Η Αριάδνη, αγνοώντας επιδεικτικά τον Γρηγόρη που παρέμενε κρυμμένος ως τότε από τη μεγάλη πολυθρόνα, προχώρησε προς τα παράθυρα. Άρχισε να τα κλείνει, να τ’ ασφαλίζει και να τραβά τις κουρτίνες νευρικά, βυθίζοντας το δωμάτιο στο σκοτάδι και αφήνοντάς τον αποσβολωμένο.
«Τελειώσαμε για σήμερα!», φώναξε δυνατά «Πίστη, ετοιμάσου! Θα βγούμε!»
«Πού θα πάτε πάλι; Θα τα πω όλα στην κυρία!», ακούστηκε η στριγκιά φωνή από την κουζίνα. Η Αριάδνη ένιωσε το αίμα ν’ ανεβαίνει στο κεφάλι της. Έξι χρόνια σπουδών στην Ελβετία πήγαν περίπατο, καθώς άνοιξε με φόρα την πόρτα της κουζίνας και κάρφωσε με το βλέμμα την ηλικιωμένη γυναίκα, που καθόταν στο τραπέζι δαγκώνοντας ένα παξιμάδι βουτηγμένο στον καφέ.
«Εγώ είμαι η κυρία αυτού του σπιτιού!», είπε με σταθερή, οριακά συγκρατημένη φωνή κι έκλεισε με τόση δύναμη την πόρτα, που κομμάτια σοβάδες έπεσαν από την κάσα.
Ο Γρηγόρης άκουσε το αγκομαχητό της μηχανής του αυτοκινήτου να σταματά μπροστά στην εξώπορτά τους και δύο ζευγάρια τακούνια ν’ ανεβαίνουν γοργά το πλακόστρωτο μονοπάτι. Τα βήματα κατευθύνθηκαν στο πίσω μέρος του σπιτιού, μπήκαν από την κουζίνα και ανέβηκαν βιαστικά τα ξύλινα σκαλοπάτια. Έσφιξε τα χείλη, προσπαθώντας να συγκρατήσει την απογοήτευσή του. Ήταν φανερό πως η νεαρή σύζυγός του προτίμησε και πάλι τη σιωπή.
Η αλήθεια είναι πως, μέχρι τότε, πίστευε πως αυτό ήταν προτέρημα, καθώς τόσο καιρό, δεν τον ενοχλούσε. Έτρωγε μόνη της, ξάπλωνε μόνη της, έβγαινε μόνη της… Θα μπορούσες να πεις ότι απλά υπήρχε άλλη μια υπηρέτρια στο σπίτι, μόνο που είχε και τον ρόλο της πρόθυμης και πανέμορφης ερωμένης. Ένιωσε το κορμί του ν’ αναστατώνεται στη σκέψη. Σήμερα όμως, η Αριάδνη το έκανε ξεκάθαρο σε όλους τους, προς έκπληξή του, ότι δε θα ανεχόταν αυτόν τον ρόλο για πολύ.
Ανέβηκε τα σκαλοπάτια βαρύθυμος. Από την ώρα που άκουσε όλα αυτά κι εκείνη έφυγε, το κεφάλι του είχε πάρει φωτιά. Την είχε άραγε τόσο παρεξηγήσει, που μέχρι τότε τη θεωρούσε μια άψυχη ανόητη κούκλα; Αν κάποιος, στο κάτω κάτω, έπρεπε να βρίσκει βαρετό τον άλλον, ήταν αυτός! Αυτή ποτέ δεν άνοιγε το στόμα της να μιλήσει, να εκφέρει μια γνώμη, βρε αδερφέ! Άνοιξε την πόρτα του υπνοδωματίου τους διστακτικά. Του πήρε λίγο χρόνο να συνειδητοποιήσει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Η Αριάδνη δεν τον περίμενε, ως συνήθως, ξαπλωμένη στο κρεβάτι τους. Πού ήταν; Η πόρτα του δωματίου επισκεπτών άνοιξε πίσω του και η Πίστη βγήκε φουριόζα, μα πάγωσε μόλις τον αντίκρισε, σχεδόν κόλλησε στον τοίχο. “Τι σημαίνει αυτό;”, αναρωτήθηκε, καθώς την κάρφωσε με το κουκουβαγίσιο βλέμμα του. Εκείνη άρχισε να τραυλίζει πως η Αριάδνη ήταν άρρωστη και, για να μην τον κολλήσει, θα κοιμόταν στον ξενώνα. Έπειτα, το έβαλε στα πόδια. Ο Γρηγόρης όρμησε στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσει, ξαφνιάζοντας την Αριάδνη που ετοιμαζόταν να σβήσει τη λάμπα. Την πλησίασε με μεγάλα βήματα και κόλλησε σχεδόν το πρόσωπό του στο δικό της.
«Ακόμη και αν είσαι άρρωστη, ακόμη και αν είμαι άρρωστος, πάντα θα κοιμόμαστε στο ίδιο κρεβάτι, κατάλαβες;», έγρουξε φανερά εκνευρισμένος. Η Αριάδνη τον κοίταξε σκοτεινιασμένη και ξαφνικά κόλλησε τον δείκτη της στο σημείο που έσμιγε τα φρύδια του, σαστίζοντάς τον.
«Κατάλαβα», είπε ψυχρά κι έκανε να σηκωθεί, μα ο Γρηγόρης άπλωσε τα χέρια του ανάμεσα στα σεντόνια, την ανασήκωσε στην αγκαλιά του και τη μετέφερε στο υπνοδωμάτιό τους αποσβολώνοντάς τη.
«Έχεις ρίγος;», τη ρώτησε ψιθυριστά έπειτα από λίγο.
«Τσου, δεν έβαλα θερμοφόρα να ζεστάνω το κρεβάτι και τώρ…», δεν πρόλαβε ν’ αποσώσει τον λόγο της. Ο Γρηγόρης άπλωσε τα χέρια του και την τράβηξε πάνω του, τυλίγοντάς τη με το ζεστό κορμί του.
Θα μπορούσε να είναι αυτή η πρώτη νύχτα που κοιμόντουσαν αγκαλιά, όμως στην πραγματικότητα κανένας από τους δύο δεν έκλεισε μάτι. Η Αριάδνη, γιατί ένιωθε ανίκανη να καταλάβει τι σήμαινε αυτή η ξαφνική εγγύτητα. Είχε περάσει όλο το απόγευμα υπομένοντας το κήρυγμα της μητέρας της για ακόμη μία φορά, για το πώς έπρεπε να φέρεται στον διαλεγμένο από αυτούς, πολύτιμο γαμπρό τους. Τι έπρεπε να λέει και τι να κάνει. Και παρόλο που τους είχε ζητήσει επανειλημμένως να παραμείνει στο σπίτι τους για το βράδυ, εκείνοι στην ουσία την είχαν διώξει. Άσε που σε κάθε ερώτημα που έθετε στη μητέρα της, η απάντησή της ήταν: «Γιατί έτσι είναι!». Ο πατέρας της ήταν, βέβαια, πάντα αυθόρμητος και ομιλητικός, το ακριβώς αντίθετο του Γρηγόρη που, ίσως λόγω της μόρφωσής του στη Γερμανία, ήταν πάντα κλειστός και απόμακρος. Έπρεπε, λοιπόν, να το αποδεχτεί και να συμβιβαστεί; Έπρεπε, όπως της έλεγε η Πίστη, να δέχεται αδιαμαρτύρητα και δίχως πολλή σκέψη ό,τι της πρόσφερε; Ήταν, άραγε, αυτό αγκαλιά ή απλά μια πρακτική κίνηση; Γιατί δεν την είχε αφήσει να κοιμηθεί αλλού; Χίλια θορυβώδη ερωτήματα…
Ο Γρηγόρης όμως δεν είχε χρόνο για σκέψεις, καθώς όλο το βράδυ πάλευε με βόες και βοές, προσπαθώντας να συγκρατήσει το κορμί του, να μην προδοθεί ότι την ήθελε. Το αίμα του βούιζε σαν ποτάμι μετά τη βροχή και η καρδιά του βροντοχτυπούσε σαν κύμα που χτυπά στα βράχια μέρα καταιγίδας. Κι όμως, δεν μπορούσε να την αφήσει, δεν ήθελε να την αφήσει…
Η Πίστη είχε ήδη ξυπνήσει κι ετοίμαζε το τραπέζι, όταν κατέβηκε η Αριάδνη κάτω. Και οι δύο φαίνονταν άγρυπνες και μουδιασμένες.
«Τι έγινε χθες το βράδυ;», τη ρώτησε ψιθυριστά η Πίστη, κοιτώντας πάνω από τον ώμο της.
Η Αριάδνη ανασήκωσε τους ώμους της.
«Η γριά καρακάξα πού είναι;», τη ρώτησε για ν’ αλλάξει θέμα.
«Την έστειλα στη μητέρα μου…», απάντησε ο Γρηγόρης ξαφνιάζοντάς τες και κάθισε.
Η Πίστη τον σέρβιρε τρέμοντας και η Αριάδνη κάθισε απέναντί του, ως συνήθως, αποφεύγοντας το βλέμμα του.
«Θα τα καταφέρετε οι δυο σας με την οργάνωση της γιορτής;», τις ρώτησε ο Γρηγόρης, πιο πολύ για να πει κάτι.
«Ναι», απάντησε ξερά η Αριάδνη «Πρέπει, βέβαια, να ψωνίσουμε… και…»
«Δεν πρόκειται να δώσω άλλα λεφτά!», είπε δύστροπα ο Γρηγόρης. «Είναι υποχρέωσή σου, ως σύζυγος, να είχες κάνει τα κουμάντα σου. Εσύ όμως προτιμούσες να πληρώνεις δύο υπηρέτριες, αντί να μου μιλήσεις! Είσαι υπεύθυνη, φρόντισε να μη γίνω ρεζίλι!», έκρωξε εκνευρισμένος.
Η Αριάδνη κάτι έκανε να πει, μα τα χείλη της έγιναν μια λεπτή γραμμή και τον κοίταξε απογοητευμένη. Ο Γρηγόρης ένιωσε αμηχανία, σηκώθηκε κι έφυγε όσο πιο σύντομα μπορούσε.
«Πώς το κάνει αυτό, μου λες;», ρώτησε η Αριάδνη έπειτα από λίγο, κοιτώντας την Πίστη με δακρυσμένα μάτια. Εκείνη απέφυγε να της απαντήσει.
O Γρηγόρης μπήκε στο ζαχαροπλαστείο «Ηνωμένα Βουστάσια» στο κέντρο της Αθήνας και κατευθύνθηκε προς το βάθος, στο τραπέζι όπου καθόταν ο φίλος του μ’ έναν καλοβαλμένο όμορφο άντρα της μέσης ηλικίας. Εκείνος του έκανε νόημα να καθίσει, αλλά δεν μπήκε στη διαδικασία να τον συστήσει στον άλλο άντρα, μόνο συνέχισε τη χαμηλόφωνη συζήτησή τους, αν και σε υψηλούς τόνους. Ο άντρας κάποια στιγμή σηκώθηκε φανερά εκνευρισμένος και, γυρνώντας τους την πλάτη του, φώναξε, «Δε με νοιάζει πόσα, απλά κλείσε το θέμα!».
Ο Νίκος ξεφύσηξε εκνευρισμένος, έκανε να σηκωθεί και να τον σταματήσει, αλλά το μετάνιωσε, καθώς τον είδε να κοντοστέκεται και να μιλά με κάποια γυναίκα από το πάνω διάζωμα του μαγαζιού, που τον καλούσε κοντά της.
«Αδιόρθωτος», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του ο Νίκος, καθώς τον είδε ν’ ανεβαίνει τις σκάλες με ζωηρό βήμα.
«Ποιος είναι;», τον ρώτησε ο Γρηγόρης την ώρα που τον σέρβιραν.
«Δεν τον ξέρεις;». Ο Γρηγόρης του ένευσε αρνητικά. «Καλύτερα να μην τον μάθεις!»
«Γιατί;»
«Τον λένε Κανελλόπουλο…», είπε με ειρωνικό τόνο ο Νίκος.
«Ο γνωστός Κανελλόπουλος;», αναφώνησε ο Γρηγόρης κι ο Νίκος κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.
«Είμαι δικηγόρος του. Πραγματικά έχω βαρεθεί αυτό το ύφος, το υπεράνω! “Δε με νοιάζει πόσα!”», επανέλαβε με ύφος κοροϊδευτικό.
«Τι εννοείς;»
«Ο τύπος δεν έχει αφήσει θηλυκή γάτα σ’ όλη την Αθήνα. Τα τελευταία χρόνια αδυναμία του είναι οι παντρεμένες. Είναι πιο εύκολες και, μόλις τις βαρεθεί, τις ξαποστέλνει στους άντρες τους».
«Κι εκείνοι τις δέχονται;», ρώτησε ο Γρηγόρης χαμογελώντας ειρωνικά.
«Εννοείται! Βλέπεις, τις στέλνει πίσω, φορτωμένες…»
«Τι εννοείς;»
«Εννοώ ότι τον κυνηγάνε. Φημίζεται για τις ικανότητές του στα γλυκόλογα και στο κρεβάτι, αλλά και για τη γενναιοδωρία του. Όσο καιρό είναι μαζί τους, τους κάνει δώρα πανάκριβα φορέματα, κοσμήματα… Κι άμα θέλει να τις ξεφορτωθεί, τους γράφει ως και οικόπεδα, πληρώνει τα χρέη των συζύγων, φροντίζει για την οικονομική και…», έσκυψε πιο κοντά του, κοιτώντας με τρόπο πονηρό προς τη μεριά ενός καλοντυμένου ευτραφούς κυρίου με μεγάλα μουστάκια, «Και την πολιτική εξέλιξη των αντρών τους!», συνέχισε κι άναψε ένα τσιγάρο.
Εκείνη την ώρα, ο Νίκος είδε τον Κανελλόπουλο να κατεβαίνει από τη σκάλα πιασμένος αγκαζέ με μια νεαρή κοπέλα.
«Κοίτα τον!», προέτρεψε τον φίλο του. «Είναι απίστευτος!», είπε με συγκρατημένο θαυμασμό ο Νίκος. Μια καλοσχηματισμένη κοπέλα κατέβαινε λίγο πιο πίσω τους. Ο Κανελλόπουλος, με μια χαριτωμένη κίνηση, απαγκιστρώθηκε από τη συνοδό του και γύρισε προς το μέρος της, προτάσσοντας το μπράτσο του.
«Εμ, βέβαια, η κόρη του Κάντζου είναι ανύπαντρη και, για να συμπεριφέρεται έτσι, η άλλη είναι σίγουρα παντρεμένη…», μονολόγησε ο Νίκος. «Κι αν κρίνω από τη σπίθα στο βλέμμα του, σίγουρα την έχει βάλει στόχο». Η κοπέλα έκανε έναν ελιγμό, τινάζοντας τα σπαστά μαλλιά της για να τον αποφύγει με αρκετό νάζι, κι έπιασε το μπράτσο της φίλης της. Έπειτα γύρισε και χαμογέλασε στον Κανελλόπουλο, λέγοντάς του κάτι που τον έκανε να ξεκαρδιστεί στα γέλια, όπως και όσους ήταν γύρω τους. Το βλέμμα της συναντήθηκε με το σκληρό βλέμμα του Γρηγόρη, το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη της και ταραγμένη γύρισε την πλάτη της και βγήκε, σέρνοντας σχεδόν την άλλη κοπέλα.
«Αυτή δεν είναι η γυναίκα σου;», τραύλισε ο Νίκος, κοιτώντας ακόμα σαστισμένος κατά την πόρτα.
«Αυτή… Αυτή που με βρίσκει βαρετό και αδιάφορο…», μουρμούρισε μέσα από τα σφιγμένα δόντια του ο Γρηγόρης και τα φρύδια του ενώθηκαν σαν μονοκονδυλιά, κάνοντάς τον να φαντάζει τρομακτικός.
Αναστασία Χ.
Συνεχίζεται…
