Η Ομπρέλα – Μέρος 1ο

Ο ήχος απ’ το κουδουνάκι της πόρτας -σημάδι πως κάποιος είχε μπει στο μαγαζί, έκανε τον Στέλιο να σηκώσει το βλέμμα. Τακτοποιούσε τα ποτήρια στη θέση τους, μα στη θέα της άγνωστης κοπέλας, άφησε το πανί που κρατούσε κι ακούμπησε τα χέρια του πάνω στο μπαρ.

Η κοπέλα κοίταξε γύρω της, το βλέμμα της έπεσε πάνω στον άντρα και πήγε προς το μέρος του. Τράβηξε με αργές κινήσεις ένα σκαμπό και κάθισε μπροστά του. Ο Στέλιος κοίταξε διακριτικά έξω. Το πάρκινγκ ήταν άδειο.

– Καλησπέρα. της είπε

Εκείνη δεν μίλησε, μόνο κούνησε το κεφάλι της.

– Καφέ;

– Ό,τι να ‘ναι. Σκέτο. είπε και έβγαλε την τσάντα που φορούσε στην πλάτη της και την ακούμπησε στο διπλανό σκαμπό

Ενώ της ετοίμαζε τον καφέ, με πλάγιες ματιές μετρούσε την άγνωστη κοπέλα. Σε λίγα λεπτά, άφησε μπροστά της τον καφέ κι ένα ποτήρι νερό. Εκείνη τον κοίταξε, πήρε το νερό και το ήπιε μονορούφι. Ο Στέλιος, χωρίς να πει λέξη, το ξαναγέμισε και το επέστρεψε μπροστά της.

Κάθισε δίπλα στην ταμειακή μηχανή, διαγώνιά της κι άναψε τσιγάρο. Δεν την είχε ξαναδεί, θα την θυμόταν. Εξάλλου στο μαγαζί του σπανίως πήγαιναν γυναίκες, πόσο μάλλον μόνες τους. Βρισκόταν κοντά στην Εθνική Οδό, αλλά όχι σε κεντρικό σημείο, θα έπρεπε μάλλον να πας συστημένος εκεί, μιας κι ήταν σχεδόν αδύνατον να το βρεις τυχαία. Οι πελάτες του ήταν συγκεκριμένοι και κατά βάση νταλικέρηδες που τον γνώριζαν χρόνια κι εκτιμούσαν τη διακριτικότητά του. Στα πέντε δωμάτια που διατηρούσε στο πίσω μέρος του φαγάδικου, και τα οποία νοίκιαζε με την ώρα, συνέβαιναν πράγματα που έπρεπε να μείνουν κρυφά. Δεν ήταν λίγοι οι παντρεμένοι, που στα δρομολόγιά τους, σταματούσαν στου Στέλιου, για να φάνε και συχνά να περάσουν λίγες ώρες με τα κορίτσια που σύχναζαν το μαγαζί -υπό την προστασία του ίδιου του ιδιοκτήτη. Αυτή η κοπέλα όμως δεν έμοιαζε τέτοια.

Δεν πρέπει να ήταν πάνω από είκοσι πέντε χρονών. Είχε μακριά καστανά σπαστά μαλλιά, σχεδόν μέχρι τη μέση και μαύρα σκοτεινά μάτια. Ήταν μάλλον κοντούλα κι αρκετά αδύνατη, μα φαινόταν να έχει νεύρο και τσαγανό.

Φορούσε ένα στενό σκούρο τζιν, μαύρα αρβυλάκια, ένα κολλητό μαύρο μπλουζάκι κι ένα παλιό ξεθωριασμένο δερμάτινο. Ήταν εντελώς άβαφη και φαινόταν ταλαιπωρημένη κι άυπνη. Και σίγουρα άφραγκη. Ο Στέλιος στοιχημάτισε με τον εαυτό του πως δεν θα είχε να του πληρώσει ούτε τον καφέ.

– Μπορείς να καπνίσεις αν θες, επιτρέπεται. της είπε

Γύρισε και τον κοίταξε. Δεν είπε λέξη.

Πήγε προς το μέρος της, πήρε το πακέτο του στο χέρι του και της το έτεινε. Χωρίς να σηκώσει το βλέμμα, πήρε ένα και το ακούμπησε στα χείλη της. Της το άναψε κι άναψε κι αυτός ένα.

– Πώς βρέθηκες εσύ εδώ; τη ρώτησε.

– Με οτοστόπ. του απάντησε

– Δεν είδα κανέναν να σταματάει εδώ μπροστά. συνέχισε και πήρε μια τζούρα απ’ το τσιγάρο του

– Με άφησε πιο κάτω… είπε εκείνη χωρίς ακόμη να τον κοιτάζει

Κοίταξε τα χέρια της. Ήταν μικροκαμωμένα, μα φλέβες πετάγονταν έντονα.  Τα νύχια της ήταν κοντά και άβαφα, και κάτω απ’ το λευκό τους, υπήρχε κάτι σκούρο. Κι ο Στέλιος ήταν σίγουρος πως δεν ήταν χώμα…

– Ψάχνω δουλειά. είπε ξαφνικά, μετά από αρκετά λεπτά σιωπής

– Ξέρεις από κουζίνα; τη ρώτησε αμέσως, λες και είχε προετοιμαστεί από πριν γι’ αυτό που του είπε

– Όχι. του απάντησε κοιτώντας τον στα μάτια

– Έχεις κάνει ποτέ σερβιτόρα;

– Μαθαίνω γρήγορα. τα μαύρα μάτια της είχαν μια παράξενη λάμψη

– Με λένε Στέλιο.

– Βίκη. 

– Από πού είσαι; 

– Από Κρήτη.

Σταμάτησε για λίγο και την κοίταξε εξεταστικά. Εκείνη σχεδόν κρατούσε την ανάσα της, παρότι προσπαθούσε να φανεί ψύχραιμη.

– Έχεις κάπου να μείνεις; ρώτησε κι εκείνη του έγνεψε αρνητικά. Έχω δωμάτια πίσω. Μπες στο τελευταίο. τράβηξε ένα κλειδάκι κάτω απ’ το μπαρ και το ακούμπησε μπροστά της.

Τα μάτια της στένεψαν και κόλλησαν στα δικά του.

– Για να κάνεις ένα μπάνιο. Να φτιαχτείς λίγο και να δω τι πουλιά πιάνεις. τη διαβεβαίωσε, καταλαβαίνοντας πως η πρότασή του, την ξένισε. Δοκιμαστικά, ε! συμπλήρωσε

Πήρε το κλειδί, το κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και σηκώθηκε. Έβαλε την τσάντα της στον ώμο κι άρχισε να ψάχνει τις τσέπες της.

– Κερασμένος. Για τη συνεργασία. της είπε κι άρχισε να σκουπίζει πάλι τα ποτήρια και να τα τακτοποιεί στη θέση τους

Φτάνοντας στην πόρτα, γύρισε και τον κοίταξε.

– Τι ώρα ξεκινάω; 

– Σε δύο ώρες να είσαι εδώ. δεν γύρισε καν να την κοιτάξει

Ο ήχος απ’ το κουδουνάκι της πόρτας, τον έκανε να σηκώσει το βλέμμα. Την είδε να προχωράει με σταθερό βήμα στα πίσω δωμάτια. Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο δεξιά του. Δεν θ’ αργούσαν να φανούν τα κορίτσια. Είχε χρόνο να προετοιμάσει τη μικρή. Ή… να την διώξει.

***

Στις οκτώ και μισή, η Βίκη έσπρωχνε την πόρτα του μαγαζιού. Ο ήχος απ’ το καμπανάκι, έκανε τους τρεις άντρες που κάθονταν στο γωνιακό τραπέζι να γυρίσουν να την κοιτάξουν. Είδε τον Στέλιο να κάθεται μέσα απ’ το μπαρ και με το βλέμμα της καρφωμένο πάνω του, πήγε προς το μέρος του. Τα μάτια του την σκάναραν από πάνω μέχρι κάτω, χωρίς καμία διακριτικότητα. Είχε αλλάξει μπλουζάκι, φορούσε ένα λευκό κολλητό t-shirt, αλλά το ίδιο τζιν. Είχε λούσει τα μαλλιά της και τα είχε αφήσει λυτά πάνω στους ώμους της.

– Μπες μέσα απ’ το μπαρ. της είπε στεγνά

Υπάκουσε και στάθηκε δίπλα του. Ήταν πιο ψηλός απ’ ό,τι νόμιζε όπως τον έβλεπε απ’ έξω.

– Θέλω την ταυτότητά σου. της είπε χαμηλόφωνα

– Δεν έχω. απάντησε σταθερά

– Για να την δω εγώ. Μόνο εγώ. τόνισε κάθε λέξη

Δίστασε για λίγο, μα ύστερα ξεκρέμασε την τσάντα απ’ την πλάτη της, ψαχούλεψε το εσωτερικό της και του την έδωσε.

– Εδώ λέει Φλώρινα. Απ’ την Κρήτη δεν είπες ότι είσαι; 

– Είπα ψέματα. το βλέμμα της παρέμενε κολλημένο στο δικό του

– Σε ψάχνει η αστυνομία; 

– Όχι. 

– Τότε ποιος; 

Κάθισε και τον κοίταξε αναποφάσιστη για το αν έπρεπε να του μιλήσει.

– Ό,τι λέμε, μένει μεταξύ μας. Σ’ έβαλα στο μαγαζί μου, όμως δεν πρέπει να ξέρω τι καπνό φουμάρεις;

– Ένας… δάγκωσε τα χείλη της.

– Ποιος; Κοίτα… δε γουστάρω να σκάσει κανένα μπατσικό εδώ!

– Όχι. Από έναν άντρα κρύβομαι. 

– Τι άντρα;

– Δεν αξίζει να σε μπλέξω με…

– Είμαι ήδη μπλεγμένος. Μικρή… ή θα μου πεις όλη την αλήθεια τώρα, ή εξαφανίσου. 

– Πήγε να με βάλει σε κόλπο. Το έσκασα. 

– Πού έμενες; 

– Στη Φλώρινα.

– Κι εδώ πώς βρέθηκες; 

– Σου είπα. Με οτοστόπ. 

Έπιασε το χέρι της σταθερά και κοίταξε τα χέρια της. Τα είχε πια καθαρίσει.

– Τα νύχια σου. Τι είχαν;

– Αυτός που μ’ έφερνε… πήγε να… του έσκισα τα μούτρα. 

Σκλήρυνε το βλέμμα του για λίγα δευτερόλεπτα κι η Βίκη μαζεύτηκε.

– Καλά του έκανες του πούstη. είπε τελικά κι η Βίκη ανάσαινε ξανά. Δεκαεννιά είσαι; 

– Ναι. κατέβασε το κεφάλι της

Ο ήχος απ’ το κουδουνάκι της πόρτας, τους έκανε να γυρίσουν το βλέμμα τους προς την είσοδο. Δυο άντρες έμπαιναν στο μαγαζί. Το ύφος τους ήταν σκληρό. Ο ένας σήκωσε το χέρι και χαιρέτησε το Στέλιο και κάθισαν στο τραπεζάκι πίσω απ’ την πόρτα.

Η Βίκη τους κοίταξε και ενστικτωδώς έστρεψε το σώμα προς το μέρος τους, σαν να ήθελε να πάει προς τα κει για να ξεκινήσει δουλειά.

– Όχι. τη σταμάτησε με το χέρι του. Πήγαινε στην κουζίνα. Θα βοηθήσεις την Σάσα. Σε περιμένει. 

Η Βίκη δεν είπε λέξη, πήρε την ταυτότητά της, την έβαλε πίσω στην τσάντα της και έσπρωξε την εσωτερική πόρτα, μπαίνοντας στο χώρο της κουζίνας.

***

– Καλό το μικρό! Πού το πέτυχες; τον ρώτησε ο ένας απ’ τους δύο άντρες όταν πλησίασε το τραπέζι τους να πάρει παραγγελία

– Τι φέρνω; η φωνή του ήταν σταθερή και άχρωμη

Η Βίκη, μπαίνοντας στην κουζίνα, ακούμπησε σε μια άκρη την τσάντα και το μπουφάν της κι αφού μάζεψε τα μαλλιά της σε σφιχτό κότσο, πήγε δίπλα στη Σάσα.

– Εσύ καινούρια; την ρώτησε με ξενική προφορά

Η Βίκη κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

– Είμαι Σάσα.

– Είμαι η Βίκη.

– Φέρε ντομάτες από τελάρο. 

Όταν ώρες αργότερα, ο Στέλιος μπήκε στην κουζίνα, βρήκε την Βίκη να καθαρίζει πατάτες όρθια στον πάγκο και την Σάσα να ελέγχει τα φαγητά στο φούρνο.

– Το παστίτσιο κοντεύει να τελειώσει έξω. Σάσα, τι γίνεται; ρώτησε έντονα, αλλά το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στη Βίκη, που δε σήκωσε καν το κεφάλι της

– Σβήνω τώρα. Σε μισή ώρα έτοιμα και γεμιστά. απάντησε εκείνη ήρεμα

– Η μικρή, τι λέει; ρώτησε τη Σάσα

– Καλή. Αργή, αλλά καλή. είπε εκείνη και γύρισε στις κατσαρόλες της

– Μικρή… της απηύθυνε το λόγο

– Βίκη. τον κοίταξε

– Τελείωνε με τις πατάτες και φύγε. και γύρισε την πλάτη του να φύγει

– Με διώχνεις; γύρισε απότομα και έκανε δυο βήματα προς το μέρος του

– Θα πας για ύπνο και στις επτά το πρωί θα έρθεις να σου μάθω καφέδες. βγήκε απ’ την κουζίνα χωρίς να γυρίσει καθόλου να την κοιτάξει

***

Με την τσάντα στον ώμο, βγήκε απ’ την κουζίνα και στάθηκε πίσω απ’ το μπαρ. Το μαγαζί ήταν σχεδόν γεμάτο από κόσμο. Ο Στέλιος έδινε ένα κλειδί σε έναν άντρα που κρατούσε απ’ τη μέση μια ξανθιά γυναίκα, με κοντό κόκκινο φόρεμα και έντονο φούξια κραγιόν.

– Τριάντα ευρώ. Τρεις ώρες. τους είπε χωρίς να τους κοιτάξει

Τον πλήρωσαν και βγήκαν απ’ το μαγαζί. Ένιωσε την παρουσία της πίσω του και γύρισε απότομα.

– Θα βγαίνεις απ’ την πίσω πόρτα. της είπε κοφτά

Η Βίκη κατέβασε το κεφάλι και έκανε να ξαναμπεί στην κουζίνα.

– Στάσου, μικρή. πήγε προς το μέρος της

Εκείνη σταμάτησε, γύρισε και σήκωσε το βλέμμα της στο δικό του. Έπιασε το χέρι της και της έκλεισε στην παλάμη δυο πακέτα τσιγάρα και ένα χαρτονόμισμα των είκοσι ευρώ.

– Στις επτά να είσαι εδώ. της είπε και γύρισε στη θέση του.

Εκείνη δεν μίλησε. Έριξε στην τσάντα της αυτά που της έδωσε και ξαναμπήκε στην κουζίνα. Για να βγει απ’ την πίσω πόρτα.

***

Ένα αυτοκίνητο μπήκε στο πάρκινγκ. Πάρκαρε. Έσβησε τα φώτα. Ένας άντρας βγήκε απ’ την πόρτα του οδηγού και με αργά βήματα κατευθύνθηκε στην πόρτα του μαγαζιού. Ακούστηκε το κουδουνάκι της πόρτας. Ο Στέλιος στένεψε τα μάτια. Δεν είχε ξαναδεί αυτόν τον άντρα…

Κική Γιοβανοπούλου

Συνεχίζεται…

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading