Ήταν ένα βράδυ του Νοεμβρίου, το κρύο είχε ήδη δείξει τα κοφτερά του δόντια. Περίμενε τόσους μήνες να εμφανιστεί, σαν να τους μέτραγε έναν έναν: Μάιος… Ιούνιος…Αύγουστος…
Ζέστη, θαλπωρή, τζάκια, σοκολάτα, κουβέρτα, πάπλωμα, αγκαλιά… Τι λέξεις κι αυτές; Για να τα απολαύσεις όλα αυτά θα πρέπει να έχεις μία δουλειά, ένα εισόδημα για να μπορείς να πληρώνεις ενοίκιο, αν δεν τα έχεις, σε πετούν έξω από το σπίτι και ο δρόμος και τα παγκάκια γίνονται η επόμενη κατοικία σου.
Η τύχη ήταν με το μέρος της Αλίς, η χώρα στη οποία ζούσε, η Γαλλία, βίωνε μία μεγάλη οικονομική ύφεση. Στην Ισπανία το πρόβλημα φάνηκε πιο νωρίς, οικογενειάρχες άνθρωποι αναγκάζονταν να αφήσουν τα σπίτια τους αφού είχαν χάσει τις δουλειές τους, τα δάνεια έμεναν απλήρωτα, με αποτέλεσμα να κοιμούνται μέσα στα αυτοκίνητά τους. Τι τραγικό!
Έπειτα ακολούθησαν και άλλες χώρες, κυρίως της Μεσογείου, με επίκεντρο μία άλλη μικρότερη, την Ελλάδα, όπου οι άνθρωποι ήρθαν αντιμέτωποι όχι μόνο με την δυσχέρεια την οικονομική, αλλά και με την άδικη απαξίωση, σαν να ήταν το μοναδικό μαύρο πρόβατο της ευρωπαϊκής οικογένειας όπου ήταν μέλος.
Η εταιρεία όπου δούλευε η νεαρή κοπέλα εδώ και εφτά χρόνια είχε κάνει ήδη περικοπές για να περιορίσει τα έξοδά της. Η Αλίς ήταν μία πολύ καλή σχεδιάστρια μόδας ,γύρω στα τριάντα, θα μπορούσε να ανήκει στην ελίτ της Haute couture της χώρας της αν και νέα ακόμη, αλλά δεν είχε τόσο υψηλές φιλοδοξίες. Ο ανταγωνισμός ήταν τόσο μεγάλος και άγριος, εκείνη δεν άντεχε τόση πίεση, γιατί απλά ήθελε να ζήσει όπως εκείνη ονειρευόταν από μικρή. Τι ήταν αυτή η ζωή; Βόλτες στον Σηκουάνα τα πρωινά της Κυριακής, καφέ με κρουασάν στην αγαπημένη της braccerie και τέλος ένα καλό έργο στον κινηματογράφο το βράδυ για να αρχίσει η επόμενη εβδομάδα με ωραίες αναμνήσεις.
Είχε την πολυτέλεια να μένει στην περιοχή της Sacre Coeur, εκεί στον λόφο που από εκατοντάδες χρόνια πριν ήταν ένα κέντρο θρησκευτικής λατρείας και που στη αρχή του εικοστού αιώνα έγινε ο τόπος όπου οι καλλιτέχνες ζούσαν την μποέμικη, ανέμελη ζωή, γεμάτη χρώματα σαν τους πίνακες του Τουλούζ Λωτρέκ.
Εκεί στους γύρω δρόμους της Μονμάρτης έμενε και η Αλίς. Το διαμέρισμά της μικρό αλλά λειτουργικό, βρισκόταν στον τρίτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας από αυτές που δεν είχαν καν ασανσέρ. Για να φτάσει στην πιο ακριβή και φινετσάτη περιοχή του Παρισιού, στην Saint-Germain-des-Pres, όπου βρισκόταν η εταιρεία που εργαζόταν, έπαιρνε φυσικά το μετρό. Κάθε πρωί η ίδια διαδρομή, το ίδιο τρέξιμο για να φτάσει στην ώρα της. Στον δρόμο συναντούσε τους ίδιους ανθρώπους, που και αυτοί έτρεχαν να προλάβουν τον συρμό των οκτώ και τέταρτο. Ένας όμως άντρας της έκανε εντύπωση τον τελευταίο καιρό. Καθισμένος και κουλουριασμένος τις περισσότερες φορές μέσα στο μετρό, στην δεξιά άκρη της εισόδου λίγο μετά τα εκδοτήρια, έμοιαζε να είναι άστεγος, ένας clochard. Δεν ήταν όμως ένας τυχαίος. Αυτό το τελευταίο το ανακάλυψε η Αλίς μετά από καιρό.
Την εποχή της οικονομικής κρίσης, πολλές εταιρείες, ειδικά στον χώρο της ένδυσης, έπεσαν σε μεγάλη ύφεση. Εκεί ήταν που έπρεπε ο ιδιοκτήτης να έχει ατσάλινα νεύρα και μεγάλη υπομονή. Εκεί φάνηκε το ποιος ήταν ο καλός και έξυπνος “καπετάνιος”.
Στην περίπτωση του συγκεκριμένου άστεγου, τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά. Γιατί και έξυπνος ήταν και καλός “στρατάρχης”. Τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Η Αλίς, αν και έτρεχε να προλάβει τον συρμό των οκτώμιση, πάντα καθυστερημένη, του έριχνε μία κλεφτή ματιά. Της είχε κάνει εντύπωση το κλασσάτο του παρουσιαστικό και το ντύσιμό του.
Ήταν ένας ψηλός άντρας με καστανά μαλλιά, μάτια θολά από την ταλαιπωρία και φορούσε ένα καμηλό παλτό σε πολύ καλή κατάσταση. Αν τον συναντούσε σε κάποιο καφέ με τα ίδια ρούχα, θα έλεγε ότι ήταν ένα ακριβοπληρωμένο στέλεχος εταιρείας.
Βρισκόμαστε στα τέλη του Νοέμβρη, το κρύο έχει πια κυριεύσει το Παρίσι σαν ένας ανελέητος κατακτητής, οι άνθρωποι κυκλοφορούν χωμένοι στα ζεστά παλτά τους, ενώ τις περισσότερες φορές η ομπρέλα τους είναι το πιο απαραίτητο αξεσουάρ. Η ίδια εικόνα και εκείνο το πρωινό, το κρύο και το βροχερό. Ο άγνωστος άντρας καθόταν στο τελείωμα της σκάλας με το βλέμμα καρφωμένο στο βρώμικο πάτωμα. Έμοιαζε τόσο πεινασμένος, τα μάγουλά του έδειχναν ωχρά ενώ μπορούσε να διακρίνει με ευκολία τα έντονα ζυγωματικά του. Όταν πλησίασε η Αλίς του έριξε μία συμπονετική ματιά, εκείνος σαν να το ένιωσε και σήκωσε τα καστανά του μάτια. Την κοίταξε με ένα έντονο βλέμμα έχοντας την αίσθηση ότι του ήταν οικεία η παρουσία της. Σαν να την είχε ξανασυναντήσει, αλλά πού;
Ούτε το ύφος της μοιραίας γυναίκας είχε, όπως εκείνες με τις οποίες συναναστρεφόταν πριν λίγους μήνες. Αλήθεια, πόσο καιρός είχε περάσει από τότε που είχε βρεθεί στο τελευταίο γκαλά του pret a porter; Πολλές ήταν οι φορές που έκλεινε τα μάτια και αναπολούσε το παρελθόν. Άλλες φορές πάλι όχι, γιατί απλά αυτός ο κόσμος ήταν τόσο ψεύτικος, η αληθινή ζωή κρυβόταν κάπου εκεί έξω, ανάμεσα στα παγκάκια και στα βρώμικα πατώματα.
Ο ουρανός είχε γίνει σχεδόν μαύρος, σίγουρα θα ξεσπούσε μία δυνατή μπόρα. Ο κόσμος έτρεχε να μπει στο μετρό να προλάβει την βροχή που ερχόταν. Η Αλίς επικύρωσε το εισιτήριό της, αλλά δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό να μην γυρίσει το κεφάλι της ρίχνοντας την ματιά της στον περίεργο άντρα. Μέχρι να βγει από το μετρό και να ανέβει τα σκαλιά για να φτάσει τρέχοντας στην πολυτελή, παλιά πολυκατοικία που στεγαζόταν τα γραφεία που δούλευε, το μυαλό της είχε κολλήσει σε αυτόν. Μα ποιος να ήταν άραγε;
Ήταν πολύ όμορφος και αριστοκρατικός. Δεν έμοιαζε με τους άλλους άστεγους που συναντούσε στο μετρό ή στα παγκάκια τα βράδια. Μπα, τι με νοιάζει; σκέφτηκε από μέσα της. Μήπως να κάνω κάτι να τον βοηθήσω; άλλη μία σκέψη της πέρασε για λίγο από το μυαλό. Τρέχοντας έτρεξε προς το παλιό κτίριο με την art nouveau πρόσοψη, προλαβαίνοντας ίσα ίσα πριν γίνει μούσκεμα. Ανέβηκε με τις σκάλες μέχρι τον δεύτερο όροφο όπου στεγάζονταν τα γραφεία της. Στον πρώτο βρισκόταν ο εκθεσιακός χώρος ενώ στον τρίτο το “κάστρο” της διευθύντριας και του προέδρου της εταιρείας.
-Bonjour, καλημέρα σας. Είδατε βροχή και σήμερα; Θα μουλιάσουμε πάλι.
-Bonjour Αλίς. Πώς είσαι σήμερα; την ρώτησε η συνάδελφός της. Σκεπτική σε βλέπω. Έλα φτιάξε καφέ, μέχρι να έρθει η directrice (η διευθύντρια) έχω να σου πω νέα. Τι παθαίνει ο άνθρωπος στην εποχή μας!
-Μην μου πεις! Κανένα ερωτικό σκάνδαλο πάλι; Πάω για καφέ και έρχομαι αμέσως.
Σε πέντε λεπτά η Αλίς καθόταν στο γραφείο της κρατώντας μία κούπα με ζεστό καφέ.
-Αχ αυτή η πρώτη γουλιά καφέ είναι βάλσαμο, συμφωνείς Ελέν; Για πες μου, είμαι όλη αυτιά.
-Θυμάσαι τον σπουδαίο Πιερ; Τον ανταγωνιστή μας;
-Είναι δυνατόν να τον ξεχάσω; Αυτόν που στα γκαλά και στις εκθέσεις αναρωτιόταν ποιος κρυβόταν πίσω από τα ωραιότατα ρούχα μας; Γιατί ήξερε ότι η επιτυχία μας ήταν δεδομένη. Φυσικά και ήταν έξαλλος, γιατί ποτέ δεν είχε συναντήσει αυτόν τον κρυφό ανταγωνιστή που του έπαιρνε τις δουλειές μέσα από τα χέρια. Δηλαδή εμένα! Πόσες ώρες πέρναγα σκυμμένη πάνω από το στούντιο κάθε σαιζόν, πριν βγει η συλλογή στον αέρα! Δεν θυμάσαι πόσο πονούσε η μέση μου μετά; Για λέγε τι συνέβη με αυτόν.
-Αυτός ο άμοιρος είχε και συνέταιρο. Τον Πωλ. Πιερ και Πωλ, δύο Π, για αυτό και είχαν τον διακριτικό τίτλο διπλό “ΠΠ” (double P). Πόσες φορές αυτό το διπλό σύμφωνο μου είχε καθίσει στο λαιμό, να ‘ξερες. Ε, λοιπόν αυτός ο συνέταιρος αποδείχτηκε ένας πανέξυπνος και ραδιούργος άνθρωπος. Έπαιρνε δάνεια από τις τράπεζες και έβαζε τον Πιερ μπροστά στις υπογραφές. Αυτός δεν φαινόταν πουθενά σαν να μην υπήρχε!
-Ωχ, αυτό μου ακούγεται πολύ καταστροφικό! απάντησε η Αλίς έκπληκτη. Μα τι εποχές είναι αυτές που ζούμε, δεν ξέρεις τελικά ποιος είναι ο διπλανός σου! Γι’ αυτό εγώ κάθομαι στα αυγά μου και δεν λέω να κάνω το επόμενο βήμα. Ξέρεις με έχουν πλευρίσει και από άλλη ανταγωνιστική εταιρεία με καλύτερες αποδοχές, άρα περισσότερες ευθύνες. Θα μπορούσα αργότερα να γίνω αργότερα και συνέταιρος!
-Και γιατί δεν το τολμάς, παρακαλώ; Άλλη στην θέση σου και με τα προσόντα σου θα είχε τρέξει αμέσως. Τι σε κρατάει; Μην μου πεις αυτή η Μαρσώ; (η διευθύντρια)
-Όχι βέβαια, άμα εγώ ήθελα, δεν θα με σταματούσε κανείς. Απλά θα πρέπει να ξεχάσω τις πρωινές κυριακάτικες βόλτες και να πω αντίο στον λίγο χρόνο που διαθέτω για μένα. Εγώ θέλω να ζήσω και λίγο, δεν συμφωνείς; Τι να τα κάνω τα πολλά λεφτά αν μου τα τρώει ο ψυχολόγος; Ένα δίκιο το έχεις, δεν λέω. Για πες μου τώρα για τον Πιερ, τι απέγινε με αυτόν τον άμοιρο;, ρώτησε από περιέργεια η Αλίς.
-Αφού η τράπεζα δέσμευσε τους προσωπικούς του λογαριασμούς, αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την εταιρεία μέσα σε ένα βράδυ που λέει ο λόγος, πουλώντας όσο όσο το πολυτελές αυτοκίνητό του. Όσο για το σπίτι του, αυτός νοίκιαζε ένα διαμέρισμα στην περιοχή γύρω από τον πύργο του Άιφελ. Μα είναι να τρελαίνεται κανείς. Αφού δουλειά δεν είχε, ούτε εισοδήματα πια, βρέθηκε στον δρόμο μέσα σε λίγο καιρό. Το θλιβερό είναι ότι όλοι του οι φίλοι του γύρισαν την πλάτη, γιατί απλά ο Πωλ είχε διαδώσει ότι ο Πιερ έφταιγε για την κατρακύλα τους.
-Ναι, αλλά αν θυμάμαι καλά, είδα το όνομά του να φιγουράρει στην λίστα των εκθετών για την επόμενη έκθεση. Ή κάνω λάθος; Πωλ Λεβάντ!
– Όχι, καθόλου. Αυτό σημαίνει ότι είχε κάνει την μπάζα του και να τώρα θα μας βγει και μπροστά, να μου το θυμάσαι. Παιδί μου, αυτός δεν έχει ιερό ούτε όσιο!
-Ξέρει κανείς τι απέγινε ο δύσμοιρος Πιερ; Πού να βρίσκεται άραγε; Από τα φουά γκρά, τις σαμπάνιες, τα σούπερ πανύψηλα και πανέμορφα μοντέλα με τα υπέροχα λαμπερά ρούχα τους, στους πέντε δρόμους. Κρίμα που δεν τον είχα συναντήσει, να δω τι άνθρωπος ήταν τέλος πάντων.
-Μα αφού δεν έχεις έρθει ποτέ σε καμία έκθεση βρε κορίτσι μου, πώς να γνωρίσεις κόσμο; Αυτό πρέπει να το δεις, γιατί καμιά μέρα θα βρεθείς απολυμένη. Δεν γίνεται να απέχεις από τα δρώμενα του pret a porter! Να φορέσεις τα καλά σου, να φτιαχτείς και αυτή την φορά να έρθεις παρακαλώ. της απάντησε η Ελέν .
-Καλά θα δω, μην κάνεις κι έτσι, αφού ξέρεις δεν πηγαίνω εγώ σε τέτοια μέρη, όμως είμαι πολύ καλά διαβασμένη γιατί έχω τις καλύτερες επαφές με τα εργοστάσια που παράγουν τα υφάσματα και ξέρω από πρώτο χέρι τι θα παίξει σαν νέα ιδέα. Πάνω σε αυτές μου τις πληροφορίες στηρίζω κι εγώ τα σχέδιά μου και μέχρι τώρα δεν έχω πέσει έξω. Ίσως την επόμενη φορά να έρθω.
-Αυτός ο Πιερ ήταν και δεν νομίζω να μην είναι ακόμη, ένας πανέμορφος άντρας. Όλες οι γυναίκες τον κοιτούσαν στα μάτια μήπως τους έδινε καμιά σημασία. Εκείνος όμως ήταν κατά βάθος μοναχικός τύπος αφού δεν τον είχαμε δει ποτέ με καμία συνοδό, εννοώ σταθερή, στο πλάι του.
-Τώρα μου τα παραλές. Δεν γίνεται να μην του άρεσε ο κόσμος και τα κοινωνικά δρώμενα ενώ ήταν μέσα σε όλα! Θυμάμαι πώς μου μίλαγες για αυτόν κάθε φορά. Ο Πιερ είπε αυτό, έκανε το άλλο. Έχεις κανένα περιοδικό εύκαιρο να τον δω κι εγώ επιτέλους; Πώς ήταν αυτός ο άντρας τελικά που έφερνε τα πάνω κάτω για να με γνωρίσει;
Η Ελέν σε κλάσμα δευτερολέπτου της έφερε το τελευταίο περιοδικό μόδας που είχε κυκλοφορήσει με τα νέα της έκθεσης και τους νέους εκθέτες. Άνοιξε την σελίδα από το πάρτι εκείνης της βραδιάς και το δάκτυλό της έπεσε κατευθείαν στο πρόσωπο του “γνωστού άγνωστου”.
-Mon Dieu! Θεέ μου! Καλέ αυτός είναι ο άστεγος στο μετρό! Αν είναι δυνατόν! Καλά το είχα καταλάβει ότι δεν είναι ένας οποιοσδήποτε άντρας!
– Τι εννοείς κορίτσι μου; Τον ξέρεις; Από πού; Πού βρίσκεται; Πώς είναι; Για λέγε!
-Τον συναντώ τα πρωινά κυρίως, εκεί κάτω από τις σκάλες, πριν τα εκδοτήρια. Μου είχε κάνει εντύπωση το παρουσιαστικό του. Α, και το καμηλό παλτό του. Δεν μοιάζει με τους άλλους clochards, έχει κάτι διαφορετικό επάνω του. Και να που είχα δίκιο. Άκου τι θα γίνει τώρα… Φεύγω να πάω να τον βρω, δικαιολόγησέ με στην Μαρσώ, πες της ότι δεν αισθανόμουν καλά και έφυγα.
Η Αλίς σε κλάσματα δευτερολέπτου είχε μαζέψει τα πράγματά της, την ομπρέλα της, την τσάντα της, σηκώθηκε αμέσως από το γραφείο της και σε λίγη ώρα στεκόταν στο μετρό για την επιστροφή στο σπίτι της με την ελπίδα ότι θα συναντούσε τον Πιερ. Τι κρίμα οι άνθρωποι να καταστρέφονται από την καλή τους την καρδιά… Κάπως έτσι την είχε πατήσει και ο πατέρας της, μόνο που εκείνος από τύχη δεν είχε βρεθεί στον δρόμο. Γι’ αυτό οι άστεγοι και οι ταλαιπωρημένοι άνθρωποι της άγγιζαν την ψυχή. Λίγο ήθελε να ταυτιστεί μαζί τους και να κλαίει ασταμάτητα, γιατί απλά βίωσε από μικρή ηλικία την κακία των ανθρώπων.
Με το που έφτασε στο μετρό της Mονμάρτης έτρεξε προς την έξοδο, η βροχή έπεφτε δυνατά και οι δρόμοι είχαν πλημμυρήσει. Αρκετοί ήταν οι άστεγοι που κάθονταν μέσα κουλουριασμένοι περιμένοντας το θαύμα, γιατί όταν άρχιζε η βροχή στο Παρίσι ξεχνούσε και να σταματήσει. Κάπου εκεί ήταν και εκείνος. Η Αλίς τον πλησίασε με συγκίνηση, στάθηκε δίπλα του και του μίλησε:
-Bonjours Monsieur, καλημέρα σας. Ελπίζω να μην σαν ενοχλώ.
Εκείνος σήκωσε τα μάτια του και με έκπληξη της ανταπέδωσε την καλημέρα. Η αίσθηση της οικειότητας στο άγνωστο αυτό γυναικείο πρόσωπο του μίλησε στην ψυχή. Σίγουρα την γνώριζε, αλλά από πού;
-Με λένε Αλις και δουλεύω στην Haute Couture Parisiene. Έχουμε κάποια κοινά σημεία οι δύο μας.
Μα φυσικά, ήταν εκείνη η Αλίς την οποία έψαχνε μανιωδώς, ήταν εκείνη η άγνωστη που έκανε τα δικά του σχέδια να φαίνονται φτωχά. Ένας ανταγωνιστής που δεν είχε δει ποτέ αλλά του έκανε μεγάλη ζημιά. Μεγάλη; Έτσι νόμιζε τότε.
-Ελάτε, πάμε σπίτι μου να φάμε κάτι πρόχειρο, να ανάψουμε το τζάκι και να πιούμε μία ζεστή σοκολάτα. Ελάτε, μην με φοβάστε.
Η Αλίς του άπλωσε το χέρι χωρίς να τον σιχαθεί καθόλου. Ο Πιερ δεν πίστευε στα μάτια του, τελικά ο Θεός δεν τον είχε ξεχάσει. Μάλλον εκείνος Τον αγνοούσε τόσα χρόνια.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και ο Πιερ με την Αλίς έκαναν μία νέα εταιρεία με την επωνυμία “Petit Vestiaire Parisien”. Ένωσαν τις δυνάμεις τους και τις γνώσεις τους με στόχο να προσαρμόσουν τα ρούχα τους με τις νέες οικονομικές δυνατότητες της σύγχρονης, εργαζόμενης γυναίκας. Πορεύτηκαν μαζί όχι μόνο στον εργασιακό χώρο αλλά και στην ζωή. Τα κυριακάτικα πρωινά τους έβλεπες να βολτάρουν στα σοκάκια της Μονμάρτης και να πίνουν ζεστή σοκολάτα δίπλα στο τζάκι τα κρύα βράδια του χειμώνα. Ο Πωλ και η Μαρσώ έδειξαν τα κοφτερά τους νύχια με το να σαμποτάρουν την δουλειά τους, αλλά εκείνοι πια ενωμένοι δεν είχαν να φοβηθούν τίποτα! Ο Θεός μπορεί να στρέψει το βλέμμα για λίγο αλλού, αλλά δεν θα σε ξεχάσει ποτέ!
Δήμητρα Καμπόλη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
