Εκείνη που λείπει

«Εσύ είσαι! Εσύ που με καταράστηκες! Άσε με να πεθάνω! Σου ορκίζομαι θα σου πω όλη την αλήθεια!»

«Θέλω να μάθω τι έκανες το παιδί μου!»

«Το πούλησα!»

«Πού; Σε ποιους;»

«Θα στα πω όλα! Πάρε πίσω την κατάρα σου! Δεν βλέπεις πώς με τρώνε ζωντανή τα σκουλήκια; Δεν μπορεί να βγει η ψυχή μου! Θα στα πω όλα! Συγχώρεσέ με να πεθάνω επιτέλους!»

……………………………..

«Ρε, μαμά. Αλήθεια λες; Πες μου την ιστορία από την αρχή!»

«Ναι. Η γιαγιά σου είχε δύο παιδιά στην κοιλιά της. Δίδυμα κορίτσια. Το βράδυ που γέννησε, της έδωσαν μόνο το ένα. Το άλλο της είπαν ότι πέθανε. Μα η αλήθεια ήταν ότι η μαία το πούλησε»

Η νεαρή τότε Κατερίνα άκουγε όλο έκπληξη την μαμά της να αποκαλύπτει γιατί ο μπαμπάς της δεν μεγάλωσε με την αδερφή του. Εννιά παιδιά είχε κάνει η μάνα του μα μόνο τα οχτώ είχε μεγαλώσει.

«Το κορίτσι το αγόρασε ένα πλούσιο ζευγάρι. Εκείνοι δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά. Τους είπαν ψέματα πως ήταν ορφανό και ότι η μάνα του πέθανε στην γέννα»

«Και έτσι απλά τους πήγε το μωρό;»

«Ναι. Άλλες εποχές τότε. Αυτά δυστυχώς γίνονταν συνέχεια. Έδιναν τα χέρια και τελείωνε η ιστορία. Με μια χειραψία πωλήθηκε η κόρη της»

«Και η γιαγιά πώς έμαθε ότι ζούσε το κορίτσι;»

«Το ένστικτο της μάνας! Κάτι κλωτσούσε μέσα της. Όταν πήγε και ζήτησε να το πάρει, να το αεροβαφτίσει και να το θάψει, της είπαν πως το είχαν ήδη κάνει αυτοί. Βρήκαν δικαιολογίες και δεν την άφησαν να δει το δήθεν νεκρό μωρό. Έτσι η γιαγιά σου έψαξε για αυτήν την γριά μαία. Έμαθε ότι υπήρχε μια φήμη ότι για πολλά χρόνια πουλούσε μωρά. Και πήγε και την ξεμπρόστιασε. Κανείς δεν είχε καταφέρει να το αποδείξει. Κανείς δεν μπορούσε να την σταματήσει. Το μωρό αυτό ήταν το τελευταίο που πούλησε. Εκείνη βέβαια τα αρνήθηκε όλα»

«Και τι έκανε μετά η γιαγιά;»

«Έκανε κάτι κακό. Την καταράστηκε!»

«Τι είπε;»

«Την καταράστηκε να μην μπορεί να ξεψυχήσει!»

«Χριστέ μου!»

«Και τότε, όταν πέθαινε η μαία, έμαθε την αλήθεια η γιαγιά σου!»

«Έπιασε η κατάρα;»

«Ναι! Όταν έφτασε στα τελευταία της η μαία δεν μπορούσε να πεθάνει. Έλιωσε το σώμα της, αλλά η ψυχή δεν έβγαινε. Έβγαλε σκουλήκια που την έτρωγαν ζωντανή. Και ζήτησε να βρουν την γυναίκα που την είχε καταραστεί. Και πήγαν την γιαγιά σου στο νοσοκομείο και η γριά μαία της ζήτησε συγγνώμη και της είπε όλη την αλήθεια! Το μωρό το είχε αγοράσει μια πλούσια οικογένεια στην ίδια πόλη μάλιστα. Έπειτα φώναξαν και παπά και την διάβασε και μόνο τότε ξεψύχησε η μαία. Η γιαγιά σου εξομολογήθηκε και αυτή γιατί είναι μεγάλη αμαρτία η κατάρα. Αλλά αυτός ήταν ο τρόπος που έμαθε την αλήθεια»

«Και μετά η γιαγιά πήγε να βρει το παιδί της;»

«Έκανε κάτι άλλο. Πήγε και ζήτησε δουλειά στο σπίτι τους»

«Μα γιατί; Γιατί δεν είπε την αλήθεια;»

«Η αλήθεια, Κατερίνα μου, είναι κάποιες φορές μια λεπτή κλωστή. Την περνάς στα δάχτυλά σου και νομίζεις ότι ξέρεις τι να κάνεις με αυτήν. Αλλά είναι τόσο λεπτή που μπορεί να σε κόψει. Έτσι έκανε η γιαγιά σου με την αλήθεια που έμαθε. Την ζύγισε στα χέρια της. Όταν είδε το πλούσιο σπίτι που ζούσε το παιδί της, δίστασε. Εκεί τα είχε όλα. Βιβλία, παιχνίδια, φαγητό, παπούτσια. Πράγματα που έχουμε δεδομένα σήμερα. Αλλά για την εποχή εκείνη ήταν πραγματικός πλούτος! Ο μπαμπάς σου έβαλε παπούτσια στην πέμπτη δημοτικού!»

«Πολύ λυπηρό, ρε μαμά. Στεναχωριέμαι…»

«Να μην στεναχωριέσαι. Να εκτιμάς όσα έχεις!»

«Έχεις δίκιο. Οπότε η γιαγιά άρχισε να δουλεύει σε εκείνο το σπίτι για να είναι κοντά στο παιδί της. Πόσο χρονών ήταν τότε η θεία μου;»

«Μικρή ακόμα. Δύο, τριών ετών περίπου. Την έβλεπε να μεγαλώνει και να της μοιάζει όλο και πιο πολύ. Ήξερε ότι κάποια στιγμή θα μαθευόταν το μυστικό»

«Δεν το είχε πει σε κανέναν;»

«Όχι! Ο παππούς σου ήταν άρρωστος από τότε που είχε γυρίσει από τον πόλεμο. Ήταν μισθοφόρος στην Κορέα και γύρισε με πνευμονία. Παντρεύτηκε την γιαγιά σου και ζήτησε όλα τα λεφτά που έστελνε μέχρι τότε στον πατέρα του, για να του τα φυλάει. Αλλά ο προ παππούς σου τα είχε φάει όλα. Έτσι δεν υπήρχε φράγκο. Γι’ αυτό άλλαξε και ο μπαμπάς σου ένα γράμμα από το επώνυμό του. Αλλά αυτή είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία»

«Άρα η γιαγιά δεν ήθελε να τον στεναχωρήσει στην κατάστασή του»

«Σωστά. Λίγο μετά πέθανε βέβαια»

«Έμαθε ποτέ για το άλλο του κορίτσι;»

«Αυτό δεν το ξέρω. Δεν τους γνώρισα και ό,τι ξέρω είναι από τον μπαμπά σου»

«Τι δίλημμα όμως και αυτό… Να μοιράζεσαι το παιδί σου. Εγώ δεν θα μπορούσα να το κάνω. Από την άλλη, ίσως η γιαγιά πίστευε ότι το γλύτωσε από μια μίζερη ζωή…»

«Ίσως έτσι να το σκέφτηκε. Αλλά δεν άντεχε και να είναι μακριά από την κόρη της»

«Και τελικά πώς μαθεύτηκε η αλήθεια;»

«Αρχικά, η θετή μητέρα του κοριτσιού ήταν η πρώτη που το κατάλαβε. Η ομοιότητα ήταν πια εμφανής. Κατάλαβε ότι η μαία τους είχε πει ψέματα ότι το παιδί ήταν ορφανό. Αλλά φοβόταν να παραδεχτεί την αλήθεια. Ίσως φοβόταν μην χάσει το κορίτσι. Οπότε ανεχόταν την κατάσταση. Έκανε ότι δεν ήξερε. Αργότερα πέθανε και ο δικός της άντρας. Δεν ξέρω αν ούτε εκείνος έμαθε την αλήθεια. Έμειναν οι δύο γυναίκες, λοιπόν. Η θετή και η βιολογική μαμά. Ύστερα, όσο μεγάλωνε το κορίτσι άρχισε να αισθάνεται ότι κάτι συμβαίνει. Ένιωθε την σύνδεση με την βιολογική της μαμά κι ας μην ήξερε τον λόγο»

«Ωχ! Καμία από τις δύο δεν της το είπε; Υποψιάζομαι ότι το ανακάλυψε μόνη της!»

«Ναι! Ήταν πιο μεγάλη πια και μια μέρα ακολούθησε την γιαγιά σου όταν σχόλασε. Έφτασε μέχρι έξω από το σπίτι της. Χτύπησε την πόρτα για να της μιλήσει μόνη της…»

«Και άνοιξε η δίδυμη!»

«Ω, ναι! Άνοιξε η δίδυμη αδερφή της! Εννοείται ότι έπαθαν σοκ και τα δύο κορίτσια. Γιατί ήταν σαν να κοιτάζονταν σε καθρέφτη»

«Τρομερό. Και στην ίδια πόλη και δεν είχαν συναντηθεί ποτέ;»

«Ποτέ ως τότε που πήγε στην πόρτα της! Και έμοιαζαν σαν δύο σταγόνες νερό! Σιγά σιγά όμως ξεπέρασαν το σοκ. Έκατσαν κάτω και συζήτησαν όλοι μαζί. Γνώρισε και τα υπόλοιπα αδέρφια της. Χαρά που είχε κάνει ο πατέρας σου… Κράτησαν επαφές. Μετά πέθανε η γιαγιά, μεγάλωσαν τα παιδιά και τράβηξε το καθένα τον δρόμο του»

«Και η θετή μητέρα πώς το πήρε; Θα της ήταν πολύ δύσκολο και εκείνης…»

«Είχε πει μια κουβέντα στην γιαγιά σου. ‘Η κόρη που αγοράσαμε είναι δική σου κόρη’. Έτσι της είπε η θετή μαμά. Παρόλο που εκείνη το μεγάλωσε, εκείνη το φρόντισε, εκείνη το τάισε, το σπούδασε, το προίκισε. Εκείνη ξενύχτησε στο προσκέφαλό του όταν αρρώσταινε, εκείνη το συμβούλευε και το έτρεχε και το αγάπησε σαν δικό της. Μα ήξερε πως το μωρό που αγόρασαν το είχαν κλέψει από την μάνα του. Και πάντα ήταν ευγνώμων που υπήρχε στην ζωή της. Είχαν μια καλή σχέση μέχρι το τέλος. Πρώτα έφυγε η θετή και λίγα χρόνια μετά και η γιαγιά σου»

«Εσύ μαμά; Θα μπορούσες να το κάνεις αυτό;»

«Όχι, κορίτσι μου. Δεν θα μπορούσα να σε μοιραστώ. Αλλά αυτή θα ήταν η δική μου επιλογή. Αυτή ήταν η ιστορία της γιαγιάς σου»

*Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα στην Κρήτη.

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading