Πόνος που έγινε θυμός

Ήταν όλα έτοιμα, μετά από πολύ τρέξιμο και ψάξιμο, αλλά και πολλή αγάπη και χαρά. Είχε φτάσει πια η ημερομηνία του γάμου. Οι δύο πλευρές απολάμβαναν την ευτυχία του ζευγαριού. Τα συμπεθέρια, μετά από τρία χρόνια γνωριμίας, είχαν κάνει ένα καλό παρεάκι και περνούσαν πολλές στιγμές μαζί και χωρίς να παρευρίσκεται “η νεολαία”, όπως αποκαλούσαν τον Ανδρέα και την Ειρήνη. Έτρωγαν μαζί οι τέσσερίς τους, πήγαιναν για περπάτημα, έβγαιναν για μια ρετσινούλα σε ταβέρνες, έκαναν κοντινές ημερήσιες αποδράσεις. Υποστήριζαν οι μεν τον γαμπρό περισσότερο από την κόρη και οι δε την νύφη περισσότερο από τον γιο. Κοινή γραμμή είχαν να μην επεμβαίνουν στις αποφάσεις του ζευγαριού και ο κόσμος είχε να το λέει, πόσο άριστες σχέσεις είχαν και πόσο περίεργη και άξια θαυμασμού ήταν όλη αυτή η σύμπνοια.

Σάββατο βράδυ, είχαν κανονιστεί τα μπάτσελορ. Σε απέναντι κέντρα διασκέδαζαν ο γαμπρός και η νύφη. Η Ειρήνη με τις φίλες της στον Αντώνη Ρέμο και ο Ανδρέας με τους φίλους του στην Νατάσα Θεοδωρίδου. Καθόλη τη διάρκεια της βραδιάς, αντάλλασσαν μεταξύ τους βιντεάκια που αφιέρωναν ο ένας στον άλλον τραγούδια και φωτογραφίες που φανέρωναν την διασκέδαση εκατέρωθεν, πάντα με μηνύματα αγάπης για το πόσο περιμένουν την επόμενη μέρα, να παντρευτούν ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Σε σημείο που και οι δύο προκαλούσαν τα πειράγματα των φίλων τους.

Στις πέντε, λίγο πριν το χάραμα, κατόπιν συνεννόησης, η αντροπαρέα και η γυναικοπαρέα, έληξαν την βραδιά διασκέδασης, βγήκαν από τα κέντρα, για να γυρίσουν στα σπίτια τους, να προλάβουν λίγο να ξεκουραστούν. Είχαν να ξυπνήσουν νωρίς για να ετοιμαστούν για το πιο ξεχωριστό απόγευμα Κυριακής της ζωής τους. Έξω από το αυτοκίνητο του Ανδρέα, χαιρετούσαν και αγκάλιαζαν τους αγαπημένους τους φίλους, δίνοντας ραντεβού λίγες μόνο ώρες μετά.

– Ούτε να το σκέφτεσαι ότι θα οδηγήσεις, είπε γλυκά ο αδερφός του Ανδρέα.
– Σιγά ρε μ@λ@κα τι ήπιαμε; Δύο μπουκάλια ουίσκι πέντε νταγλάρια!
– Άκου τον αδερφό σου, αγάπη μου. Ας αφήσουμε το αυτοκίνητο εδώ. Θα γυρίσουμε με τον Νίκο ή την Γεωργία.
– Ρε μην ακούω χαζομάρες, δεν υπάρχει περίπτωση να αφήσω το αμάξι μου εδώ. Αύριο θα έχει κάνει φτερά ή θα το βρω καλοκαιρινό. Μια χαρά είμαι, σιγά με δύο ποτηράκια. Δεν έχουμε και μεγάλη απόσταση, έλα δεν το συζητώ άλλο, μπες να σε πάω σπίτι.

Δεν δέχτηκε άλλη κουβέντα, ήταν αποφασισμένος.

Στις 6:30 το πρωί, ταυτόχρονα χτύπησε το σταθερό τηλέφωνο των σπιτιών του ζευγαριού.

– Παρακαλώ;
– Η κυρία Αναστασίου;
– Η ίδια.
– Έχει γίνει ένα τροχαίο επί της Ιεράς οδού…

Η μαμά του Ανδρέα, με δυσκολία άκουσε τις λεπτομέρειες του συμβάντος και σε ποιο νοσοκομείο είχαν το ζευγάρι, αφού το βουητό στο κεφάλι και η αγωνία της, δεν το επέτρεπαν.

– Παρακαλώ;
– Ο κύριος Μαστρογιάννης;
– Ο ίδιος.
– Έχει γίνει ένα τροχαίο επί της Ιεράς οδού…

Ο μπαμπάς της Ειρήνης με δυσκολία άκουσε τις λεπτομέρειες του συμβάντος και σε ποιο νοσοκομείο είχαν το ζευγάρι, αφού το βουητό στο κεφάλι και η αγωνία του, δεν το επέτρεπαν.

Αμέσως επικοινώνησαν μεταξύ τους.

– Έλα Βούλα! Είμαστε καθ οδόν. Έχω τρελαθεί. Δεν μου είπαν αν χτύπησαν πολύ, αν είναι καλά, μόνο να πάμε άμεσα.
– Το ίδιο κι εμάς Δήμητρα. Μέχρι να δούμε τα παιδιά θα μας φύγει η ψυχή.

“Λυπούμαστε πολύ, τα παιδιά σας σκοτώθηκαν ακαριαία”, αυτή η φράση θα στοίχειωνε τις ζωές τους από κείνη τη στιγμή, μέχρι το τέλος. Η Βούλα φώναζε “δεν είναι δυνατόν! Δεν είναι δυνατόν! Όχι, όχι το κοριτσάκι μου, το μονάκριβό μου! Ψέματα, είναι ψέματα, όχι το κοριτσάκι μου!”. Ο Φώτης, ο άντρας της, την έκλεισε στην αγκαλιά του και ψιθύρισε “Γιατί Θεέ μου;”. Η Δήμητρα, σωριάστηκε στο πάτωμα ουρλιάζοντας, “Ο Ανδρέας μου, το σπλάχνο μου! Τον περιμένει το γαμπριάτικο κουστούμι στο σπίτι, πώς είναι δυνατόν να σκοτώθηκε; Θανάση, ακούς; Το παιδί μας!”. Ο Θανάσης, προσπαθούσε να την σηκώσει μάταια. Το βάρος της πονεμένης ψυχής, βαρίδι, έκανε το σώμα αμετακίνητο. Ψιθύριζε “Σε παρακαλώ, σήκω! σε παρακαλώ!”.

Τέσσερις άνθρωποι, που λίγο πριν ζούσαν σε ρυθμούς χαράς, που τα σπίτια τους ήταν γεμάτα από κόσμο που πήγαινε δώρα για τον γάμο, που τους πρόσφεραν κουφέτα, που παντού τριγύρω υπήρχαν χαμογελαστά πρόσωπα, μετατράπηκαν σε σκιές του εαυτού τους, μπροστά σε δύο φέρετρα, στο σαλόνι της οικογένειας του Ανδρέα, να δέχονται κόσμο που ερχόταν για την αγρυπνία για τα ίδια τους τα παιδιά.

Τα φέρετρα το ένα δίπλα στο άλλο, η Ειρήνη ντυμένη με το νυφικό κι ο Ανδρέας με το γαμπριάτικο κουστούμι, με τα κεφάλια τους προς την πόρτα, όπως είθισται, για να είναι έτοιμοι να αποχωρήσουν, μαζί, όπως σχεδίαζαν να ζήσουν, μαζί και στο τελευταίο τους ταξίδι προς τον ουρανό. Το ψαλτήρι άλλαζε χέρια, αφού όλοι ήθελαν να διαβάσουν κάποιες σειρές κι ας μην έβλεπαν, αφού τα δάκρυα όλων θόλωναν τα μάτια.

Οι τραγικές φιγούρες, οι μάνες, η μία έκλαιγε στον ώμο της άλλης μοιρολογώντας, μέχρι που η Βούλα, έσπρωξε με δύναμη την Δήμητρα, σηκώθηκε, χάιδεψε το μάγουλο της κόρης της, έσφιξε τα μάτια, κοίταξε δίπλα τον Ανδρέα με αγριεμένο βλέμμα και γύρισε ξανά στην μαυροφορεμένη μάνα του, διατηρώντας το ίδιο βλέμμα.

“Αυτός φταίει που έχασα το παιδί μου! Αυτός φταίει που μέθυσε και δεν ήθελε να αφήσει το τιμόνι! Ο εγωιστής, ο αλήτης που πήρε στο λαιμό του το κοριτσάκι μου! Αυτός φταίει, ακούς; Αυτός και μόνο αυτός!”

Όλοι πάγωσαν. Για δευτερόλεπτα δεν ακουγόταν ούτε λυγμοί, ούτε μοιρολόγια, ούτε ψίθυροι, ούτε οι ευχές από το ψαλτήρι, ούτε καν οι ανάσες τους. Η Δήμητρα δεν αντέδρασε. Όχι επειδή σοκαρίστηκε, ούτε επειδή έδειχνε κατανόηση στον πόνο της Βούλας, αλλά επειδή ήταν εξαντλημένη, δεν είχε κουράγιο να την αντιμετωπίσει, προτίμησε να θάψει τον θυμό που της προκάλεσαν τα λόγια της. Μέσα της ήταν νεκρή, τίποτα πια δεν είχε σημασία, ούτε καν ο θυμός της. Ο Φώτης πρώτος ξεπέρασε το σοκ και πλησίασε την γυναίκα του στοργικά.

– Βούλα μου, είσαι ταραγμένη, έλα να βγούμε λίγο στο μπαλκόνι να πάρεις αέρα.

Εκείνη, δεν άφηνε από τα μάτια της την Δήμητρα, που είχε το κεφάλι της σκυμμένο.

– Άσε με! Άφησε με να τα πω, να τα βγάλω από μέσα μου, με πνίγουν! Θα είχαμε γάμο κι όχι κηδεία, αν ο γιος της άκουγε το κοριτσάκι μου. Τι έφταιγε το κοριτσάκι μου; Την πήρε μαζί του, μου την πήρε, μου την πήρε! Ησυχία να μη βρει η ψυχή του, κανείς σας, κανείς σας να μη βρει ησυχία για το κακό που μας κάνατε. Κοίταξέ με! Κοίταξέ με! Ο γιος σου μου πήρε το κοριτσάκι μου, σε μισώ, σε μισώ γιατί τον έφερες στη ζωή, γιατί γνώρισε την μονάκριβή μου και μου την σκότωσε!

Λίγη ώρα μετά, άνοιξε τα μάτια της στην κρεβατοκάμαρα του σπιτιού της. Γύρισε το κεφάλι της δεξιά αριστερά.

– Φώτη; Τι έγινε; Γιατί είμαστε εδώ;
– Γιατί είπες πράγματα που δεν έπρεπε, γιατί από την ένταση λιποθύμησες, γιατί ο γιατρός, ο κουμπάρος των παιδιών, σου έκανε μια ηρεμιστική ένεση.

Όλα ήρθαν στο μυαλό της εφιαλτικά και την ανάγκασαν να κλείσει τα μάτια της.

– Συγνώμη, είπε μόνο, εννοώντας την λέξη.
– Από την Δήμητρα πρέπει να ζητήσεις συγνώμη.

Κόντευε τρεις τη νύχτα. Στο σπίτι είχαν μείνει οι πολλοί κοντινοί συγγενείς. Όταν την είδε η Δήμητρα να πλησιάζει, δεν αντέδρασε και πάλι. Η Βούλα χάιδεψε άλλη μια φορά το κρύο μάγουλο της κόρης της και στάθηκε πάνω από τον γαμπρό της.
“Συγχώρεσε με, παιδί μου. Κράτα την κόρη μου από το χέρι, να μου την προσέχεις εκεί πάνω”.

Γύρισε στην διαλυμένη Δήμητρα, έκατσε στην καρέκλα δίπλα της, διστακτικά της έπιασε το χέρι και με δάκρυα στα μάτια της απηύθυνε τον λόγο: “Συγχώρεσέ με, Δήμητρα. Δεν έχω καμία δικαιολογία. Πονάς όσο κι εγώ. Δεν είχα κανένα δικαίωμα να μιλήσω έτσι για το νεκρό παιδί σου που ξέρεις ότι το αγαπώ σαν δικό μου, τρία χρόνια τώρα. Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε. Πονάω Δήμητρα, πονάω και είπα πράγματα ανεπίτρεπτα”.

Η Δήμητρα δεν αντέδρασε. Ούτε απάντησε. Μόνο κοιτούσε τον γιο της νεκρό μπροστά της. Τίποτα δεν είχε σημασία πια. Τίποτα.

Οι κηδείες έγιναν την επόμενη μέρα σε κλίμα απύθμενου πόνου. Η Βούλα προσπάθησε πολλές φορές να πλησιάσει την Δήμητρα, της ζήτησε ξανά συγνώμη. Εκείνη δεν ανταπέδωσε ούτε καν ένα βλέμμα της. Με την απόλυτη σιωπή της, της έδειξε ότι δεν θα την συγχωρούσε ποτέ για τα λόγια που είπε μπροστά στο νεκρό παιδί της. Τέτοια προσβολή νεκρού, του παιδιού που μεγάλωσε με τόση αγάπη, που το νεκροφίλησε αντί να το παντρέψει, δεν θα την δικαιολογούσε κι ας προερχόταν από βαθύ πόνο. Κι εκείνη πονούσε κι εκείνη μάτωνε. Έκοψε κάθε γέφυρα επικοινωνίας που προσπάθησε η Βούλα. Δεν απάντησε σε κανένα μήνυμά της, σε καμία τηλεφωνική κλήση, δεν δέχτηκε καμία επίσκεψή της.

Ο θάνατος των παιδιών τους, τις χώρισε, τις έκανε δύο ξένες. Η Βούλα δεν έχασε μόνο την κόρη της αλλά και ολάκερη τη ζωή της. Η κατάθλιψη ρίζωσε στην ψυχή της. Η μοναδική διαδρομή που έκανε έξω από το σπίτι της ήταν το μνήμα των παιδιών που θάφτηκαν μαζί. Η Δήμητρα έπαιρνε τζούρες ζωής από τον εγγονό που της χάρισε ο μικρός της γιος, έναν μόνο μήνα μετά το θανατηφόρο τροχαίο. Ήταν πάντα η θλιμμένη γιαγιά, μα ήταν παρούσα σε χαρές κι ας μην τις ζούσε με όλο της το είναι κι ας ήταν πάντα βουρκωμένα τα μάτια της. Συμμετείχε στο παιχνίδι της ζωής που ανακατεύει το κλάμα και το γέλιο περίτεχνα, που απαντά στον θάνατο με την γέννηση ενός μικρού πλάσματος.

Η Βούλα ζήτησε από τον άντρα της να τοποθετήσει ένα παγκάκι στο μνήμα των παιδιών. Ήθελε να κάθεται εκεί, μπροστά στο θαμμένο ζευγάρι, να τους έχει συντροφιά, να τους μιλάει, να προσπαθεί να διώχνει τις τύψεις όσων είπε εκείνη τη νύχτα, που τα μετάνιωσε, που έκαναν ακόμα πιο βαρύ τον πόνο της.

Την πρώτη φορά που βρήκε καθισμένη εκεί την Δήμητρα, κάθισε αθόρυβα πλάι της και χωρίς να την κοιτάξει ψιθύρισε: “Συγχώρεσέ με”. Η Δήμητρα δεν γύρισε το βλέμμα της, δεν της απάντησε. Χάιδεψε το μάρμαρο κι έφυγε. Η Βούλα τσακισμένη, συνέχισε να μιλάει στην κόρη και τον γαμπρό της. “Συγχώρα με, αγόρι μου. Η μαμά σου δεν θα το κάνει ποτέ, το ξέρω. Συγχώρα με τουλάχιστον εσύ. Ντρέπομαι. Πέντε μήνες πέρασαν και ακόμα αντηχούν στα αυτιά μου τα λόγια που είπα. Κόρη μου, ξέρω πως σε πίκρανα με αυτό το τεράστιο λάθος μου, σε απογοήτευσα. Εσύ ήσουν πάντα το φως μου. Σε έχασα και άφησα το σκοτάδι στο οποίο βυθίστηκα να με οδηγήσει σε εκείνη την αδικαιολόγητη έκρηξη, πληγώνοντας μια μάνα ακόμα πιο βαθιά, ρίχνοντας στην ψυχή της κι άλλο δηλητήριο θαρρείς και δεν έφτανε το κακό που βίωνε”.

Ο άντρας της την συμβούλεψε να μη την πλησιάσει άλλο την Δήμητρα, να της δώσει χρόνο και χώρο να πενθήσει και ήταν σίγουρος ότι με τον καιρό θα καταλάβαινε ότι ήταν μια άσχημη στιγμή που θα την άφηνε πίσω. Όλα ήταν ακόμα τόσο νωπά, οι πληγές αιμορραγούσαν. Ακολούθησε την προτροπή του. Όσες φορές την συνάντησε στο μνήμα των παιδιών τους, περίμενε απέναντι να φύγει και μετά πλησίαζε.

Η Δήμητρα δεν άλλαξε ποτέ συμπεριφορά. Αγνοούσε την Βούλα, σα να μην την έβλεπε, σα να μη την άκουγε. Όσο κι αν επέμενε, όσες φορές κι αν οι δρόμοι τους συναντιόντουσαν στα κοιμητήρια, όσες φορές κι αν έκατσε πλάι της, όσες φορές κι αν ζήτησε συγχώρεση, δεν της χαρίστηκε. Είχε τόσο θυμό μέσα της για τα λόγια που τόσο αφιλτράριστα ξεστόμισε για τον γιο της. Θαρρείς και δεν τον ήξερε, θαρρείς και δεν τον έζησε τόσα χρόνια. Εκείνη τη νύχτα, έμπηξε το μαχαίρι ακόμα πιο βαθιά στην ανοιχτή πληγή της και δεν θα της το συγχωρούσε ποτέ. Ποτέ δεν θα έπρεπε μια μάνα να φερθεί έτσι απέναντι σε μια άλλη που μοιράζονταν τον ίδιο πόνο. Το ότι με τον καιρό, δεν την πλησίαζε πια, για εκείνη ήταν ανακουφιστικό. Δεν την ήθελε γύρω της.

Ο πόνος, ενώ ήταν κοινός, δεν ήταν αρκετός να τις κρατήσει ενωμένες, να βρουν παρηγοριά η μία στην άλλη. Ο θυμός τα άλλαξε όλα. Ο θυμός οδήγησε την Βούλα σε λάθος χειρισμό.
Ο θυμός, οδήγησε την Δήμητρα στο να αρνηθεί την συγχώρεση. Οι επιλογές μας, οι χειρισμοί μας, καθορίζουν τη ροή της ζωής.

Χρυσούλα Καμτσίκη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading