Θα γίνει του… τσουρεκιού

Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος, άρχισαν οι αναρτήσεις για τα τσουρέκια του Πάσχα. Θα νόμιζε κανείς ότι γίνεται ένας εγχώριος διαγωνισμός, να μην πω και διεθνής, για το ποια συνταγή είναι η καλύτερη. Κάθε ζαχαροπλάστης ή μάγειρας που σέβεται τον εαυτό του, θα ανεβάσει τουλάχιστον δύο συνταγές, μία για αρχάριους, σαν την φίλη μας και μία για προχωρημένους. Μαζί με τις εκατοντάδες νηστίσιμες συνταγές που κυκλοφορούν από την αρχή της Μεγάλης Σαρακοστής και έχουν σώσει τόσο κόσμο που νηστεύει, ένα λαχταριστό τσουρέκι ξεπροβάλλει στην οθόνη. Κι εκεί που έχεις αρχίσει να συνηθίζεις στην ιδέα της αφαγίας, μπαίνεις στον πειρασμό λες και δεν έφταναν όλοι οι υπόλοιποι που σε χτυπούν σαν χταπόδι, ειδικά τέτοιες μέρες!

“Αχ να είχα και ένα τσουρεκάκι στρογγυλό και ζεστό να βουτήξω στον καφέ μου…”. Αυτά και άλλα πολλά περνούν από το μυαλό όσων νηστεύουν στην περίοδο της νηστείας. Λογισμοί να δεις. Και έρχεται στην λίστα και ο διαγωνισμός τσουρεκιού. Πεθεράς VS νύφης ή φίλη VS κουμπάρας… αφήστε, ένας αόρατος πόλεμος ξεσπάει τέτοιες μέρες! Ας δούμε τι συμβαίνει στο σπίτι της φίλης μας, της Αννούλας…

Η κοπέλα αυτή είναι παντρεμένη εδώ και λίγο καιρό με έναν εξαιρετικό κύριο. Αυτός έχει όλα τα προσόντα που ονειρεύεται μία γυναίκα. Διαθέτει μία αρρενωπή εμφάνιση, έχει καλή δουλειά και προσέχει την γυναίκα του. Ένα ελάττωμα έχει μόνο. Ποιο; Έχει και μάνα! Τι δηλαδή, θα είχε φυτρώσει ή θα τον είχε φέρει ο πελαργός; Όχι βέβαια. Φυσικά θα έχει μάνα και τι μάνα, Πολίτισσα! Δηλαδή είναι από την Κωνσταντινούπολη! Αχ αυτή η Βασιλεύουσα, δεν λέω, υποκλίνομαι στην ιστορία της, στο παρελθόν της, στην κουλτούρα της, στα παλάτια της, στα φαγητά της, αλλά αδελφέ μου έχει και κάτι πεθερές…

Έτσι και η φίλη μας, η Αννούλα, έχει και αυτή όλα τα προσόντα. Όμορφη, νέα, δουλευταρού, νοικοκυρά, προσέχει τον άντρα της, αλλά έχει ένα ελάττωμα: Δεν ξέρει να φτιάχνει τσουρέκια!

Τι όλεθρος! Όταν ο Σπύρος ανακοίνωσε στην μάνα του ότι έχει βρει επιτέλους μία γυναίκα για να νοικοκυρευτεί και αυτός, η μάνα του ρώτησε ευθέως:
-Είναι Ρωμιά ή Ελληνίδα; αντί να ρωτήσει αν είναι καλή κοπέλα ή να πει ‘Μπράβο γιέ μου, να είσαι γερός και ευτυχισμένος’.
Και πέρασε και στο παρασύνθημα ρωτώντας με το ύφος της πεθεράς, ξέρετε εσείς.
-Ντολμαδάκια βρε θα σου φτιάχνει ή είναι καμία ακαμάτρα; Και το πιο σπουδαίο, από τσουρέκια πώς τα πάει; Ξέρει τίποτα ή θα σας τα φτιάχνω εγώ η ταλαίπωρη; Βρε δε με λυπάσαι καθόλου; Γερνάω, δεν το βλέπεις; Ως πότε θα σου μαγειρεύω;

Ο Σπύρος έκανε τον σταυρό του. Τι να κάνει άλλο για να διώξει το κακό το μάτι ή μάλλον τον κακό τον λόγο; Την ήξερε την μάνα του καλά, αλλά ότι θα άρχιζε τις ευχές με αυτόν τον τρόπο, ούτε που του είχε περάσει από το μυαλό. Τώρα κατάλαβε τον συγχωρεμένο τον πατέρα του που έφυγε ξαφνικά από καρδιά ένα βράδυ λίγο μετά το Πάσχα του 2005. Πώς να αντέξει η δόλια καρδιά τόσα χρόνια με την γυναίκα του και την γκρίνια της;

-Άκου μάνα και βάλτο καλά στο μυαλό σου. Ελληνίδα είναι η κοπέλα και μάλιστα από τις πολύ καλές. Αν ήθελα Ρωμιά θα την είχα πάρει ήδη, σαν και αυτή που μου προξένευες τόσα χρόνια. Μην νομίζεις ότι δεν είχα καταλάβει τι σκάρωνες με την φιλενάδα σου πίσω από την πλάτη μου. Την μελλοντική μου γυναίκα την λένε Άννα, είναι από την Αθήνα, γέννημα θρέμμα, έχει καλή δουλειά, είναι δασκάλα σε δημοτικό σχολείο, οι γονείς της εκπαιδευτικοί και αυτοί. Όχι, δεν ξέρει να φτιάχνει ντολμαδάκια και πόσο μάλλον τσουρέκια. Φτιάχνει καταπληκτική ομελέτα όμως.

Τι ήταν να το πει αυτό: Τι λόγια βγήκαν από το στόμα του γιού της που τον τάιζε με τα καλύτερα φαγητά τόσα χρόνια! “Πάει, νηστικός θα μου μένει! Άκου Ελληνίδα, άκου ομελέτα!”.
Η κυρά Ματίνα ήταν όμως έξυπνη, αντί να περάσει στην επίθεση, πήρε το χαριτωμένο της ύφος και ρώτησε τον κανακάρη της:
-Είναι τουλάχιστον φρέσκα τα αυγά όταν σου φτιάχνει την ομελέτα της; Μην πάθεις και τίποτα από κανένα τζούφιο αυγό.

Έτσι έγινε ο γάμος της Αννούλας και του Σπύρου, στην εκκλησία της Παναγίτσας στο Παλαιό Φάληρο, γιατί είναι γνωστό ότι οι περισσότεροι Πολίτες σε αυτήν την παραθαλάσσια περιοχή μένουν.

Έγινε ένας γάμος με τα όλα του! Η κυρία πεθερά είχε φορέσει, όχι μόνο τα καλά της, αλλά είχε βάλει και ένα καπελίνο στα μαλλιά, σαν την βασίλισσα Ελισάβετ έμοιαζε. Ναι, την είχε σαν πρότυπο, ό,τι φόραγε η Μεγαλειότατη ήθελε να το φοράει κι αυτή. Ταγιέρ, καπέλα, γάντια, τσάντα και παπούτσια ασορτί. Κίτρινο φόραγε η Ελισσάβετ, κίτρινο κι αυτή, σαν λεμόνι στο δέντρο έμοιαζε. Οι λεμονανθοί της έλειπαν από τα μαλλιά.

Όλο το Φάληρο μιλούσε για τον γάμο, για τον όμορφο γαμπρό που έχασαν οι άλλες γυναίκες μέσα από τα χέρια τους, για τα φαγητά στην δεξίωση και άλλα πολλά. Για την νύφη τίποτα! Αχ καημένη μου Αννούλα, τι σε περιμένει!

Πέρασε ο πρώτος χειμώνας και ήρθε η Μεγάλη Σαρακοστή. Με το που έφτασε η Καθαρή Δευτέρα, στην οποία διαδραματίστηκε η πρώτη μάχη μεταξύ των δύο γυναικών, γιατί η Αννούλα ντολμαδάκια δεν ήξερε να φτιάχνει. Και πήγε η πεθερά στο σπίτι να φάει μαζί τους και κράταγε την μεγάλη πιατέλα, αυτήν από πορσελάνη με την χρυσή μπορντούρα, που την είχε φέρει από την Πόλη, πνιγμένη στους ντολμάδες.
-Σας έφερα και λίγα γιαπράκια, αναφώνησε με ύφος επτά καρδιναλίων η πεθερούλα. Πού να φτιάξεις εσύ καημένη μου, ξέρεις; Δεν ξέρεις! Ο Σπύρος μου τα αγαπάει πολύ, ξέρεις.
‘Τι λίγα’, σκέφτηκε η νεόνυμφη, ‘ξεχειλίζουν από την πιατέλα και θα τρέχουν να κρυφτούν από τα σαγόνια της’.
-Ευχαριστώ πολύ μητέρα, απάντησε με τρεμάμενη φωνή η γυναίκα.

Η πεθερά κάθισε στην κεφαλή του τραπεζιού σαν να ήταν ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, έριξε μία δολοφονική ματιά στα εδέσματα και είπε με το γνωστό ύφος της:
-Μα καλά τόσα λίγα έχετε σήμερα; Πού είναι οι γαρίδες, τα φασόλια πιάζ, ταραμοσαλάτα δεν έχει; Δεν πιστεύω να είναι με πατάτα; Τι; Έτοιμη είναι;
Τι να πει η καλή νύφη, “να, ξέρετε δεν πρόλαβα να φτιάξω, άλλη φορά όμως θα σας την έχω”.
Έτσι πέρασε η πρώτη μπόρα και πολύ σύντομα ήρθε και η δεύτερη.

Η Μεγάλη Εβδομάδα μπήκε και μαζί με αυτήν και ο εφιάλτης!
-Φαντάζομαι ότι θα φτιάξεις και κουλούρια και φυσικά τσουρέκια. Για κόκκινα αυγά δεν ρωτάω, είναι δεδομένο ή μήπως στο σπίτι σας δεν βάφατε και τα αγοράζατε από το σούπερ μάρκετ;
Η Άννα ξεροκατάπιε, “όχι καλέ μητέρα, αυτά τα φτιάχναμε κάθε Μεγάλη Πέμπτη, τηρούσαμε το έθιμο ξέρετε, τα ίδια έχουμε και εμείς εδώ στην Αθήνα”.

Τι να κάνει η νυφούλα, άνοιξε τον τσελεμεντέ της μάνας της, κοίταξε ένα εκατομμύριο συνταγές για τσουρέκια και κατέληξε σε αυτή που την βόλευε καλύτερα. Είχε γίνει χαμός με αυτήν την συνταγή.
Ήταν εκείνη με το ζαχαρούχο γάλα. Φυσικά θα είχε και εξτρά ζάχαρη, αλλά εκείνη σκέφτηκε να βάλει λίγο παραπάνω να τα κάνει γλυκά, σερμπέτι .
-Μην βάλεις πολύ ζάχαρη γλυκιά μου, γιατί η μάνα μου έχει ζάχαρο και προσέχει λίγο, εντάξει; Φεύγω τώρα για το γραφείο, σε αφήνω, καλή επιτυχία αγάπη. Είμαι σίγουρος ότι θα τα πετύχεις.
Έφυγε ο ανυποψίαστος άντρας δίνοντας της ένα φιλάκι κατά το σύνηθες.

‘Χα, χα ήρθε η ώρα της εκδίκησης. Πόση ζάχαρη λέει η συνταγή; Ένα ζαχαρούχο και δύο κυπελάκια; Τρία θα βάλω, να μην σου πω τέσσερα’, σκέφτηκε η Αννούλα μας.
Και τα πρώτα σύννεφα του πολέμου έσκασαν πάνω από το κεφάλι της Αννούλας. Φόρεσε την ποδιά της, σήκωσε τα μανίκια, μάζεψε τα μαλλιά της και άρχισε την ετοιμασία σύμφωνα με τις οδηγίες.

Έκανε το προζύμι, έβαλε μετά τα υπόλοιπα υλικά και περίμενε να φουσκώσει το ζυμάρι. Η επιτυχία ήταν εξασφαλισμένη. Τα τσουρέκια πλάστηκαν με χάρη, με τρεις πλεξούδες παρακαλώ, σαν εκείνες που τις έφτιαχνε η μανούλα της κάθε πρωί στο Δημοτικό. Τα πασπάλισε με κομμένες φέτες αμύγδαλο και ψήθηκαν στον προθερμασμένο φούρνο. Ούτε που κούνησε από την κουζίνα, τα έβλεπε να ψήνονται και η χαρά της ήταν αμέτρητη. Μόλις βγήκαν, περίμενε να κρυώσουν και τα τύλιξε με μεμβράνη. Έπειτα τα στόλισε με μία κόκκινη κορδέλα και τα έβαλε στο κόκκινο καλάθι που είχε ετοιμάσει για την πεθερούλα της.

Κουλούρια, αυγά και τσουρέκια ήταν έτοιμα για να ευχαριστήσουν την μητερούλα. Θα της το έστελνε με τον άντρα της, να χαρεί και αυτός που η γυναίκα του είχε φτιάξει τόσα πολλά για την μάνα.
Μετά σήκωσε το τηλέφωνο και κάλεσε το περίφημο ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς της που το έχουν και αυτό Πολίτες.
-Καλημέρα σας, είμαι η Άννα, η κόρη του Κυρίου Αντρέα, που σας έρχεται κάθε Κυριακή και παίρνει το ωραίο σας γαλακτομπούρεκο; Ναι, αυτή είμαι. Τσουρέκια έχετε; Από τα ωραία τα δικά σας τα πολίτικα; Ωραία, θα μου κρατήσετε δύο λαχταριστά τσουρέκια, αν είναι δυνατόν να τα περιποιηθείτε, παρακαλώ. Ευχαριστώ πολύ.
Και η φίλη μας βρήκε την λύση τουλάχιστον για φέτος, θα απολαύσει πολίτικο τσουρέκι με τα όλα του, με τις ίνες του, την ωραία υφή του και τα αρώματά του ,το πρωινό της Κυριακής του Πάσχα μαζί με τον ελληνικό καφέ, με το καϊμάκι του και τις φουσκάλες.

Όσο για την πεθερά εκείνη την ημέρα, αφού ήπιε τον καφέ της και έφαγε τρεις φέτες από το τσουρέκι της νυφούλας της, μέτρησε το ζάχαρό της και είχε δυόμιση, σχεδόν τρία!
‘Μπα σε καλό μου πρωί, πρωί! Μήπως να αρχίσω να πίνω τον καφέ μου σκέτο;’, σκέφτηκε από μέσα της κάνοντας τον σταυρό της.

Όσο για την Άννα και τον άντρα της, απόλαυσαν τα δικά τους τσουρέκια με το καφεδάκι τους και ο Σπύρος ενθουσιάστηκε πολύ.
-Μπράβο αγάπη, τα πέτυχες, είμαι περήφανος για σένα. Είμαι σίγουρος ότι το ίδιο θα είναι και η μάνα μου.
‘Μμμμ. Μην είσαι τόσο σίγουρος’, σκέφτηκε από μέσα της και ένα γελάκι σαν εκείνο του διαβολάκου έσκασε στα καλοσχηματισμένα χείλια της.

-Μα φυσικά, πώς ήταν δυνατόν να μην την ευχαριστήσω; Αφού ξέρω πόσο με αγαπάει. Είναι αμοιβαία τα αισθήματα. Και του χρόνου αγάπη μου, να ξαναφτιάξω. Ίσως να έχουμε και κάποιον άλλο μαζί μας, πού ξέρεις.
-Τι εννοείς; Δηλαδή θα έχουμε μωρό;
-Ναι καλέ μου, θα είμαστε τρεις!, του απάντησε η Άννα και έτρεξε να χωθεί στην αγκαλιά του άντρα της.
-Αχ τι χαρά μου έδωσες τέτοια μέρα! Πόσο θα χαρεί και η μάνα μου, κι αν είναι κορίτσι και την βγάλουμε Ματίνα, ουυυυ. Θα τρελαθεί διπλά!
‘Ωχ, τι με περιμένει!’, σκέφτηκε η Άννα. ‘Αφού αν είναι κορίτσι το όνομα το παίρνει από την πλευρά της μάνας. Σαν να μου φαίνεται ότι θα ξεσπάσει ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Τρέμε Τραμπ, δεν την φτάνεις την πεθερά μου ούτε στο μικρό σου δακτυλάκι!’.

-Ναι γλυκέ μου, κάτσε να γεννηθεί πρώτα και βλέπουμε. (Σιγά μην σε αφήσω να την βγάλεις Ματίνα). Ό,τι πεις αγάπη μου, σου χαλάω εγώ χατίρι; Μα τι ωραίο τσουρέκι έφτιαξα, μπράβο μου! Και του χρόνου!
(Αχ, τι ζαχαροπλάστης είναι αυτός! Από την Πόλη είναι;)

Δήμητρα Καμπόλη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading