του τόνισε ότι ιδιαίτερα απορούσε και στενοχωριόταν, που πλέον δεν είχαν καμία επαφή. Εκείνη την ώρα ο Νίκος δεν είχε καμία απάντηση. “Έτσι τα έφερε η ζωή, αλλά συνεχίζω να αγαπώ αυτή τη γειτονιά και εσένα σε θεωρώ φίλο καρδιάς, απλά άλλαξαν οι συνθήκες”, είπε κομπιάζοντας. “ Τις συνθήκες εμείς τις φτιάχνουμε και είχαμε κάποτε ορκιστεί ότι θα είμαστε για πάντα φίλοι”, είπε ο Πέτρος. “Μα είμαστε”, ανταπάντησε ο Νίκος.
Η συζήτηση συνεχίστηκε με αναφορές στο παρελθόν αλλά και στο παρόν. Φεύγοντας, ο Νίκος υποσχέθηκε στον Πέτρο ότι θα τα πούνε σύντομα. Εκείνο το μεσημέρι, σα να έφυγε από τα μάτια του ένα πέπλο που τον εμπόδιζε να δει. Είδε την άρνησή του να αντιμετωπίσει τον πόνο όσων, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έφυγαν από τη ζωή του. Ένιωσε τα αδιέξοδα συναισθήματα του παρελθόντος, την ανημποριά του να αποδειχτεί τις καταστάσεις και έβρισε την επιθυμία του να μη θυμάται τίποτα από όσα χάθηκαν. “Αυτή η άρνησή μου έδιωξε από τη σκέψη μου και όλα τα υπέροχα που έχω ζήσει και μου διέκοψε τη δυνατότητα της συνέχειας σε όσα μου έχουν απομείνει”.
Μέσα σε οκτώ μέρες από τη συνάντηση με την κυρία Ευφραιμία, έλυσε ένα μεγάλο ζήτημα για τον ίδιο. Τον επόμενο μήνα μετακόμισε στο πατρικό του και κάλεσε τους παλιούς και νέους φίλους του να πιούν για το καλό. Χάρηκε που το σπίτι αυτό πήρε πάλι ζωή. Ένιωσε μεγάλη χαρά και εκείνο το βράδυ ήταν σα το σπίτι να του σιγοτραγουδούσε γλυκιές μελωδίες.
Το σπίτι του ξύπνησε αναμνήσεις πολλές. Στην κουζίνα μύριζε τη μυρωδιά από τα γαλακτομπούρεκα που έφτιαχνε η μάνα του, στο σαλόνι άκουγε τον εαυτό του να παίζει κιθάρα, στο δωμάτιό του έβλεπε τον εαυτό του ξαπλωμένο να μιλάει ώρες ατελείωτες στο τηλέφωνο και να καπνίζει κρυφά και στην είσοδο έβλεπε τον πατέρα του να μπαίνει με κουτί γεμάτο γλυκά. “Πω πω πόσα είχα ξεχάσει!”, σκεφτόταν. Ο αρχικός πόνος των αναμνήσεων έγινε με τον καιρό χαμόγελο.
Κάποιες μέρες μετά τη μετακόμισή του, αποφάσισε να μιλήσει και σε εκείνη. Το τηλέφωνό της το βρήκε εύκολα. “Παρακαλώ”, άκουσε μια φωνή, “να μην παρακαλάς καθόλου, απλά πες ώρα και έρχομαι να σε πάρω”, απάντησε, όπως ακριβώς της απαντούσε και τότε. “Νίκο!”, αναφώνησε εκείνη, “με αναγνώρισες λοιπόν!” της είπε, “κανείς άλλος δε θα με έπαιρνε από τα μούτρα” του είπε. “Από τότε αυτό το ύφος είχες”, συμπλήρωσε.
Την επόμενη μέρα κιόλας συναντήθηκαν. Ο Νίκος πέρασε από το σπίτι της και την πήρε, όπως της είχε πει. Είχαν μεγαλώσει αρκετά και οι δύο και λευκές τούφες είχαν κάνει την εμφάνισή τους. “Μεγάλωσες βρε!”, του είπε χαμογελώντας του, “εσύ ίδια κούκλα με τότε” της είπε, “άσε τα σάπια ρε γεροντοπαλίκαρο!”, αναφώνησε εκείνη. Ψέματα δεν της έλεγε όμως. Έτσι την έβλεπε, εξάλλου τα μάτια της ήταν ολόιδια με τότε.
Κατηφόρισαν στους ίδιους δρόμους τους χθες, που τώρα όμως τους έβλεπαν με διαφορετικό βλέμμα, ή μάλλον είχαν το βλέμμα του παρόντος, που το ομόρφαινε το βίωμα του παρελθόντος. Πέρασαν πολύ ευχάριστα όση ώρα έκατσαν μαζί. “Σε θέλω στη ζωή μου”, της είπε και συμπλήρωσε “δεν ξέρω σε ποια μορφή σχέσης, αλλά σε θέλω στη ζωή μου”, “άργησες, αλλά το κατάλαβες”, του απάντησε χαμογελώντας.
Μετά από αυτή, ακολούθησαν και άλλες συναντήσεις. Η ζωή αυτή τη φορά τους οδηγούσε σε νέο μονοπάτι. Και οι δύο αποφάσισαν ότι ο μεγάλος έρωτας του χθες, έγινε μια μεγάλη αγάπη του σήμερα, χωρίς να ξέρουν πού θα οδηγήσει όλο αυτό και χωρίς διάθεση να πιέσουν τα πράγματα. Είχαν και οι δύο μεγαλώσει για να πιστεύουν στις πιέσεις και στα πρέπει και γιατί και οι δύο ήξεραν πλέον καλά ότι στον έρωτα και στη ζωή πάμε και όπου βγει. Η μόνη υπόσχεση που έδωσαν ήταν να μην ξαναχαλάσουν τη ζωή τους με την επιλογή της οδυνηρής απουσίας του ενός από τη ζωή του άλλου. Ακόμα και αν ο πόθος εξανεμιζόταν, ακόμα και αν το ερωτικό ενδιαφέρον χανόταν, αυτοί θα έμεναν για πάντα δύο ξεχωριστοί φίλοι.
Μετά από όσα συνέβησαν, η ζωή του Νίκου άλλαξε και τις Κυριακές. Πλέον συνήθιζε να πηγαίνει για καφέ και να τρώει μαζί με τους φίλους του. Ξαφνικά, η ήσυχη ζωή του γέμισε γλυκούς θορύβους και αυτό του άρεσε πάρα πολύ. Την κυρία Ευφραιμία την έβλεπε κάθε μέρα πια και μέσα του ευγνωμονούσε που τη συνάντησε εκείνη την Κυριακή.
Πλέον δεν φοβόταν να θυμάται αυτούς που έφυγαν, γιατί με κάποιο τρόπο μιλούσαν μέσα στην ίδια του την ψυχή, ήταν μέσα του. Αποδέχτηκε τα δάκρυα που όφειλε στον εαυτό του για όσα προσπάθησε να αγνοήσει, να θάψει, με την ελπίδα ότι δε θα πονούσε. Η άρνηση του πόνου τον έβλαψε, γιατί τελικά το παρελθόν τον είχε διαμορφώσει. Για χρόνια πίστευε ότι ήταν άνθρωπος στενάχωρος, όμως από τη στιγμή που έλυσε τα θέματά του με το παρελθόν και το κοίταξε κατάματα, κατάλαβε ότι ο ίδιος είχε δημιουργήσει μέσα του ένα χάσμα, που το κάλυπτε με θλίψη. Όρκο πήρε ότι από εκεί και πέρα στη ζωή θα παρέμενε στο παιχνίδι, όσες ανατροπές και αν αυτή του επιφύλασσε.
Υ.Γ. Τους λογαριασμούς με το παρελθόν οφείλουμε να τους αποπληρώνουμε και κάπως έτσι μαθαίνουμε να αντιμετωπίζουμε τον πόνο, που είναι τελικά αναπόφευκτος, αλλα και να βλέπουμε τα λάθη, που πρέπει να αποφεύγουμε. Ο πόνος και τα λάθη είμαστε εμείς.
Φωτεινή Νικολοπούλου
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

One response to “Μια τυχαία συνάντηση”
[…] Μια τυχαία συνάντηση Κράτα μου το χέρι αν τολμάς […]