Το σχέδιο είχε αποτύχει. Η Αέλια ήταν απελπισμένη. Δεν της έκανε καμία εντύπωση που τόσα χρόνια η αστυνομία δεν είχε καταφέρει να τον πιάσει. Ήταν καλυμμένος από παντού. Τελικά ίσως είχε δίκιο ο Ρομπέρτο. Ήταν όλοι τους ανόητοι που πίστευαν ότι θα καταφέρουν να τον παγιδέψουν. Σχημάτιζε την υπογραφή της όταν ο Ρομπέρτο έξαλλος ούρλιαξε την αλήθεια.
«Τους σκότωσε ο αδερφός της!»
«Κάθαρμα!», φώναξε η Αέλια και έσκισε στα δύο το συμβόλαιο.
«Αέλια, είναι αλήθεια;»
«Πέτρο… Συγγνώμη», είπε ντροπιασμένη νιώθοντας όλα τα μάτια πάνω της.
Άκουγε την θεία την Χριστίνα να ξεσπά σε κλάματα και τους υπόλοιπους να μουρμουρίζουν μεταξύ τους. Τα κορίτσια από έξω άκουγαν τις φωνές και χτυπούσαν δυνατά την πόρτα. Ο Πέτρος πήγε και πήρε στην αγκαλιά του την Αέλια και κοίταξε τον Ρομπέρτο που έβγαζε καπνούς από τον θυμό του.
«Τι είναι αυτή πια και της συγχωρείς τα πάντα;»
«Θα σου εξηγήσω», απάντησε σέρνοντας αργά τα πόδια του και πλησίασε τον Ρομπέρτο.
«Είναι το τελευταίο μου κομμάτι και κανείς δεν θα μου το πάρει»
Τα βλέμματά τους συγκρούστηκαν και ο Πέτρος με όλη του τη δύναμη χτύπησε τον Ρομπέρτο στο πρόσωπο. Τα χείλη του σκίστηκαν και σκούπισε το αίμα που έτρεξε γελώντας από παράνοια.
«Αυτό ήταν όλο; Ανόητε!», τον άρπαξε από τον λαιμό και τον έριξε κάτω κλοτσώντας τον στα πόδια ξανά και ξανά. Η Αέλια ούρλιαζε αλλά εκείνος δεν σταματούσε. Οι φίλοι του Πέτρου όρμισαν και πέταξαν τον Ρομπέρτο στον τοίχο. Η Χριστίνα έτρεξε κοντά στην Αέλια που χτυπιόταν στο πάτωμα.
«Δεν θα ξαναπερπατήσει», έλεγε απελπισμένη.
«Σήκω παιδί μου», την στήριξε στα κουρασμένα χέρια της και της έδειξε τον Πέτρο που στεκόταν όρθιος.
«Αυτό είναι πια ανάμεσα σε μένα και τον Πέτρο», μουρμούρισε ο Ρομπέρτο και πίεσε το στομάχι του εκεί που πονούσε.
«Όχι!», είπε η Χριστίνα. «Αν πολεμάς τον Πέτρο και την Αέλια, πολεμάς και εμένα!»
«Κι όλους εμάς», είπαν με μια φωνή οι φίλοι του και στάθηκαν στην σειρά.
«Αυτό που έχεις μπροστά σου είναι μια οικογένεια», φώναξε από το βάθος η Χριστίνα φουσκώνοντας από περηφάνια. «Και αυτή η γυναίκα που στέκεται απέναντί σου, έκανε αυτό που έκανε για να την προστατέψει. Ρωτάς ποια είναι η Αέλια για να αξίζει την αγάπη μας, αλλά δεν ρωτάς ποιος είσαι εσύ για να αξίζεις την φυλακή»
«Σιωπή! Σας βαρέθηκα όλους», έβγαλε σαν τρελός το περίστροφο από την μέση του και σημάδεψε τον Πέτρο. «Έπρεπε να σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια αντί να βάλω την Τάνια να κόψει τα φρένα του αυτοκινήτου σου. Θα είχα τελειώσει από την αρχή μαζί σου. Κανείς ποτέ δεν με ξεπέρασε, γιατί είχα το μυαλό να ξεφεύγω. Για αυτό και ποτέ δεν με έπιασαν να πουλάω τα όπλα, για αυτό και ποτέ δεν με είδαν να πουλάω τα κορίτσια. Χρησιμοποίησα τα μέσα της οικογένειάς μου και τα έκανα υπερδύναμη. Γιατί δεν αρκέστηκα να διαθέτω τα σκάφη μου για αναψυχή σε πλούσιους τουρίστες, αλλά για την παγκόσμια ελίτ που ήθελε να απολαύσει κορίτσια. Ποτέ δεν θα μάθουν ότι πήρα τα διακόσια εκατομμύρια από τον Όμιλο και θα πάρω και ό,τι άλλο έχει ο Παπαγεωργίου μέχρι και την τελευταία του δεκάρα. Και όχι, δεν αξίζω την φυλακή, κυρία μου, επειδή είμαι πιο έξυπνος από τους υπόλοιπους και έτσι δεν με έπιασαν ποτέ. Κανείς δεν θα καταφέρει να αποδείξει κάτι από αυτά γιατί είμαι ανίκητος!»
