-Να, βλέπεις εκεί απέναντι στην ακτή που διακρίνεται; Εκεί μακριά θέλει να μας πάει ο πατέρας σου, είπε η μάνα στην μεγάλη κόρη.
-Μα τόσο μακριά; Αλήθεια; Και πώς το λένε το μέρος μαμά; ρώτησε εκείνη.
-Το λένε Καλαμάκι. Είναι μετά τον Φλοίσβο, συμπλήρωσε η μητέρα.
Οι δυο τους εκείνη την στιγμή βρίσκονταν στην ακριβώς αντίθετη πλευρά του Σαρωνικού, στην Αίγινα και συγκεκριμένα στην Σουβάλα. Εκείνα τα χρόνια, σπίτια πολλά δεν υπήρχαν και όταν ο άνεμος ήταν ευνοϊκός, όλα φαίνονταν πεντακάθαρα. Ιδιαίτερα τις βραδινές ώρες, τα φώτα στους δρόμους έδιναν μια ρομαντική νότα στο τοπίο που άλλαζε μορφή αμέσως μετά το πρωί.
Ο πατέρας είχε αγοράσει ένα οικόπεδο στο Καλαμάκι, εκείνη την εποχή αυτό που δέσποζε στην περιοχή ήταν το αεροδρόμιο στο Ελληνικό. Πολλά σπίτια δεν υπήρχαν, γιατί ο κόσμος εξαιτίας του αεροδρομίου και της φασαρίας απέφευγε αυτά τα μέρη. Περισσότερο έρχονταν για μπάνιο στην θάλασσα, βόλτες στην παραλία και φαγητό στα μικρά ταβερνάκια της περιοχής. Όμως ο κυρ-Χρήστος είχε έμπνευση. “Θα μείνουμε εκεί”, έτσι του είχε καρφωθεί στο μυαλό του και καλά έκανε όπως φάνηκε στην πορεία.
Η μάνα και η μεγάλη κόρη δεν ήταν ευχαριστημένες, πού ακούστηκε να αφήσουν την όμορφη, κοσμοπολίτικη Καστέλα και να πάνε να μείνουν στην εξορία παρέα με τα πρόβατα; Γιατί εκείνα τα χρόνια, αν θέλετε να το πιστέψετε, πρόβατα έβοσκαν στον λόφο που κοκκίνιζε τον χειμώνα από τις κόκκινες ανεμώνες και παπαρούνες, ενώ το φθινόπωρο έπαιρναν ένα λιλά, μωβ χρώμα από τα μικρά, ταπεινά κυκλάμινα. Όταν η μπουλντόζα έσκαψε πολύ βαθιά, φάνηκαν οι πέτρες και μερικά φιδάκια, έτσι για να δημιουργήσουν έναν μικρό πανικό. Απτόητος ο πατέρας, ταραγμένη η μάνα, αλλά τι να κάνει; Δεν ήθελε να του πάει και κόντρα, εξάλλου θα ήταν το πρώτο τους σπίτι, ιδιόκτητο, το οποίο το έκτισαν με μεγάλο κόπο.
Όταν τελείωσαν τα κτισίματα, η μητέρα έκανε τις δηλώσεις της:
-Άκου τώρα τι θα γίνει. Ωραία όλα αυτά και το σπίτι και η θάλασσα, αλλά εγώ θέλω να μου φυτέψεις μερικές φιστικιές να θυμάμαι το νησί μου και λίγες τριανταφυλλιές.
Ο πατέρας, φυσικά, δεν ήθελε και πολύ για να τα κάνει όλα αυτά. Όχι μόνο φύτεψε τα παραπάνω, αλλά και πολλά άλλα δέντρα: λεμονιές, βερικοκιές, κορομηλιά, μουσμουλιά, αμυγδαλιές. Επίσης όλα τα κηπευτικά λαχανικά της κάθε εποχής. Τον χειμώνα μαρούλια, λάχανα και ραπανάκια. Ειδικά τα ραπανάκια είχαν γίνει το μήλο της έριδας με τον γείτονά του, τον αγαπητό κύριο Αντώνη με τα μουστάκια του, γιατί σαν γνήσιος κρητικός διέθετε και μουστάκια από αυτά τα μεγάλα και τα τσιγκελωτά. Ο γείτονας λοιπόν φύτευε ραπανάκια μια σταλιά και με έναν μαγικό τρόπο μεγάλωναν περισσότερο από το κανονικό και όταν ήταν έτοιμα να τα κόψει, του έφερνε του κυρ – Χρήστου μερικά από αυτά σαν δωράκι. Αυτά δεν ήταν ραπανάκια μόνο για την όρεξη, μέτραγαν και δεκαπέντε πόντοι στο μήκος, μάλιστα τόσο! Τα κρατούσε σαν να ήταν κανένα λάβαρο από την άλωση της Πόλης και του τα έφερνε στην πόρτα του Κυρίου Χρήστου, ο οποίος πάθαινε ένα μικρό εγκεφαλικό, γιατί τα δικά του γίνονταν μονίμως μικρά και τσουρούτικα! Όταν όμως ήταν η εποχή να κοπούν τα λάχανα και τα μαρούλια, ο κύριος Χρήστος ανταπέδιδε την επίσκεψη κρατώντας με χάρη την πραμάτεια του. “Εεεε κυρ-Αντώνη, σου έφερα λίγες πρασινάδες για σαλάτα”. Μεγάλη ταραχή πέρναγε ο δόλιος ο γείτονας, γιατί τα δικά του ήταν μικροσκοπικά και μαραμένα. “Μάλλον θα φταίει το νερό”, έλεγε από μέσα του. “Ίσως και οι σπόροι”.
Έτσι ο κυρ-Χρήστος ήταν ευχαριστημένος με τα λαχανικά του, τις ντομάτες του, τα λεμόνια του. Έφερε και συνεργείο να του σκάψει τους λάκκους για να φυτέψει τις φιστικιές, τέσσερις παρακαλώ, να μην χαλάσει και το χατίρι της γυναίκας του. Όταν οι λάκκοι δέχτηκαν τα αγαπημένα δέντρα της μάνας, η χαρά της ήταν μεγάλη. Θα έπαιρνε μυρωδιά από το νησί της, γιατί η πραγματικότητα ήταν ότι το σπίτι στην Αίγινα πουλήθηκε για να αγοραστεί αυτό το οικόπεδο στο πουθενά, όπως έλεγε εκείνη. Έτσι η Αίγινα θα ήταν πια ένα άπιαστο όνειρο για εκείνη.
Μετά ακολούθησαν τα λουλούδια, ο πατέρας γέμισε τον κήπο με τριανταφυλλιές και με μια Μπουκαμβίλια κόκκινου χρώματος, η οποία ξεφυτεύτηκε λίγο μετά τον θάνατο της γυναίκας του γιατί έφερνε γρουσουζιά. Η άμοιρη, πλήρωσε αυτή τα σπασμένα για τον άδικο χαμό της. Ευτυχώς ξαναβρήκε την θέση της μετά από λίγο καιρό.
Ο πατέρας λοιπόν φύτεψε πολλές τριανταφυλλιές, εβδομήντα στο σύνολό τους. Μία όμως ξεχώριζε στα μάτια της γυναίκας του. Εκείνη στα δεξιά της μπουκαμβίλιας, με το λιλά χρώμα. Όταν ήταν η εποχή που τα τριαντάφυλλα ανθίζουν, η γυναίκα στεκόταν από πάνω της και την μύριζε με όλη της την δύναμη. Μα τι άρωμα ήταν αυτό, μεθιστικό, λεπτό, γλυκό!
-Και νεκρούς ανασταίνει αυτό το λουλούδι! Αχ να είχα δέκα ρουθούνια να τα γέμιζα με το άρωμά της!
Πόσα λίγα θέλει ο άνθρωπος για να νιώσει γαλήνη και χαρά…
Δυστυχώς για εκείνη και για τους υπόλοιπους, έμεινε μόνο το λουλούδι, εκείνη έφυγε ξαφνικά. Η τριανταφυλλιά έζησε πολλά χρόνια, δεν είναι πολύς ο καιρός που χάλασε και ξεριζώθηκε. Δεν υπάρχουν πια τριανταφυλλιές με το ίδιο χρώμα και άρωμα όπως εκείνη, ίσως γιατί ήταν μοναδική σαν την μάνα τους.
Κι εγώ που σας γράφω αυτές τις γραμμές, είναι γιατί άνθισαν οι τριανταφυλλιές και μου φέρνουν κάθε φορά την ανάμνησή της. Δεν είναι τόσες πολλές πια, αλλά οι λιγοστές που έμειναν, έχουν υπέροχα χρώματα, φούξια, κίτρινα αλλά καμία δεν έχει αυτό το απαλό χρώμα.
Μάνα είναι μόνο μία, το ίδιο και η λιλά τριανταφυλλιά!
Δήμητρα Καμπόλη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
