Έσπρωξε την καγκελόπορτα του περιποιημένου κήπου, όπου έμοιαζε να έχει ξεχαστεί το φθινόπωρο, και πήρε ν’ ανεβαίνει ευθυτενής, με νευρικό κοφτό βήμα, το πλακόστρωτο μονοπάτι ως το νεόδμητο διώροφο σπίτι, όταν μαρμάρωσε. Όλα τα παράθυρα του σπιτιού του ήταν ορθάνοικτα με τραβηγμένες τις κουρτίνες και η βαριά δρύινη εξώπορτα μισάνοιχτη. Χίλιες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό του και καμία δεν ήταν ευχάριστη ή αισιόδοξη.
Κρύος ιδρώτας άρχισε να κυλά στο κορμί του, όταν γέλια ακούστηκαν από τα πάνω παράθυρα. Μια νεαρή όμορφη γυναίκα πρόβαλε χαμογελαστή κρατώντας ένα σεντόνι, το οποίο τίναξε ενώ συνέχισε να μιλά με κάποια άλλη μέσα. Ο Γρηγόρης σάστισε κι απέμεινε να κοιτά την κοπέλα που δε φάνηκε να τον έχει δει. Ξάφνου, η κοπέλα γέλασε μ’ ένα γάργαρο κελαριστό γέλιο που έκανε την καρδιά του να χτυπήσει φρενιασμένα. Στους έξι μήνες που ήταν παντρεμένοι, δε θυμόταν ποτέ να είχε ακούσει το γέλιο της και, τώρα που το σκεφτόταν, δεν την είχε δει ποτέ να χαμογελά έτσι, φωτεινά. Έφερε την παλάμη του στην καρδιά και πήρε αργές ανάσες προσπαθώντας να την τιθασεύσει. «Τι μου συμβαίνει;», αναρωτήθηκε νιώθοντας το ψυχρό προσωπείο του να ραγίζει. Γρήγορα όμως μάλωσε τον εαυτό του για τη στιγμιαία αδυναμία κι έσφιξε τα χείλη του με αποδοκιμασία.
Δεν μπορούσε να την καταλάβει τη γυναίκα του. Είχε καταφέρει μ’ έναν αδιόρατο τρόπο να επιβάλει την παρουσία της νεαρής υπηρέτριας ως αναγκαία, παρόλο που η μητέρα του τους είχε παραχωρήσει τη δική της, και τελικά, απ’ ό,τι φαίνεται, έκανε τις δουλειές μόνη της, ενώ η υπηρέτρια χαχάνιζε πίσω της. Και το χειρότερο ήταν ότι του ζήτησε να την πληρώνει αυτός. Δεν τη ρώτησε ποτέ πώς τακτοποίησε το θέμα της πληρωμής της, πάντως αυτόν δε θα τον έπιανε κορόιδο, όπως τη γυναίκα του, μια υπηρετριούλα! Ο κόμπος είχε φτάσει στο χτένι. Είχε έρθει η ώρα να επέμβει δυναμικά και να λύσει το θέμα, σκέφτηκε.
Μπήκε στο σπίτι φανερά εκνευρισμένος, άφησε το καπέλο του και το βαρύ παλτό του στην κρεμάστρα κι ετοιμάστηκε ν’ ανέβει την ξύλινη σκάλα, όταν το μετάνιωσε. Οι ζωηρές ομιλίες και τα γέλια που ακούγονταν κάθε τόσο από το πάνω πάτωμα λειτούργησαν απρόσμενα κατευναστικά, σαν μια ένεση ευφορίας και ανεμελιάς που δεν ήθελε να σκιάσει. Η ματιά του έπεσε στη διπλωμένη εφημερίδα που κρατούσε και η ευφορία εξανεμίστηκε με μιας. “Τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά και επικίνδυνα. Για να διακοπεί και πάλι η λειτουργία του τραμ, ποιος ξέρει τι γίνεται στο κέντρο μετά την απόπειρα δολοφονίας του Κουντουριώτη”, αναρωτήθηκε.
Κατευθύνθηκε στο βάθος του σαλονιού, βυθίστηκε σε μια από τις δύο μεγάλες πολυθρόνες “με αυτιά” που κοιτούσαν προς το τζάκι και άρχισε να διαβάζει τις πρόσφατες εξελίξεις, προσπαθώντας να συγκρατήσει αυτό το έντονο αίσθημα ανησυχίας που ένιωθε.
Σύντομα, ζωηρά βήματα ακούστηκαν να κατεβαίνουν την ξύλινη σκάλα.
«Στέγνωσε!», αναφώνησε η Πίστη ικανοποιημένη, καθώς έμπαινε στο σαλόνι σαρώνοντας με το βλέμμα της το σφουγγαρισμένο δάπεδο.
«Άιντε, τελειώσατε;», ακούστηκε η ηλικιωμένη υπηρέτρια από την κουζίνα. «Τι κάνετε τόση ώρα! Μόνο να χασκογελάτε ξέρετε!», τις μάλωσε.
Τα δυό κορίτσια κοιτάχτηκαν και χασκογέλασαν πάλι, μην έχοντας αντιληφθεί την παρουσία του Γρηγόρη, κρυμμένος καθώς ήταν από την πλάτη της πολυθρόνας. Η νεαρή υπηρέτρια πήρε να μιμείται τη φωνή της ηλικιωμένης, κάνοντας ανόητες παρατηρήσεις στην Αριάδνη, που ξεκαρδιζόταν κάθε τόσο.
«Τι θα γίνει; Μόνα τους θα πλυθούν τα ρούχα;», ξανακούστηκε η στριγκιά φωνή από την κουζίνα.
«Αχ, Πίστη, ευτυχώς που έχω και εσένα! Ειδάλλως, δεν ξέρω τι θα έκανα αν έπρεπε να μείνω μόνη μ’ αυτούς τους δύο, σ’ αυτό το μίζερο σπίτι!». Ο τόνος της Αριάδνης είχε σοβαρέψει απότομα, κάνοντας τον Γρηγόρη να σαστίσει και να τεντώσει τ’ αυτιά του. Τι εννοούσε; Γιατί το σπίτι τους ήταν μίζερο; Και ποιους εννοούσε; Την ηλικιωμένη υπηρέτρια και αυτόν;
«Έλα, σταμάτα! Κοίτα τι όμορφη μέρα! Ο ήλιος λάμπει! Θα τελειώσουμε από ‘δώ σύντομα και θα πάμε μια βόλτα! Έτσι, για να σκάσει η γριά μάγισσα!», της είπε η Πίστη, προσπαθώντας να ακούγεται εύθυμη.
Η Αριάδνη προσπάθησε να χαμογελάσει, μα δεν τα κατάφερε. Βγήκε από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα κι έκοψε μερικά κλαδιά μ’ έντονα κίτρινα φύλλα. Ο Γρηγόρης παρατηρούσε την αντανάκλασή της στο τζάμι της κορνίζας πάνω από το τζάκι, αναποφάσιστος για το τι έπρεπε να κάνει, καθώς ήταν ξεκάθαρο ότι τα δύο κορίτσια δεν είχαν αντιληφθεί την παρουσία του.
Εκείνη επέστρεψε και τοποθέτησε τρυφερά τα κλαδιά σ΄ ένα βάζο στο τραπέζι του σαλονιού.
«Είναι πολύ όμορφα», είπε μαλακά η Πίστη χαμογελώντας της.
«Τι να το κάνεις… Έχουν ήδη αρχίσει να πεθαίνουν…»
«Ναι, αλλά πρώτα ζήσαν! Να ψάχνεις να βρεις τη χαρά και στα πιο μικρά!», τη συμβούλεψε η Πίστη με σοβαρό ύφος, όμως ο τόνος της άλλαξε αμέσως κι έγινε πειρακτικός. «Για παράδειγμα, μπορεί ο κύριος να είναι ψυχρός, αλλά, εσύ το είπες, ότι τουλάχιστον κάθε βράδυ…». Ο Γρηγόρης ασυναίσθητα τέντωσε τ’ αυτιά του κι έπνιξε τον ξερόβηχα που ετοιμαζόταν να βγάλει για να κάνει αισθητή την παρουσία του.
«Ναι… κάθε βράδυ, αλλά…»
«Τι αλλά;»
«Γιατί;»
«Δε ρωτάμε “γιατί” όταν αφορά τους άντρες! Δεν έχουν καμία σχέση με τα μυθιστορήματα που διαβάζεις, στο έχω ξαναπεί. Είναι καθαρά για να νιώσουν αυτοί καλά! Γι’ αυτό κι εμείς πρέπει να παίρνουμε ό,τι μας δίνουν, όσο λίγο κι αν είναι!»
«Ναι…», ψέλλισε διστακτικά η Αριάδνη καθώς σκούπιζε ένα σταχτοδοχείο. «Μα… κάπως αλλιώς το περίμενα… Βέβαια, αφού δεν ενδιαφέρεται για μένα, δε θα έπρεπε να περιμένω κάτι περισσότερο…», μουρμούρισε και ο τόνος της άλλαξε και έγινε πιο οξύς. «Τόσους μήνες, ανάθεμα και αν ανταλλάσσουμε πάνω από δέκα λέξεις κάθε μέρα! Έπειτα είναι τόσο ψυχρός πάντα μαζί μου. Και τόσο… βαρετός!», πρόσθεσε αναστενάζοντας η Αριάδνη. Ο Γρηγόρης στο άκουσμα αυτών των λόγων, γούρλωσε τα μάτια του, Ψυχρός; Βαρετός; αναρωτήθηκε.
«Ήμουν σίγουρη!», χαχάνισε η Πίστη κι εκείνος ένιωσε το αίμα ν’ ανεβαίνει στο κεφάλι του.
«Κάνει τα πάντα σαν μια ανιαρή τελετουργία, δεν είναι καθόλου αυθόρμητος, ακόμη και… ξέρεις… Νομίζω ότι απλά τον ενδιαφέρει να με γκαστρώσει και ακόμη και αυτό το κάνει γιατί είναι υποχρεωμένος να το κάνει!», έγρουξε εκνευρισμένη η Αριάδνη. Με μια απότομη κίνηση άρπαξε δυο μαξιλαράκια, βγήκε στη βεράντα και άρχισε να τα χτυπά με λύσσα μεταξύ τους.
«Πίστη! Να καθαρίσεις και τ’ ασημένια κουταλάκια σήμερα! Καλά, όχι σαν την περασμένη φορά που με αγριοκοίταζε ο κύριος, εξαιτίας σου!», ακούστηκε πάλι η ξερή προσταγή από την κουζίνα!
«Ναι, σάμπως κάνει και άλλη δουλειά! Μόνιμα αγριοκοιτάζει μ’ εκείνο το τρομακτικό βλέμμα που σου κόβει τα ήπατα!», αναφώνησε η Πίστη κάνοντας αστείες γκριμάτσες, προσπαθώντας να κάνει την Αριάδνη να ξαναβρεί το κέφι της.
«Κακώς του δίνεις σημασία», της είπε η Αριάδνη τοποθετώντας τα μαξιλάρια στη θέση τους.
«Μα δεν μπορώ, κάθε φορά που με κοιτά, νομίζω πως θα μου χιμήξει!», είπε η Πίστη και ανατρίχιασε.
Προχώρησε προς τις ψηλές πολυθρόνες όπου καθόταν ο Γρηγόρης, και πήρε να ξεσκονίζει τ’ αντικείμενα πάνω στο τραπεζάκι, μπροστά από το τζάκι.
«Εγώ έχω βρει το κόλπο!», κόμπιασε η Αριάδνη, χαμογελώντας αχνά.
«Ποιο κόλπο;»
«Άμα με κοίτα έτσι, σκέφτομαι ότι μοιάζει με κουκουβάγια και μου φέρνει γέλιο»
«Δεν πιάνει…», ψέλλισε η Πίστη, που γύρισε εκείνη την ώρα προς το μέρος της κι έμεινε πετρωμένη και φανερά τρομοκρατημένη, να κοιτά προς την πολυθρόνα, από όπου την είχε καρφώσει με το σκοτεινό βλέμμα του ο Γρηγόρης.
«Κι όμως, μοιάζει πάρα πολύ», επέμενε η Αριάδνη πλησιάζοντας. «Έτσι όπως γουρλώνει τα μάτια, σμίγει τα φρύδια του και η μύτη του που μοιάζει με ράμφος…». Ο Γρηγόρης έφερε ασυναίσθητα το χέρι στη μύτη του και την έτριψε. Η Αριάδνη πρόσεξε τότε το κατάχλωμο πρόσωπο της Πίστης και τα χείλη της που τρεμούλιαζαν .
«Τι έπαθες;» ρώτησε απορημένη. Εκείνη της έκανε νόημα με το βλέμμα της να κοιτάξει πίσω της.
«Μη μου πεις πως είδες ποντίκι!», αναφώνησε η Αριάδνη και γύρισε απότομα, σηκώνοντας απειλητικά το ξεσκονιστήρι που κρατούσε. Το χέρι της έμεινε μετέωρο και το σαγόνι της κρέμασε από την έκπληξη, συναντώντας το βλέμμα του. Γρήγορα όμως ανέκτησε την αυτοκυριαρχία της, άφησε ένα κοφτό ενοχλημένο ξεφύσημα και είπε δυνατά, «Το λες και μεγάλο ποντίκι… που τρύπωσε στα μουλωχτά!».
Αναστασία Χ.
Συνεχίζεται…