Έβαλε το όπλο στο στήθος του Πέτρου και φώναξε σε όλους να κάνουν πίσω.
«Δεν κάνω πίσω», είπε η Αέλια και μπήκε μπροστά στο όπλο του. «Μου χρωστάς δύο χρόνια από τη ζωή μου και θα τα πληρώσεις και με το παραπάνω»
«Αρκετά με τους ανόητους έρωτές σας! Θέλετε να πεθάνετε; Θα πεθάνετε όλοι!», ούρλιαξε και με χέρια που έτρεμαν άρχισε να πυροβολεί όπου έβρισκε.
«Πέστε κάτω», φώναξαν οι αστυνομικοί σπάζοντας την πόρτα.
«Ρομπέρτο, πέτα το όπλο στο πάτωμα και να βλέπω τα χέρια σου», τον διέταξε ένας από αυτούς.
Πλησίασαν με τα όπλα τους παρατεταμένα και ακινητοποίησαν τον Ρομπέρτο που έτρεμε από τον παραλογισμό.
«Εσύ τα σχεδίασες όλα, πανούργα!», φώναζε στην Αέλια.
«Τον αγαπούσα για αυτό έκανα ό,τι μου έλεγε», κλαψούριζε η Τάνια ενώ της έβαζαν τις χειροπέδες.
«Αυτήν, προσοχή, μην την ξεχάσετε», είπε η Αναστασία σε εκείνον που την συνέλαβε.
«Αν πέσω εγώ, θα πέσεις και εσύ, Αέλια!», συνέχιζε να φωνάζει ο Ρομπέρτο. «Θα μάθει και η αστυνομία το μυστικό σου τώρα! Θα μπεις μέσα μαζί μου! Δεν γλυτώνεις από εμένα!»
«Η αστυνομία έχει επιτέλους εσένα, τον πιο περιβόητο απατεώνα. Αντάλλαξα ξανά τον εαυτό μου, αυτή τη φορά για να σώσω εμένα. Αυτό δεν το προέβλεψες, σωστά, Ρομπέρτο;»
Οι τραυματιοφορείς που έφτασαν στο σημείο πήραν τον Τέο που χτυπήθηκε από μια σφαίρα στο γόνατο και μια από τις ξαδέρφες που τα σκάγια την πέτυχαν στον ώμο. Ο Μήνας είχε τραυματιστεί στα πλευρά, η Αγγελική ήταν σε σοκ και η θεία Χριστίνα είχε χτυπήσει το πόδι της πέφτοντας πάνω στην Σου. Ο Πέτρος πονούσε σε όλο του το σώμα αλλά κρατούσε στην αγκαλιά του την Αέλια που δεν μπορούσε ακόμα να ακούσει καλά από τους κρότους του όπλου.
Οι γονείς του Ρομπέρτο συνελήφθησαν και εκείνοι για συγκάλυψη. Ο Χριστόφορος χαιρέτισε με ένα νεύμα τον αρχηγό της αστυνομίας. Όπως υποσχέθηκε, έκανε ό,τι μπορούσε για να βοηθήσει την κόρη του. Με κάθε τρόπο και μέσο που είχε. Στήριζε την Ναταλί στην αγκαλιά του και της αποκάλυπτε όλη την αλήθεια που της έκρυβαν τόσο καιρό.
«Το παραδέχομαι», πλησίασε η Αναστασία τον Πέτρο και του χαμογέλασε. «Με εξέπληξες σήμερα. Είχες και εσύ την δική σου μυστική ομάδα από ό,τι φάνηκε»
«Συμφωνούμε όλες. Καταλάβαμε γιατί η Αέλια τα υπέμεινε όλα αυτά για εσένα»
«Μπορώ να μείνω λίγος μόνος μαζί της;», ζήτησε ο Πέτρος.
«Θα σας περιμένουμε για να αρχίσει ο γάμος», απάντησε η Κική.
«Ποιος γάμος;»
«Σήμερα είναι ο δικός μας γάμος», αγκάλιασε η Κική τον Ιωάννη. «Τα φορέματα…», είπε δείχνοντας ότι είναι ίδια και στις τέσσερίς τους.
«Δεν θα παντρευόταν η Αέλια, ήταν η έσχατη λύση», εξήγησε ο Ιωάννης. «Τα μεταφέραμε όλα για σήμερα, ούτως ή άλλως μας αρέσει πολύ η Ιταλία»
«Θα σας περιμένουμε έξω. Την ευχή μου να έχεις, κορίτσι μου», φίλησε η θεία του την Αέλια και άφησε ένα βλέμμα όλο νόημα στον Πέτρο. Αφού το έκανε εκείνη, μπορούσε και αυτός να την συγχωρέσει.
«Από πού αρχίζουμε;», ρώτησε ο Πέτρος.
Η Αέλια ανασήκωσε τους ώμους χωρίς να μπορεί να τον κοιτάξει. Ντρεπόταν τόσο πολύ που δεν ήξερε τι να πει. Εκείνος έκατσε κοντά της και έτρεμε ολόκληρος. Γιατί όσο κι αν το μυαλό του του έλεγε να φύγει, η καρδιά του φώναζε πως δεν μπορούσε να ζήσει μακριά της.
«Από την αλήθεια λοιπόν», το πήρε πάνω του. «Ήθελα κι εγώ να ξέρω ποιος οδηγούσε το αυτοκίνητο που σκότωσε τους γονείς μου. Θα ήθελα να το μάθω από εσένα. Ήταν ένας μεθυσμένος, αυτό ήξερα μόνο και δεν το έψαξα ποτέ. Δεν έχεις εσύ όμως την ευθύνη επειδή ήταν ο αδερφός σου. Δεν ήξερα καν ότι έχεις αδερφό»
«Ο μπαμπάς μου έμαθε την ύπαρξή του όταν ήταν πια ενήλικος. Δεν ήθελε να είναι μέλος της οικογένειάς μας ούτε όταν πέθανε η μητέρα του. Προτιμούσε να είναι μόνος. Δεν μας άφησε ποτέ να τον βοηθήσουμε. Από την φωτογραφία του δυστυχήματος υποψιάστηκα ότι ήταν εκείνος. Ένιωσα τόσο άσχημα. Κατέρρευσε όλος μου ο κόσμος. Δεν το είχα πει σε κανέναν. Πριν λίγο καιρό το αποκάλυψα στον πατέρα μου. Τον αναζητούσε ακόμα, νόμιζε ότι ήταν ζωντανός. Με ρωτούσε για αυτόν και του έλεγα ψέματα. Μόνο εγώ ήξερα τι είχε συμβεί. Η πιο δύσκολη στιγμή ήταν όταν δεν τον αναγνώρισα ως αδερφό μου. Σκεφτόμουν τον πατέρα μου… Σκεφτόμουν εσένα… Αυτή η αλήθεια θα μας διέλυε όλους. Έτσι πίστευα. Και με τα χρόνια αυτό το μυστικό το έθαψα τόσο βαθιά μέσα μου που νόμιζα ότι δεν θα έβγαινε ποτέ στην επιφάνεια. Πήγαινα συχνά στον τάφο του, άφηνα ένα λουλούδι. Είναι στο ίδιο νεκροταφείο με τους γονείς σου. Θεέ μου! Πόσες φορές πήγα εκεί με τον πατέρα μου. Και πέρασε δίπλα από το μνήμα του χωρίς να το ξέρει…»
«Μην κλαις άλλο. Αρκετά τιμώρησες τον εαυτό σου. Δεν θα το κάνω και εγώ»
«Πώς θα μπορέσεις να με συγχωρέσεις; Πάντα θα το θυμάσαι. Πάντα θα αμφιβάλεις για εμένα»
«Όχι. Κάποτε πίστευα ότι δεν ήμουν αρκετός για εσένα. Δεν θέλω να νομίζεις και εσύ το ίδιο. Σε αγαπώ όπως είσαι. Με όλα τα όμορφα και όλα τα δύσκολα. Έτσι είναι η αγάπη»
«Δεν ήθελα να το μάθεις έτσι. Νόμιζα ότι ο Ρομπέρτο μπλόφαρε…»
«Του την είχατε στημένη λοιπόν σήμερα;»
«Ναι, το σχεδιάζαμε καιρό όλοι μαζί, ήμασταν μια αλυσίδα ανθρώπων που έφτασε όσο πιο μακριά μπορούσε»
«Και οι δικοί μου δεν πήγαν πίσω»
«Όλοι βοήθησαν»
«Εγώ ήμουν ο τελευταίος. Με κράτησες από έξω»
«Αν ήξερες ότι αποφάσισα να τον αντιμετωπίσω, θα με άφηνες να φύγω;»
«Όχι. Όπως κι αν ήξερα ότι θα γίνεις δότρια για να με σώσεις δεν θα δεχόμουν για να μην κινδυνέψεις. Αλλά για όλα αυτά η αιτία ήταν πάντα η αγάπη. Φοβήθηκα να βρω το θάρρος να στο πω αλλά κατάλαβα πως αν δεν στο πω θα σε χάσω για πάντα»
«Ήταν όλα εκεί από την αρχή. Στην πρώτη μας συνάντηση μετά από τόσα χρόνια. Τότε που μας έσωσες με τους φίλους σου από εκείνον που πήγε να μας ληστέψει και δεν σε αναγνώρισα. Και μετά σε είδα να ρωτάς τον ταχυδρόμο αν έχει γράμματα για εσένα και δεν πίστευα ότι σε έβλεπα ξανά μπροστά μου. Αργότερα, όταν εμφανίστηκε εκείνη η κοπέλα η Ναντιάννα με τον αδερφό της και ισχυριζόταν ότι περιμένει το παιδί σου. Το πάρτι γενεθλίων που έκανε η ξαδέρφη μου η Φραντσέσκα και σας έπιασα να φιλιέστε. Έσπαγα πράγματα στο δωμάτιό μου και τα κορίτσια δεν μπορούσαν να με ηρεμήσουν. Ζήλευα!»
«Στο Μακαντέμια, στο μπαρ μας. Στο πρώτο μας τραγούδι στην σκηνή», κοκκίνησε. «Εκεί είπα στον εαυτό μου ότι αυτή η γυναίκα είναι ξεχωριστή. Όταν ο Άρης σε στρίμωξε εκείνο το βράδυ, ήθελα να τον σκοτώσω. Φοβήθηκα και για εσένα και για αυτό που ένιωσα. Ύστερα η Ζέτα και ο Ισίδωρος, το διπλό ραντεβού μας που νόμιζα ότι ήσουν έγκυος στο παιδί του. Τα επαγγελματικά ταξίδια μας. Όταν ήρθες Ιταλία για την μαμά σου και έμεινα μόνος στον Όμιλο. Μου έλειπες κάθε μέρα. Και όταν ήρθα να σε βρω… Είδα τον Ρομπέρτο. Από εκείνη τη στιγμή η ιστορία μας άλλαξε εντελώς πορεία. Και κατάλαβα πόσο σε αγαπούσα όταν έφυγα από την δεξίωση του αρραβώνα σας… Θα γύριζα πίσω να στο πω εκείνο το βράδυ. Εκείνη τη νύχτα που κόντεψα να πεθάνω. Μετά κατάλαβα ότι κάθε μέρα χωρίς εσένα είναι μια μέρα χωρίς ζωή. Όμως το ατύχημα μου έκοψε τα φτερά. Νόμιζα ότι δεν ήμουν αρκετός για εσένα. Εκείνο το βράδυ που όρμισε ο Ρομπέρτο στο σπίτι σου… Καλούσα στο κινητό σου, στην αστυνομία. Όταν σήκωσε το τηλέφωνο και μου είπε ότι ήσασταν στο κρεβάτι… Ήταν ψέμα αλλά με τσάκισε. Σκεφτόμουν ότι σε πόνεσε. Κατάφερε αυτός ο άνθρωπος να μας διαλύσει. Ξέρω πόσο τον φοβόσουν. Τώρα τελείωσε όμως. Τώρα είμαι εδώ. Δεν θα άντεχα να σε χάσω για να μην το παραδεχτώ. Είμαι πολύ ερωτευμένος μαζί σου»
«Είσαι;»
«Είμαι. Πάντα ήμουν και πάντα θα είμαι»
Η εξομολόγησή του ήταν ύμνος που δόξασε την αγάπη τους που χτίστηκε τόσο φυσικά, μυστικά, οικεία μεταξύ τους και άντεξε κάθε δοκιμασία, κάθε δύσκολη ανηφόρα που η κορυφή όλο και απομακρυνόταν. Τραγούδι ζεστό, που κάλυψε τα αυτιά τους και φως που μισόκλεισε τα μάτια τους, εκεί, στο πρώτο τους φιλί, που δεν ήταν τυχαίο και λάθος πια.
Τα χείλη τους ενώθηκαν με λαχτάρα από την τόση προσμονή και ξεδίψασαν ο ένας από την αναπνοή του άλλου. Σφιχτά αγκαλιασμένοι, δοκίμασαν τη γεύση του έρωτα που χόρτασε κάθε γραμμή του προσώπου τους, από άκρη σε άκρη μέχρι να κοπεί η ανάσα τους. Και ξανά από την αρχή, σαν να δάμαζαν το χρόνο, κρατώντας το ρολόι του στα χέρια τους, έτοιμο να σπάσει, εύθραυστο, θολό από την επιθυμία. Και δεν μπορούσαν να σταματήσουν το στροβιλισμό αυτό μέχρι που ξεφυσώντας βαριά, κράτησε ο ένας το πρόσωπο του άλλου στα χέρια του και ο Πέτρος την κοίταξε στα μάτια σαν να ήθελε να διαβάσει τα σημάδια τους. Και η Αέλια του έδειξε κάθε δρόμο για να τον περπατήσει, για να χαθεί για πάντα εκεί μέσα.
Οι καμπάνες ήχησαν εφτά ακριβώς, ο χρόνος είχε τελειώσει.
«Είμαστε έτοιμοι», τον ειδοποίησε ο ιερέας.
«Τι συμβαίνει; Τι κάνετε, πάτερ, ακόμα εδώ;»
«Σκέφτηκα να σας παντρέψω εσάς τους δύο», απάντησε και έφυγε.
«Πέτρο;»
«Ναι. Λοιπόν, άσε με να σκουπίσω λίγο τα μάτια σου. Και τα μαλλιά σου, είναι πανέμορφα. Ωραία. Είσαι έτοιμη, πιο όμορφη από ποτέ. Φοράς νυφικό, το γκρι κοστούμι μου είναι το αγαπημένο σου και έφερα και κάτι άλλο από την Ελλάδα. Το δαχτυλίδι της μητέρας μου», άνοιξε το κουτάκι που είχε στην τσέπη του και η Αέλια τσίριξε όταν είδε το μονόπετρο. «Δεσποινίς Παπαγεωργίου, θα ήταν μεγάλη μου τιμή να μπορώ να σου λέω κάθε μέρα για την υπόλοιπη ζωή μου πόσο ερωτευμένος είμαι μαζί σου»
«Κάθε μέρα;»
«Κάθε μέρα!»
Φόρεσε το δαχτυλίδι και είπε το ωραιότερο «ναι» που είχε πει ποτέ της. Περπάτησαν στο κόκκινο χαλί και στάθηκαν δίπλα στον Ιωάννη και την Κική. Διπλός γάμος, διπλή χαρά. Οικογένειες, συγγενείς και φίλοι έγιναν μάρτυρες στα δύο ζευγάρια που ενώθηκαν ταυτόχρονα με τα ιερά δεσμά του γάμου.
Δεν είχε υπάρξει ξανά νύχτα με τόσο φως και φως με τόση λάμψη γεννημένη από τον έρωτα. Ο Πέτρος και η Αέλια κρατούσαν τα χέρια τους σφιχτά πιασμένα και οι ψυχές τους μπλέχτηκαν με τέτοια μοναδική, θεϊκή συμφωνία που δεν χώρισαν ποτέ ξανά.
CC
ΤΕΛΟΣ
