Το αρχείο της λήθης – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

Βγήκε ξανά στους δρόμους κρατώντας τον χάρτη που του είχαν δώσει. Ήταν παιδικός: βήματα, βελάκια, σύμβολα, ψίχουλα, δέντρα, ένα σπίτι από γλυκά, ένα ρολόι. Δεν του άρεσαν ποτέ οι χάρτες τους. Ακόμη κι οι εντολές τους έπρεπε να ντύνονται σαν παραμύθι για να λειτουργήσουν.

Πριν όμως προλάβει να ξεκινήσει την αναζήτησή του, είδε τον γέρο με τον γάντζο να περνάει απέναντι.

Κρατούσε μια πράσινη σακούλα. Ο άντρας τον ακολούθησε.

Ο γέρος, παρά το κουτσό του πόδι, κινούνταν υπερβολικά γρήγορα. Έστριβε σε στενά, γλιστρούσε ανάμεσα σε κάδους, περνούσε κάτω από μισοκατεβασμένα ρολά. Σε μια απότομη γωνία άφησε κάτω την πράσινη σακούλα και χάθηκε.

Ο άντρας πλησίασε τη σακούλα. Τη στιγμή που άπλωσε το χέρι του, φύσηξε δυνατός αέρας και την παρέσυρε από το έδαφος. Η σακούλα ανέβηκε ψηλά, άνοιξε σαν φουσκωμένο πέπλο και μεταμορφώθηκε σε τεράστιο χαμογελαστό κεφάλι γάτου: ο Γάτος του Τσέσαϊρ.

Το κεφάλι ήρθε καταπάνω του και τον διαπέρασε, άυλο σαν φάντασμα. Εμφανίστηκε πάλι πίσω του, ύστερα πάνω του, ύστερα μπροστά του, κάθε φορά με το ίδιο παγωμένο χαμόγελο.

Ο άντρας έμεινε ακίνητος. Στην άκρη του δρόμου μια σκιά έτρεξε. Έτρεξε κι εκείνος πίσω της. Πέρασαν φράχτες, σκαρφάλωσαν ταράτσες, πήδηξαν από στέγη σε στέγη, διέσχισαν συρματοπλέγματα και αυλές, ώσπου η σκιά βρέθηκε μπροστά σε αδιέξοδο. Σταμάτησε. Ο άντρας πλησίασε.

Η σκιά, μεταμορφώθηκε στον γέρο πειρατή που όμως στεκόταν τώρα όρθιος, χωρίς γάντζο, χωρίς μαύρο κάλυμμα στο μάτι και χωρίς το κουτσό περπάτημα. Ήταν ψηλότερος απ’ όσο φαινόταν πριν.

«Αργά ή γρήγορα θα έφτανες ως εδώ» είπε. Έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό. Οι λευκές γραμμές φαίνονταν πεντακάθαρα, και μάλιστα ήταν πιο έντονες από πριν. «Κάπου εκεί» άρχισε ο πρώην πειρατής «υπάρχει κι η δική σου πορεία. Σε περιμένει να την ακολουθήσεις».
Ο άντρας ύψωσε το χέρι. Στην άκρη των δαχτύλων του έλαμψε μια λεπίδα. «Ποιος είσαι;»
«Κάποιος που πρόλαβε να θυμηθεί πριν τον σβήσουν».
Η λεπίδα έμεινε στραμμένη στον λαιμό του άλλου.
«Δεν σε ενδιαφέρει να μάθεις τι σου συμβαίνει;» συνέχισε ο γέρος.
«Με ενδιαφέρει η ισορροπία αυτού του κόσμου».
Ο άλλος γέλασε σιγανά. «Ακριβώς αυτό είναι το πρόβλημα. Ο κόσμος αυτός δεν είναι κόσμος».

***

Η κοπέλα με τα τυρκουάζ μαλλιά προσπαθούσε απεγνωσμένα να κερδίσει την παρτίδα. Ήξερε πως έπρεπε να φτάσει στην άλλη άκρη της αίθουσας εκεί όπου βρισκόταν ο καθρέφτης. Μα ήξερε επίσης πως δε θα κατάφερνε ποτέ να φτάσει ως εκεί όσο έπαιζε με τους κανόνες. Είχαν περάσει πολλές ώρες. Ή ίσως μόνο λίγα λεπτά. Ο χρόνος κυλούσε περίεργα εκεί κάτω και δεν μπορούσε να τον προσδιορίσει. Σύντομα κατάλαβε ότι το παιχνίδι δεν ήταν φτιαγμένο για να κερδηθεί. Κάθε σωστή κίνηση άνοιγε μπροστά της άλλες τρεις λανθασμένες. Κάθε φορά που νόμιζε πως πλησίαζε στον καθρέφτη, το ασπρόμαυρο δάπεδο μάκραινε λίγο ακόμη, λες και την κορόιδευε. Κάθε τόσο, μέσα στην παγωμένη σιωπή, της φαινόταν πως άκουγε μια φράση που δεν είχε πει ποτέ: δεν έζησες τη ζωή που σου αναλογούσε.

Σήκωσε το βλέμμα στον καθρέφτη. Για μια στιγμή νόμισε πως είδε μέσα του ένα κορίτσι μικρότερο από την ίδια, μ’ ένα βιβλίο ανοιχτό στα γόνατα και δάχτυλα λερωμένα από τυρκουάζ μπογιά. Ύστερα η εικόνα χάθηκε.

Ένα πιόνι προχώρησε μόνο του.

Το κουνέλι κοίταξε το ρολόι του. «Αργείς» είπε. «Και αν αργήσεις κι άλλο, στο τέλος δε θα θυμάσαι τι ήταν αυτό που κυνηγούσες».

***

Όταν ο άντρας με την καπαρντίνα κατέβηκε τελικά στο λαγούμι, τη βρήκε εξαντλημένη, χλωμή, με τα μάτια πρησμένα. Το λευκό κουνέλι στεκόταν απέναντί της σαν δικαστής. Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε. «Σε ξέρω;» ρώτησε.

Ο άντρας έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Ήθελε να πει όχι. Ήθελε να πει ίσως. Αντί γι’ αυτό, έβγαλε από την τσέπη του ένα κατακόκκινο μήλο. «Αν με πιστέψεις» της είπε «θα κοιμηθείς. Όταν ξυπνήσεις, θα έχεις φτάσει στον καθρέφτη».

Η κοπέλα τον κοίταξε δύσπιστα. «Γιατί να σε εμπιστευτώ;»

Για πρώτη φορά δε βρήκε έτοιμη απάντηση να της δώσει. «Επειδή κι εγώ τώρα μαθαίνω ποιος είμαι» είπε.

Το κουνέλι έδειξε το ρολόι του. «Αργείτε» ψιθύρισε.

Η κοπέλα πήρε το μήλο. Το δάγκωσε. Σε λίγα δευτερόλεπτα τα γόνατά της λύγισαν. Ο άντρας την πρόλαβε πριν χτυπήσει στο πάτωμα. Η σκακιέρα έτρεμε ήδη γύρω τους. Τα πιόνια άρχισαν να σωριάζονται. Ο καθρέφτης ράγισε κάθετα.

Την πήρε αγκαλιά κι ανέβηκε πίσω μέσα από το λαγούμι. Όταν βρέθηκε πάλι στην αίθουσα των Δέκα, την κρατούσε σαν πάνινη κούκλα. Τα μάτια της ήταν κλειστά, το δέρμα της χλωμό, τα χείλη της κατακόκκινα.
«Η εντολή εκτελέστηκε» είπε κοφτά.
Ένας προβολέας έπεσε πάνω τους.
«Τελείωσε;» ρώτησε μια φωνή.
«Τελείωσε».
«Τότε ξεφορτώσου το πρόβλημα».
Ο άντρας έγνεψε, έκανε μεταβολή κι έφυγε, κρατώντας ακόμη το σώμα της. Μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω του, άκουσε καθαρά τη φωνή του γέρου μέσα στο μυαλό του: Διάλεξε τον δρόμο σου.

***

Η εποχή έξω, είχε αλλάξει ξαφνικά. Τώρα ήταν χειμώνας. Η πλατεία έσφυζε από κόσμο. Ο κρύος αέρας έκανε τα πρόσωπά τους να τσούζουν. Στη γωνία στεκόταν ένας εύσωμος γέρος ντυμένος Άγιος Βασίλης, χτυπώντας κουδουνάκια και γελώντας τρανταχτά.

Όταν ο τρίτος εκκωφαντικός χτύπος της καμπάνας έσχισε τον ουρανό, ο κόσμος πάγωσε και πάλι για λίγα δευτερόλεπτα.

Στη γωνιά του δρόμου καθόταν ένα μικρό κορίτσι, κουλουριασμένο με τα χέρια τυλιγμένα γύρω από τα γόνατά του. Έτρεμε από το κρύο. Ο Άγιος Βασίλης σταμάτησε να γελά. Πλησίασε αργά, γονάτισε μπροστά του και του έδωσε ένα σπίρτο. Το σπίρτο άναψε μόνο του.

Το κορίτσι κοίταξε τη φωτίτσα αποσβολωμένο. Για μια στιγμή η φλόγα φώτισε στο βλέμμα του τραπέζια στρωμένα, ζεστά σπίτια, ένα έλατο, τη γιαγιά του κι έπειτα έγινε πόρτα. Το μικρό σώμα άρχισε να χάνεται μέσα στο φως, ώσπου εξαφανίστηκε.

Ο Άγιος Βασίλης έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό, τη στιγμή που μια από τις λευκές γραμμές άρχιζε να ξεθωριάζει, μέχρι που έσβησε τελείως. Τότε κατέβασε το βλέμμα του και κοίταξε στην απέναντι πλευρά του δρόμου, τον άντρα με την καπαρντίνα που παρακολουθούσε εδώ και ώρα, εκείνον και το κορίτσι. Κοιτάχτηκαν για λίγη ώρα μέσα στα μάτια και στη συνέχεια ο Άγιος Βασίλης έκανε μεταβολή και άρχισε πάλι να χτυπάει τα κουδουνάκια του.

***

Ο άντρας με την καπαρντίνα άνοιξε τον χάρτη. Η διαδρομή τον οδήγησε έξω από την πόλη, σ’ ένα δάσος που ήταν παράλογα πράσινο για χειμώνα. Πουλιά δεν ακούγονταν· μόνο ο αέρας ανάμεσα στα φύλλα και ο ήχος από ψίχουλα που θρυμματίζονταν κάτω από τα παπούτσια του, σχηματίζοντας ένα μονοπάτι. Το ακολούθησε ώσπου έφτασε μπροστά σε μια καλύβα φτιαγμένη από μπισκότο, σοκολάτα και λιωμένη ζάχαρη. Ήταν σαν το σπίτι του «Χάνσελ και της Γκρέτελ» μόνο που είχε αρχίσει να σαπίζει. Τα γλυκά στους τοίχους ήταν μπαγιάτικα, η ζάχαρη υγρή και η σοκολάτα έλιωνε αργά σαν νεκρή σάρκα. Μπήκε. Μέσα επικρατούσε αφύσικη ζέστη. Οι τοίχοι έσταζαν καφέ υγρό. Η μυρωδιά καμένου πλανιόταν ακόμη στην ατμόσφαιρα, λες και πριν από λίγο να είχε σβήσει φωτιά. Για μια στιγμή, στο τζάκι, νόμισε πως είδε τις σκιές δύο παιδιών και μιας γριάς να λυγίζουν μέσα στις φλόγες και να σβήνουν. Ο χτύπος της καμπάνας ακούστηκε. Μια ακόμη λευκή γραμμή άστραψε μακριά, κάπου ψηλά στον ουρανό και τρεμόσβησε.

Στο πίσω δωμάτιο καθόταν ένας γέρος ξυλουργός. Είχε κατάλευκα μαλλιά, γκρίζο μουστάκι και στα χέρια του κρατούσε μια ξύλινη κούκλα ντυμένη σαν αγόρι. Προσπαθούσε να στερεώσει στο πρόσωπό της μια μακριά ξύλινη μύτη. Ο Τζεπέτο. Στο βλέμμα του υπήρχε η θλίψη ενός ανθρώπου που είχε περάσει μια ολόκληρη ζωή χωρίς να κρατήσει ποτέ το δικό του παιδί.

«Δε μοιάζει σχεδόν αληθινό;» ρώτησε. «Αν μπορούσα μόνο να του δώσω ζωή…»

Ο άντρας δίπλωσε τον χάρτη και ακούμπησε το πακέτο στο τραπέζι. «Ήρθε η ώρα» είπε.

Ο γέρος χαμήλωσε το κεφάλι. «Τι έχει μέσα;» ρώτησε.

Ο άντρας ξετύλιξε το σκούρο ύφασμα. Μέσα υπήρχε ένας λεπτός και σύνθετος μηχανισμός μετάλλου, γεμάτος οδοντωτούς τροχούς. Έμοιαζε με μεταλλική καρδιά.

Ο ξυλουργός οπισθοχώρησε. «Όχι» είπε χαμηλά. «Όχι αυτό». Άγγιξε το ξύλινο παιδί με τρεμάμενα δάχτυλα. «Αν βάλω αυτό μέσα του, θα περπατά. Θα μιλά. Μα δε θα είναι δική του ζωή. Θα είναι ένας υπάκουος φρουρός, ένας ακόμη δείκτης στο Ρολόι τους».

Ο άντρας ένιωσε το βλέμμα του να σκληραίνει. «Και αν δεν το κάνεις;»

Ο ξυλουργός τον κοίταξε κατάματα. «Ίσως, αν του δώσω κάτι από εμένα, να γίνει αληθινός με τον δύσκολο τρόπο».

Έξω ακούστηκε ένας βαθύς τριγμός. Το σπίτι άρχισε να λιώνει. Η σοκολάτα απλώθηκε στο έδαφος σαν παχύρρευστη λάβα. Κυλούσε γρήγορα, αφύσικα γρήγορα, προσπαθώντας να τους φτάσει. Ο Τζεπέτο κοκάλωσε από τρόμο.

Ο άντρας τον άρπαξε από το μπράτσο και τον τράβηξε. Όταν είδε πως ο ηλικιωμένος δεν μπορούσε να τρέξει, τον σήκωσε στους ώμους του, ενώ ο ξυλουργός κρατούσε σφιχτά τον Πινόκιο. Άρχισε να γλιστράει πάνω στο έδαφος με τρομακτική ταχύτητα, αποφεύγοντας τη σοκολατένια γλίτσα που τους κυνηγούσε. Η έξοδος του δάσους φαινόταν μπροστά τους, μα δεν πλησίαζε ποτέ. Κι ακριβώς τότε, μια σκιά σκέπασε το μονοπάτι: ένα αερόστατο κατέβηκε μέσα από τα σύννεφα. Στο καλάθι στεκόταν ένας άντρας με ημίψηλο καπέλο και ταξιδιωτικό παλτό.
«Τι θα λέγατε» φώναξε χαμογελώντας «να κάνουμε τον Γύρο του Κόσμου σε ογδόντα ημέρες;»

Ο άντρας με την καπαρντίνα δεν απάντησε. Πήρε φόρα, έκανε άλμα και προσγειώθηκε στο καλάθι κρατώντας ακόμη τον Τζεπέτο. Το αερόστατο ανυψώθηκε την ίδια στιγμή που η λιωμένη σοκολάτα σκέπαζε το μονοπάτι από κάτω τους.
Ο ταξιδιώτης τούς έκλεισε το μάτι.
Ήταν πάλι ο ίδιος: ο πειρατής· ο Άγιος Βασίλης· ο γάτος.

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Συνεχίζεται…

One response to “Το αρχείο της λήθης – Μέρος 2ο”

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading