Στα πενήντα της έχασε τον γιο της και σε μια νύχτα μέσα άσπρισαν όλα της τα μαλλιά. Δεν υπάρχει λέξη να περιγράψει πώς νιώθει μια μάνα όταν χάνει το παιδί της. Ούτε λέξη να περιγράψει πώς αισθάνεται όταν η γυναίκα του ανακοινώνει ότι θα ξαναπαντρευτεί.
Τρία χρόνια είχαν περάσει από τότε που η Αρετή έχασε τον γιο της και μια Κυριακή στην εκκλησία, της είπε η Ελένη ότι σε ένα μήνα θα παντρευτεί ξανά. Κρατούσε από το χέρι τον γιο της που ήταν ό,τι τους είχε απομείνει από τον Αντώνη. Τεσσάρων ετών ήταν ο Γιαννάκης και η Αρετή τον λάτρευε σαν το φως των ματιών της. Τον νέο άντρα τον φώναζαν Τόλη και είχε ακριβώς όσα πρέπει να αποφεύγει μια γυναίκα σε έναν άντρα. Χρειάστηκε μόνο ένα βλέμμα να του ρίξει η Αρετή για να καταλάβει ότι ήταν ακατάλληλος για πατριός του εγγονού της. Είχε εκείνα τα μάτια που κρύβουν πολλά και ψάχνουν ακόμα περισσότερα. Φαινόταν ότι δεν καταλάβαινε γιατί η Ελένη χρειαζόταν την ευχή της μάνας του μακαρίτη. Η λέξη σεβασμός σίγουρα του ήταν άγνωστη. Και την τιμή δεν την είχε ποτέ του ακουστά.
«Αν ζούσε ο Ανέστης θα ήξερε τι να κάνει», αυτό σκεφτόταν η Αρετή που έχασε και αυτή τον άντρα της ένα μήνα μετά τον γιο της. Δεν άντεξε η καρδιά του αυτόν τον αποχωρισμό και τράβηξε να τον βρει. Χήρες και οι δύο πια, πεθερά και νύφη, έπρεπε να σταθούν γρήγορα ξανά στα πόδια τους να αναθρέψουν το μωρό. Η περιουσία που άφησε ο Ανέστης έφτανε για δύο ζωές, μα κάποιος έπρεπε να την κάνει κουμάντο. Έτσι, σήκωσε μανίκια η Αρετή και ανέλαβε εκείνη τα κτήματα και τα αμπέλια. Με ήλιο και με βροχή, δούλευε μέρα νύχτα και πότιζε τα χώματα με τα δάκρυά της. Από μακριά, όσοι έβλεπαν εκείνη την μαυροντυμένη μορφή μέσα στα χωράφια έλεγαν για την γυναίκα με τα λευκά μαλλιά που δεν γυρνούσε πια στο σπίτι της γιατί ήταν άδειο.
«Θα φύγουμε από το χωριό, μαμά. Θα πάμε στην πόλη του», της ανακοίνωσε μια μέρα σφιγμένη η Ελένη.
Ήξερε πως δεν θα το έπαιρνε καλά η πεθερά της τούτο το νέο, γιατί η πόλη που είχε μεγαλώσει ο νέος της άντρας ήταν δύο ώρες μακριά από το χωριό. Και της ίδιας της έκανε εντύπωση αυτή η απόφασή του. Είχαν μόλις λίγες μέρες παντρεμένοι και της το ανακοίνωσε χωρίς να την ρωτήσει πρώτα.
«Είναι άρρωστη η μάνα του και πρέπει να πάμε να την φροντίζουμε, μου είπε», συνέχισε να εξηγεί η Ελένη και έβλεπε την Αρετή να κρατάει τα δάκρυα στα μάτια της με νύχια και με δόντια.
Πώς να φανταστεί μέρα από την ζωή της χωρίς τον εγγονό της. Εκείνο το παιδί που την κράτησε κυριολεκτικά ζωντανή. Εκείνο το πλάσμα ήταν η αιτία που δεν πήγε να φουντάρει από το βουνό. Άντεξε να θάψει και τον άντρα και το παιδί της και πάτησε ξανά στα πόδια της χάρις σε αυτό. Ανέπνεε για να ακούει να την λέει γιαγιά. Αυτό το παιδί την είχε αναστήσει. Την τρέλαινε η σκέψη πως όχι μόνο θα είναι μακριά της αλλά στα χέρια αυτού του άντρα που μόνο την βία ήξερε σαν απάντηση σε όλα.
«Ελένη μου. Σε παρακαλώ, κόρη μου. Σκέψου το ξανά…»
«Ξέρω, μάνα, τι πιστεύεις για τον Τόλη. Ναι, είναι λίγο απότομος αλλά είναι καλός κατά βάθος. Ξέρω πως ανησυχείς για εμάς. Σου υπόσχομαι πως όλα θα πάνε καλά. Θα μπορείς να έρχεσαι όποτε θέλεις μόλις τακτοποιηθούμε. Θα σου γράφω τακτικά. Θα έρχομαι και εγώ σε κάθε ευκαιρία για να βλέπεις τον Γιαννάκη. Σε ευχαριστώ για όλα όσα μου έχεις δώσει. Ούτε μάνα ούτε πατέρα γνώρισα και μου στάθηκες και για τους δύο. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Δεν θα υπάρξει ποτέ άλλος σαν τον Αντώνη…»
Εκεί, που άκουσε το όνομα του γιου της, λύγισε η Αρετή και έτρεξαν ποτάμια τα μάτια της. Έσφιξε πάνω της το παιδί σαν να ήταν η τελευταία φορά που το κρατούσε στην αγκαλιά της.
«Δεν θα υπάρξει ποτέ άλλος σαν τον Αντώνη», επανέλαβε η Ελένη. «Μα πρέπει να πάρω ξανά την ζωή στα χέρια μου. Να χτίσω από την αρχή όσα γκρεμίστηκαν»
«Δεν το βλέπεις…», μουρμούρισε μόνο η Αρετή που δεν μπορούσε να επέμβει άλλο στην θέληση της νύφης της. Η απόφαση είχε παρθεί.
Η Ελένη κράτησε την υπόσχεσή της και έγραφε συχνά. Πέρασε όμως ο καιρός και δεν είχαν συναντηθεί ξανά. Η Αρετή ρωτούσε πότε μπορούσε να πάει να δει τον εγγονό της και η νύφη της έβρισκε συνέχεια δικαιολογίες.
Πέρασε ένας χρόνος και σταμάτησαν τα γράμματα. Ήταν σίγουρη η Αρετή ότι κάτι δεν πάει καλά. Μάζεψε δύο ρούχα σε μια βαλίτσα, άφησε εργάτες στα κτήματα και έφυγε με το λεωφορείο χωρίς να κοιτάξει πίσω της.
Έφτασε στην πόλη, μικρή και ερημική ήταν χωρίς πολλούς κατοίκους και πήγε στο ένα και μοναδικό πανδοχείο για να εγκατασταθεί. Εκεί ρώτησε και έμαθε ποιο ήταν το σπίτι που έμενε η νύφη και ο εγγονός της. Την προειδοποίησαν να μην τα βάλει με τον Τόλη. Δεν υπήρχε όμως περίπτωση να τους ακούσει.
Καρτέρι έστησε η Αρετή στην γειτονιά της Ελένης και την ακολούθησε μέχρι να ξεμακρύνουν αρκετά μη τους πάρει κανένα μάτι. Την σταμάτησε σε μια γωνιά και με το ένα χέρι βούτηξε στην αγκαλιά της το παιδί και με το άλλο αγκάλιασε το κορίτσι.
«Μάνα, φύγε γιατί με παρακολουθούν οι αδερφοί του», της είπε με κλάματα στα μάτια και έφυγε με το παιδί.
Η Αρετή έφυγε και αυτή μα υποσχέθηκε να ξανάρθει. Γύρισε ώρα μετά στο πανδοχείο αφού πρώτα τριγυρνούσε στον δρόμο και σκεφτόταν τι να κάνει για να τους βοηθήσει.
Φτάνοντας στο πανδοχείο, οι ιδιοκτήτες την ενημέρωσαν ότι έπρεπε να φύγει αμέσως. Είχαν περάσει τα αδέρφια του Τόλη και είχαν δώσει τελεσίγραφο. Θα τους το έκαιγαν το μέρος αν δεν έφευγε η γυναίκα με τα λευκά μαλλιά.
«Έτσι είπαν;», κούνησε το κεφάλι η Αρετή και τους υποσχέθηκε ότι θα έμενε μόνο μία νύχτα ακόμα.
Δεν έκλεισε μάτι εκείνο το βράδυ, πήγαινε πάνω κάτω στο δωμάτιο και κατέστρωνε το σχέδιο.
Την επόμενη μέρα, βρήκε πάλι την Ελένη, μόνη της αυτή τη φορά. Την σταμάτησε σε μία άκρη και της έπιασε τα χέρια και τα έκλεισε στα δικά της.
«Μου είπε ότι θα με σκοτώσει. Και θα εξαφανιστεί με το παιδί. Σε παρακαλώ, φύγε, μάνα!»
«Όταν παντρεύτηκες τον Αντώνη, σου υποσχέθηκα ότι εγώ θα κάτσω στην θέση της μάνας σου από εδώ και πέρα και για όλη σου την ζωή. Δεν σε εγκαταλείπω. Δεν μπορείς να βαφτίσεις νέα αρχή αυτήν την φυλακή. Δεν έχω κανέναν πια. Έχω όμως εσένα. Έχουμε η μία την άλλη»
«Ε! Εσύ με τα λευκά μαλλιά! Δρόμο!»
«Είναι τα αδέρφια του!»
«Θα φύγω! Μα πρώτα θα την αποχαιρετήσω!», τους κοίταξε αυστηρά και έκαναν λίγα βήματα πίσω.
Αγκάλιασε σφιχτά την Ελένη και όση ώρα την κρατούσε κοντά της της ψιθύρισε στο αυτί όλα όσα είχε σκεφτεί. Η κοπέλα κουνούσε το κεφάλι χωρίς να μιλάει και έσφιγγε την Αρετή από τους ώμους. Από εκείνη τη στιγμή θα μετρούσε τις μέρες μέχρι να την ξαναδεί.
Γύρισε με βαριά καρδιά πίσω στο χωριό η Αρετή. Δύο μήνες της πήρε μα τα κατάφερε και βρήκε αγοραστές. Πούλησε τα πάντα. Και το σπίτι της και τα κτήματα και τα αμπέλια και όλη την περιουσία του Ανέστη που έφτανε για δύο ζωές. Με αυτά τα χρήματα θα αγόραζε την ελευθερία τους.
Με μια βαλίτσα και ένα λεωφορείο πήγε ξανά πίσω στην πόλη. Η ημερομηνία ήταν συγκεκριμένη. Η ημέρα που γεννήθηκε ο Τόλης. Που αν ήταν μάνα του η Αρετή θα το είχε πνίξει μέσα στην κούνια. Έμεινε κρυμμένη μέχρι να νυχτώσει. Τον είδε να βγαίνει από το σπίτι με τα αδέρφια του και να πηγαίνει να γλεντήσει. Πού να ήξερε ότι θα γυρνούσε και θα το έβρισκε άδειο.
Όρμησε η Αρετή από την πίσω πόρτα όπως είχαν συνεννοηθεί με την Ελένη. Είχε έτοιμη και αυτή μια βαλίτσα και κρατούσε το παιδί από το χέρι κοντά της. Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν στα βιαστικά μη χάσουν χρόνο. Θα είχαν όλον τον καιρό μετά.
«Πού πάτε εσείς;»
Ακούγοντας την φωνή πίσω τους έμειναν ακίνητες. Νόμιζαν ότι θα κοιμόταν. Ήταν κάτι που δεν είχαν υπολογίσει.
«Τις παίρνω από εδώ μέσα!», φώναξε η Αρετή και είδε την Ελένη φοβισμένη να προσεύχεται με κλειστά τα μάτια.
Η μάνα του Τόλη πλησίασε κοντά τους με αργά βήματα. Οι γυναίκες ήταν σίγουρες ότι θα τις εμπόδιζε.
«Μην πεις κάτι, μητέρα, σε παρακαλώ. Άσε με να φύγω. Δεν αντέχω άλλο! Λυπήσου το παιδάκι μου!»
«Δεν θα μιλήσω μόνο αν με πάρετε και εμένα μαζί σας!»
Οι γυναίκες κοιτάχτηκαν χωρίς να ξέρουν τι να πουν. Δεν το περίμεναν αυτό.
«Ούτε εγώ αντέχω άλλο ξύλο. Θα με σκοτώσει και εμένα», τους είπε.
«Μητέρα… Δεν ήξερα…»
«Έμαθα με τα χρόνια να μην βγάζω άχνα. Ελπίζω να με συγχωρέσεις, παιδί μου. Προσευχόμουν να έρθει αυτή η μέρα»
«Δεν έχουμε άλλο χρόνο, πρέπει να φύγουμε!», μπήκε μπροστά η Αρετή και της έδωσε το χέρι. «Έλα, συμπεθέρα μου. Ήρθε η μέρα!»
Οι τρεις γυναίκες έφυγαν από εκείνο το σπίτι με δύο βαλίτσες, ένα παιδί στην αγκαλιά και την ψυχή στο στόμα να προφτάσουν να απομακρυνθούν πριν τις βρουν. Ώρες μετά, αποχαιρετούσαν την παλιά ζωή και προσδοκούσαν την νέα, εκείνη που δεν θα είχε φόβο πάρα μόνο ελευθερία. Όταν έφτασε ο Τόλης με τα αδέρφια του στο λιμάνι, το καράβι είχε φύγει. Ρώτησαν αν είδε κανείς μια γυναίκα με ένα παιδί στην αγκαλιά. Και του είπαν πως το μόνο που είδαν ήταν την γυναίκα με τα λευκά μαλλιά που περπατούσε με το κεφάλι ψηλά.
CC
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτή👇👇👇
