Ο αδερφός του μακαρίτη

Λίγες μέρες είχαν μόνο περάσει που έχασε τον άντρα της η Χρυσή και πήγε με το έτσι και θέλω και εγκαταστάθηκε στο σπίτι της ο αδερφός του μακαρίτη.

«Βάλε μωρή να φάω», πρόσταζε αραδιασμένος στην καρέκλα και περίμενε την γυναίκα να τρέξει να τον υπηρετήσει.

Η Χρυσή προσπαθούσε να κάνει καλά εφτά παιδιά που είχε κάνει με τον άντρα της και ένα που είχε στην κοιλιά της και δεν πρόλαβε να τον γνωρίσει. Κλαίγανε αυτά όλη μέρα μα εκείνη δεν προλάβαινε να ρίξει δάκρυ. Έπρεπε από νωρίς να τα ταΐσει, να τα ετοιμάσει, να πάνε τα μικρότερα στο σκολειό και τα μεγαλύτερα μαζί της στα χωράφια και στα ζώα. Μετά να γυρίσει να μαγειρέψει, να συγυρίσει, να τα πλύνει και ξανά από την αρχή. Αυτή ήταν η ζωή της. Δύσκολη μα όσο ζούσε ο άντρας της την έκανε γλυκιά. Τώρα ήταν σκέτο φαρμάκι.

Λίγες μέρες είχαν μόνο περάσει που έχασε τον άντρα της η Χρυσή και ο αδερφός του της ανακοίνωσε πως θα την πάρει αυτός τώρα. Δική του γυναίκα έπρεπε να γίνει ώστε να μείνει η περιουσία στην οικογένεια. Έτσι το έκαναν τότε. Αυτό θεωρούσαν σωστό, να μην πάει η γυναίκα σε ξένα χέρια, να μείνει στο σόι. Αν υπήρχαν πολλοί αρσενικοί την έπαιρνε ο γηραιότερος ή αυτός που ήταν ανύπαντρος. Αν δεν υπήρχε αδερφός στην οικογένεια, όλο και κάποιος ξάδερφος ή θείος θα έκανε την υποχώρηση για να σώσει την τιμή της χήρας. Κάποιες φορές μπορεί να ήταν και ο πατέρας του πεθαμένου αν ήταν και αυτός χήρος.

«Πότε θα σταματήσει πια αυτό το έθιμο;», ρώτησε την Χρυσή ο ηλικιωμένος γείτονάς της όταν έμαθε τα μαντάτα.

Ο κυρ Μανώλης ζούσε χρόνια δίπλα τους από τότε που η Χρυσή ήταν μικρό κοριτσάκι. Την αγαπούσε σαν να ήταν δικό του παιδάκι. Την έβλεπε να μεγαλώνει και να γίνεται τόσο καλή και όμορφη κοπέλα και την καμάρωνε. Και τον συγχωρεμένο τον άντρα της μέσα στην καρδιά του τον είχε. Πολύ λυπήθηκε που τόνε πήρε ο Θεός τόσο νωρίς. Εκείνος βάσταξε την Χρυσή στην κηδεία όταν πήγε να σωριαστεί πάνω στον παπά. Εκείνος της ψιθύριζε λόγια παρηγοριάς όσο έθαβαν τον άντρα της. Εκείνος απασχολούσε τα παιδιά μέχρι να συλλυπηθεί ο κόσμος στην μάνα τους. Της το δήλωσε, πρέπει να ξανασηκωθεί όσο κι αν πονάει. Δεν είχε και άλλη επιλογή.

Λίγες μέρες είχαν μόνο περάσει που έχασε τον άντρα της η Χρυσή και ο κυρ Μανώλης ο γείτονας άκουγε φωνές να βγαίνουν από το σπίτι της. Δεν έβριζε μόνο αυτήν ο αδερφός του μακαρίτη, μα βλασφημούσε και τα κοπέλια ο αθεόφοβος. Ποτήρια και πιάτα έσπαγαν στους τοίχους επειδή αργούσε η γυναίκα να του πάει το πιάτο με το φαΐ μπροστά του. Άχρηστη την ανέβαζε και ακαμάτρα την κατέβαζε. Και ο ηλικιωμένος έκλαιγε όλο το βράδυ στο κρεβάτι του που άκουγε το μαρτύριο της κοπέλας και δεν ήξερε τι να κάνει.

Μετά τα σαράντα του μακαρίτη, ανακοίνωσε ο αδερφός του την ημερομηνία του γάμου. Μόλις έκλεινε ο χρόνος του, την επόμενη κιόλας μέρα θα παντρεύονταν. Μιλιά δεν μπόρεσε να βγάλει η Χρυσή γιατί μόλις πήγε να πει μια κουβέντα, εκείνος σήκωσε την γροθιά του μπροστά στο πρόσωπό της. Η απόφαση ήταν δική του, αυτή δεν είχε δικαίωμα να αντιμιλήσει.

«Είχα υποσχεθεί στον πατέρα σου πως θα σε προσέχω», την έκλεισε στην αγκαλιά του ο κυρ Μανώλης και έκλαιγε στα χέρια της σαν μικρό παιδί.

Ποτέ του δεν ξέχασε αυτή την υπόσχεση. Όταν έμεινε ορφανή η Χρυσή, εκείνος της στάθηκε σαν πατέρας. Εκείνος χρύσωσε το κορίτσι στον γάμο του και εκείνος χόρευε και γλεντούσε όλο το βράδυ λες και πάντρεψε το δικό του παιδί. Εκείνος πρωταγκάλιασε ένα ένα τα παιδιά της. Και τώρα που κακόπεσαν έπρεπε να βρει τρόπο να τα γλυτώσει.

«Δεν μπορεί να παντρευτεί η Χρυσή μου αυτό το αγριόπραμα! Έχει το κακό μέσα του. Στο λέω αλήθεια, παπά»

«Σε πιστεύω. Τον έχω δει πως κάνει στο πιοτό, αγριεύει σαν βουρλισμένος»

«Αφού το βλέπεις και εσύ το κακό, πρέπει να το προλάβουμε»

«Είναι άνομος και ασέβαστος, αν πάω να του μιλήσω δεν θα με υπολογίσει»

«Ακούω τα μικρά να κλαίνε και να προσεύχονται να τα γλυτώσει η Παναγιά μας. Δεν είναι αμαρτία να κάτσω με σταυρωμένα τα χέρια;»

«Έχεις δίκιο. Δεν θέλει ο Θεός να υποφέρουμε. Πρέπει να μπει ένα τέλος. Άκου τι θα κάνουμε. Πιάσε και γράψε αμέσως ένα γράμμα να προλάβει να φτάσει πριν γίνει ο γάμος»

Έτσι και έγινε και μπήκαν μπροστάρηδες οι δύο γέροι άντρες να σταματήσουν μια για πάντα αυτό το έθιμο στο χωριό. Ποτέ ξανά δεν θα παντρευόταν γυναίκα χωρίς να το επιθυμεί η ίδια.

Έφτασε η μέρα του γάμου. Ντύθηκε νύφη στα λευκά η Χρυσή μα είχε ακόμα την όψη της χήρας. Μαύρος ουρανός σηκώθηκε σαν Μεγάλη Παρασκευή. Ο αδερφός του μακαρίτη μπεκρόπινε από νωρίς στο καφενείο. Συνεννοημένοι οι χωριανοί του γέμιζαν συνέχεια το ποτήρι. Δήθεν τον συγχαίρονταν μα στην πραγματικότητα τον καθυστερούσαν.

Έφτασε μια ώρα νωρίτερα στην εκκλησία η Χρυσή όπως της είπε ο παπάς ότι άλλαξε η ώρα. Γαμπρό όμως δεν είδε τον αδερφό του μακαρίτη. Αντί για αυτόν είδε να στέκεται στα σκαλιά και να την περιμένει ο πρώτος της έρωτας. Ο Γιώργης, ο γιος του κυρ Μανώλη που είχε φύγει χρόνια στα καράβια. Έλαβε εγκαίρως το γράμμα του πατέρα του και επέστρεψε αμέσως στην πατρίδα. Πλησίασε κοντά της και της έπιασε τρυφερά τα χέρια. Η Χρυσή χαμογέλασε και κούνησε θετικά το κεφάλι. Τότε έτρεξαν δάκρυα από τα μάτια της και επιτέλους ήταν χαράς. Η ζωή της θα είχε ξανά φως και αγάπη όπως αξίζουν σε κάθε γυναίκα. Και τα παιδιά της θα είχαν ξανά ασφάλεια και προστασία όπως αξίζει σε κάθε παιδί.

«Σχόλασε ο γάμος!» φώναξε ο παπάς μια ώρα μετά που εμφανίστηκε παραπατώντας από το πιοτό ο αδερφός του μακαρίτη.

«Τι λες, μωρέ;» είπε αγριεμένος του παπά.

«Αυτό που άκουσες!»

«Καλά! Θα δείτε εσείς ποιος είμαι!»

Και όντως είδαν. Ένα άνανδρο ανθρωπάκι ήταν βουτηγμένο στην υπερηφάνεια, μεθυσμένο από τα κρασιά που φεύγοντας από την εκκλησία να πάει στο σπίτι να εκδικηθεί την Χρυσή, παραπάτησε και βούτηξε αγκαλιά με την περηφάνια του από έναν γκρεμό. Και αυτό ήταν το τέλος για τον αδερφό του μακαρίτη.

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτή👇👇👇

 

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading