Το σημείωμα στο βιβλίο

Η Άννα δεν έψαχνε κάτι συγκεκριμένο εκείνο το απόγευμα. Είχε βγει βόλτα να καθαρίσει το μυαλό της από τις μυριάδες σκέψεις που την κατέκλυζαν τον τελευταίο καιρό.
Όταν ξεκίνησε άξαφνα να βρέχει, μπήκε ενστικτωδώς στο παλαιοβιβλιοπωλείο που ξεπρόβαλε μπροστά της, περισσότερο για να γλιτώσει από τη βροχή παρά από κάποια πραγματική ανάγκη να αγοράσει βιβλίο.

Η βροχή είχε έρθει ξαφνικά—από εκείνες που δεν σου δίνουν χρόνο να σκεφτείς. Μέσα σε λίγα λεπτά, οι δρόμοι είχαν αδειάσει και οι άνθρωποι έτρεχαν να κρυφτούν όπου έβρισκαν. Η Άννα στάθηκε για μια στιγμή κάτω από την τέντα, κοίταξε τον ουρανό, και μετά έσπρωξε την πόρτα.

Το μαγαζί μύριζε χαρτί και υγρασία. Εκείνη τη γνώριμη μυρωδιά των παλιών βιβλίων που δεν είναι απλώς μυρωδιά—είναι κάτι ανάμεσα σε μνήμη και χρόνο.

Προχώρησε αργά ανάμεσα στα ράφια. Δεν βιαζόταν. Άλλωστε, η βροχή δεν έδειχνε να κοπάζει σύντομα.
Περπατούσε ανάμεσα στα ψηλά ράφια και τα δάχτυλά της γλιστρούσαν πάνω από τις ράχες των βιβλίων, σχεδόν μηχανικά. Τίτλοι ξεχασμένοι, ονόματα που κάποτε ίσως σήμαιναν κάτι για κάποιον. Αναρωτήθηκε πόσοι άνθρωποι είχαν περάσει από εκεί πριν από εκείνη. Πόσοι είχαν σταθεί μπροστά στα ίδια ράφια, με τις δικές τους σκέψεις, τις δικές τους εκκρεμότητες.

Ένα βιβλίο, όμως, ξεχώρισε. Όχι επειδή ήταν όμορφο—ήταν μάλλον το αντίθετο. Φθαρμένο, με τη ράχη του ελαφρώς λυγισμένη, σαν να είχε ανοιχτεί και ξανανοιχτεί πολλές φορές. Προεξείχε λίγο από τα υπόλοιπα, σαν να είχε τοποθετηθεί βιαστικά ή… σαν να μην ανήκε ακριβώς εκεί. Σαν να φώναζε για προσοχή…

Η Άννα το τράβηξε έξω. Το κράτησε για λίγο στα χέρια της πριν το ανοίξει. Δεν ήξερε γιατί. Ίσως από συνήθεια. Ίσως γιατί κάποια πράγματα θέλουν μια μικρή παύση πριν αποκαλυφθούν. Όταν τελικά το άνοιξε, οι σελίδες έτριξαν ελαφρά. Κιτρινισμένες, λεπτές, εύθραυστες. Άρχισε να τις ξεφυλλίζει χωρίς συγκεκριμένο σκοπό.
Και τότε το είδε. Ένα χαρτί διπλωμένο πρόχειρα, χωμένο ανάμεσα στις σελίδες.

Σταμάτησε και κράτησε την αναπνοή της. Το τράβηξε προσεκτικά: κρατούσε κάτι εύθραυστο στα χέρια. Το χαρτί ήταν παλιό, μαλακό στις άκρες, σαν να είχε περάσει από πολλά χέρια. Το άνοιξε. Η γραφή ήταν χειρόγραφη.
«Αν το βρεις αυτό, σημαίνει πως το άφησα πίσω μου για κάποιον που ίσως καταλάβει».

Η Άννα ένιωσε ένα μικρό σφίξιμο. Όχι έντονο—αλλά αρκετό για να την κρατήσει εκεί. Συνέχισε να διαβάζει.
«Δεν ξέρω ποιος είσαι. Δεν ξέρω πότε θα το διαβάσεις. Αλλά ξέρω πώς ένιωθα όταν το έγραφα αυτό».

Έξω, η βροχή δυνάμωσε. Ο ήχος της γέμισε το χώρο, αλλά δεν την αποσπούσε. Αντίθετα, έκανε τη στιγμή να μοιάζει πιο κλειστή, πιο προσωπική.
«Υπάρχουν πράγματα που δεν προλαβαίνουμε να πούμε. Όχι γιατί δεν θέλουμε, αλλά γιατί νομίζουμε πως έχουμε χρόνο».

Η Άννα χαμήλωσε λίγο το βλέμμα. Κάποτε, σε ένα μπαλκόνι με θέα σε μια πόλη που δεν κοιμόταν ποτέ, κάποιος της είχε πει κάτι παρόμοιο. Όχι με τις ίδιες λέξεις—αλλά με εκείνο το ύφος που σε κάνει να πιστεύεις ότι υπάρχει χρόνος για όλα.
Κι εκείνη είχε συμφωνήσει.
Τότε. Που δεν ήξερε.

Συνέχισε. «Και μετά, χωρίς να σε ρωτήσει κανείς, το ‘για πάντα’ γίνεται ‘όσο προλάβουμε’». Έμεινε ακίνητη. Το πρόσωπό του δεν ήρθε καθαρά στο μυαλό της. Ήρθε όμως η αίσθηση—εκείνο το καλοκαίρι που δεν τελείωσε όπως θα έπρεπε, εκείνα τα μηνύματα που έμειναν μισά, εκείνη η τελευταία φορά που κανείς από τους δύο δεν είπε αυτό που πραγματικά ήθελε.
Έσφιξε ελαφρά το χαρτί στα δάχτυλά της. «Αν διαβάζεις αυτό, μην περιμένεις. Μην αφήνεις τις λέξεις να γίνουν σιωπή».

Η Άννα πήρε μια μικρή ανάσα. Δεν ήταν οδηγία. Δεν ακουγόταν σαν συμβουλή. Περισσότερο σαν παραδοχή κάποιου που είχε ήδη αργήσει. Κι εκείνη… ίσως κι εκείνη να είχε.

Κοίταξε για λίγο γύρω της. Το μαγαζί ήταν σχεδόν άδειο. Ο ιδιοκτήτης κάπου στο βάθος, αόρατος. Ο χρόνος είχε εκεί μέσα μια περίεργη ακινησία.
Ξανακοίταξε το χαρτί. «Δεν ξέρω αν άξιζε. Ξέρω μόνο πως άξιζε όσο κράτησε».
Ένα σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της. Θυμήθηκε ένα γέλιο. Όχι τι ειπώθηκε—μόνο το γέλιο. Και εκείνη την αίσθηση ότι για λίγο, όλα είχαν μπει στη σωστή θέση, ακόμα κι αν δεν κράτησε.

Γύρισε το χαρτί. Νόμιζε ότι είχε τελειώσει. Αλλά υπήρχε κι άλλο. «Αν το νιώσεις, μην το φοβηθείς. Ακόμα κι αν δεν μείνει».

Η Άννα έμεινε για λίγο έτσι, με το χαρτί ανοιχτό, χωρίς να το διαβάζει πια. Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της. Ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται και πήρε μια βαθιά ανάσα να ξαλαφρώσει το βάρος των αναμνήσεων που την κατέκλυσαν σαν χείμαρρος.

Δεν ήξερε πόση ώρα πέρασε. Η βροχή συνέχιζε. Κάποια στιγμή, δίπλωσε ξανά το σημείωμα. Το κράτησε στο χέρι της, χωρίς να το βάλει αμέσως πίσω. Σκέφτηκε να το αφήσει όπως το βρήκε. Να το ξαναβάλει στη θέση του και να φύγει. Σκέφτηκε και το άλλο. Να του γράψει. Όχι σε εκείνον—ή ίσως και σε εκείνον, αλλά χωρίς να το στείλει ποτέ.

Η σκέψη πέρασε γρήγορα. Αντί γι’ αυτό, άνοιξε το βιβλίο ξανά. Έψαξε στην τσάντα της, βρήκε ένα στυλό, και στάθηκε για λίγο πάνω από τη σελίδα. Δεν ήταν σίγουρη τι ακριβώς ήθελε να γράψει. Ίσως τίποτα. Ίσως κάτι πολύ απλό.

Τελικά, έσκυψε και έγραψε κάτω από το σημείωμα: «Το διάβασα. Και δεν άργησα αυτή τη φορά».
Σάστισε για λίγο. Είχε πια πάρει την απόφασή της. Αυτή που τόσο καιρό την ταλάνιζε και την κρατούσε ξύπνια τα βράδια. Κοίταξε τις λέξεις. Ήταν λίγες. Αλλά για πρώτη φορά μετά από καιρό, ένιωθε πως δεν κρατούσε κάτι πίσω. Δίπλωσε ξανά το χαρτί, το έβαλε στη θέση του, και έκλεισε το βιβλίο. Το κράτησε για μια στιγμή στα χέρια της πριν το τοποθετήσει πίσω στο ράφι—εκεί ακριβώς από όπου το είχε πάρει. Ίσως κάποιος άλλος να το έβρισκε. Ίσως όχι.

Καθώς κατευθύνθηκε προς την έξοδο, η βροχή είχε αρχίσει να κοπάζει. Όχι εντελώς—αλλά αρκετά ώστε να ξαναφέρει κίνηση στους δρόμους.

Η Άννα στάθηκε για λίγο στην πόρτα. Έβγαλε το κινητό της. Το κράτησε στο χέρι χωρίς να το ξεκλειδώσει αμέσως. Ύστερα το άνοιξε. Έμεινε για λίγο πάνω σε ένα όνομα. Δεν έγραψε κάτι μακροσκελές. Μόνο: «Είσαι καλά;»
Έτσι ξεκινούν αυθόρμητα όλες οι συζητήσεις – με ένα νοιάξιμο (αυθεντικό ή μη) για την υγεία του άλλου…

Στάθηκε για ένα δευτερόλεπτο. Και πάτησε αποστολή. Δεν ήξερε αν θα απαντούσε. Δεν ήξερε αν είχε νόημα πια. Αλλά ήξερε πως αυτή τη φορά… δεν άφησε τη σιωπή να μιλήσει αντί για εκείνη. Και καμιά φορά, αυτό είναι αρκετό.

Γιατί μερικές ιστορίες δεν ανήκουν σε έναν άνθρωπο. Απλώς περνάνε από χέρι σε χέρι— μέχρι κάποιος να τις καταλάβει. Ή να τις συνεχίσει.

Μαρία-Χριστίνα Δουλάμη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading