Περπάτησε ανάμεσα στις μαργαρίτες και σε άλλα αγριολούλουδα που στόλιζαν τον κόσμο, μέρα πρωτομαγιάς. Ο καιρός θύμιζε χειμώνα. Άλλο και τούτο. Όση ώρα οδηγούσε έβρεχε και, πραγματικά, δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς τα κατάφερε η Μυρτώ να την πείσει να πάνε πρωτομαγιά στο χωριό της, τόσα χιλιόμετρα μακριά, με τέτοιο καιρό και με το «Ν» της νέας οδηγού κολλημένο στο πίσω τζάμι του παλιού αυτοκινήτου που μπόρεσε να αγοράσει μόλις πήρε το δίπλωμα οδήγησης.
Κι αυτή η αγορά, μετά από πίεση της Μυρτώς έγινε. Ό,τι κι αν την πίεζε να κάνει, μ’ εκείνο τον πειστικό μητρικό της τρόπο, της είχε βγει σε καλό και γι’ αυτό την έπειθε κάθε φορά που ζητούσε κάτι, αλλά η πρωτομαγιάτικη αυτή εξόρμηση με τέτοιον καιρό πραγματικά δε χρειαζόταν. Σε λίγο θα άρχιζε να βρέχει πάλι. Να είχαν μπει τουλάχιστον σ’ εκείνη την καφετέρια του χωριού με την υπέροχη θέα. Τι τους ήθελαν τους αγρούς.
«Μυρτώωω» φώναζε, αλλά μόνο τον αντίλαλό της άκουσε. Η σκέψη πως βρίσκονταν μέσα σ’ ένα μικρό φαράγγι στην άκρη του χωριού, τη φόβιζε λίγο κι αυτό ήταν το παράξενο. Κανονικά θα έπρεπε να έχει πάθει κρίση άγχους ή να έχει πιει χάπι για να μην την πάθει, αλλά εκείνη ήταν προς το παρόν ψύχραιμη.
«Μυρτώω» φώναξε ξανά με πιο δυνατή φωνή κι αυτή τη φορά έλαβε απάντηση.
«Είμαι στη σπηλιά, μαζεύω λουλούδια. Μείνε εκεί, θα σου πω πότε να ’ρθεις».
«Βιάσου, σε λίγο θ’ αρχίσει πάλι η βροχή» της φώναξε, μα αυτή τη φορά απάντηση δεν πήρε.
Στριμώχτηκε στην κουφάλα ενός βράχου που ήταν το πιο προστατευμένο, από κάθε άλλο σημείο τριγύρω, σε περίπτωση που θ’ άρχιζε πάλι η βροχή. Ούσα παιδί της πόλης, δεν είχε πολλές επαφές με τα χωριά της επαρχίας, με τη φύση και τα ζώα. Η μητέρα της έτρεφε μια απέχθεια για όλα αυτά που προσπάθησε να της μεταγγίσει, αλλά έφτασε μέχρι το σημείο να της ήταν αδιάφορα. Πώς να απεχθανόταν κάτι που δεν ήξερε; Από την άλλη η φίλη της η Μυρτώ από τη μέρα που γνωρίστηκαν σ’ εκείνο το παγκάκι και τα έλεγαν κάθε Παρασκευή μετά τη δουλειά, μιλούσε πολύ συχνά για το χωριό της κι έλεγε άλλα πράγματα, διαφορετικά από κείνα που η μητέρα της υποστήριζε.
Τι θα έλεγε αλήθεια η μητέρα της αν ζούσε κι αν την έβλεπε τώρα κουλουριασμένη σ’ έναν βράχο, να χαϊδεύει με τ’ ακροδάχτυλα τα πέταλα μιας μαργαρίτας που ήταν ριζωμένη δίπλα της…
Πριν ένα χρόνο ακριβώς έχασε τη μητέρα της κι έμεινε μόνη στον κόσμο. Θυμόταν τον εαυτό της να περιπλανιέται μέσα στην πόλη, χωρίς να έχει καμία επιθυμία να επιστρέψει στο σπίτι που φιλοξένησε τριάντα πέντε ανούσια χρόνια ζωής. Η μητέρα της ήταν ένα πολύ φοβισμένο άτομο κι ενώ την προέτρεπε κάποιες φορές να βγει εκεί έξω και να ζήσει, την είχε γεμίσει με τόσους φόβους που, όταν έβγαινε, έβλεπε παντού κινδύνους και, τελικά, ήθελε μόνη της να επιστρέψει, τρέχοντας στο σπίτι. Είχε ζήσει στη σκιά της μητέρας της, η οποία όμως ενώ ήταν ικανοποιημένη που είχε την κόρη της συνεχώς δίπλα της και είχε συντροφιά, την έκανε να κυριεύεται από ενοχές που δεν ήταν κι εκείνη έξω σαν τα άλλα κορίτσια, που δεν εντυπωσίαζε κανέναν εργοδότη στις συνεντεύξεις ενώ είχε τόσα προσόντα και πτυχίο πανεπιστήμιου, που δεν είχε αγόρι.
Με τη Μυρτώ συναντήθηκε σ’ ένα παγκάκι, όταν κάθισε πια εκεί αποκαμωμένη από το πολύωρο περπάτημα. Ήρθε και κάθισε δίπλα της και της μίλησε εκείνη πρώτη. Παρόλο που καμία διάθεση δεν είχε να πιάσει κουβέντα με μια άγνωστη, δεν κατάλαβε πώς βρέθηκε να της μιλάει για τη ζωή της και να κλαίει στην αγκαλιά της. Δε μιλούσε καθόλου όσο εκείνη έκλαιγε. Μόνο με το ένα χέρι της χάιδευε τα μαλλιά και με το άλλο της χτυπούσε ελαφρά την πλάτη με την παλάμη της όπως κάνουν οι μαμάδες στα μωρά για να ρευτούν.
«Δε θέλω να πεθάνω, αλλά δεν έχω και κανένα νόημα για να ζήσω. Είναι όλα σαν κουβάρι μπερδεμένο που προτιμώ να πεθάνω παρά ν’ αφιερώσω χρόνο για να το ξεμπερδέψω. Δεν ξέρω ποιος είναι ο σκοπός της ύπαρξής μου», είχε αρχίσει να λέει όταν στέρεψαν τα δάκρυα, αλλά η Μυρτώ τη σταμάτησε με μια κίνηση του χεριού της.
«Θα βρεις και σκοπό» της είπε ήρεμα «πρώτα όμως πρέπει ν’ αρχίσεις από τα βασικά.
Την πήρε από το χέρι, βγήκαν από το πάρκο και πέρασαν στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Σταμάτησαν μπροστά από τη βιτρίνα ενός φούρνου που ζητούσε υπάλληλο.
«Έχω ακούσει πως είναι πολύ καλή η κυρία που το έχει» είπε η Μυρτώ και της έδειξε με τα ματιά την είσοδο του καταστήματος.
«Δεν μπορώ»
«Μπορείς»
«Δεν μπορώ»
«Ωραία, θα μπούμε να δούμε, αν μπορείς» είπε η Μυρτώ. «Θα μπω μαζί σου μέσα, υποκρινόμενη την πελάτισσα και κάνε ό,τι νομίζεις. Και τούμπες αν θέλεις. Ας γίνουν όλα λάθος, ας πάνε όλα χάλια. Μια φορά στο κατάστημα θα μπούμε για να ζητήσεις δουλειά. Πρέπει ν’ απασχολήσεις το μυαλό σου και να βάλεις λεφτά στην τσέπη σου. Μετά, θα ψάξεις και το νόημα της ζωής, θα βρεις και σκοπό».
Όταν βγήκαν από το κατάστημα, δεν το πίστευε πως από Δευτέρα θα ήταν εργαζόμενη κοπέλα. Η ιδιοκτήτρια ήταν ένας πολύ γλυκός άνθρωπος που μύριζε κανέλα και γαρύφαλλο και σχεδόν την παρακάλεσε να μείνει να εργαστεί για ’κείνη.
Κάθε Παρασκευή συναντιόταν με τη Μυρτώ, μετά τη δουλειά στο γνωστό παγκάκι κι έμεναν εκεί να συζητούν ως αργά. Άλλοι πήγαιναν σε ψυχοθεραπευτές εκείνη είχε την άγνωστη φίλη της.
Λίγα πράγματα ήξερε για κείνη. Ήταν από ένα ορεινό χωριό και είχε έναν αδερφό που μεταξύ αστείου και σοβαρού της τον προξένευε αν και αρραβωνιασμένος και ότι μετά από κάθε συνάντησή τους έπαιρνε εργασία εβδομάδας που έπρεπε μέχρι την επόμενη Παρασκευή να έχει ολοκληρώσει.
Κάπως έτσι, διάβασε βιβλία, βρήκε τι της αρέσει να κάνει, πώς της αρέσει να ντύνεται, τι μουσική να ακούει, πώς να διασκεδάζει, έβγαλε δίπλωμα οδήγησης κι άρχισε να πηγαίνει κυριακάτικες εκδρομές με φίλες κυρίως από τη δουλειά.. Τη σταύρωσε τη Μυρτώ να έρθει κάποια φορά μαζί της, αλλά δεν κατάφερε να την πείσει. Μόνο 1-2 φορές πήγαν κινηματογράφο μαζί, αλλά ήταν τόσο σιωπηλή σαν να μην υπήρχε κανείς δίπλα της. Κι αν κάποια στιγμή πήγαινε κάτι να της σχολιάσει, έφερνε το δάχτυλο στο στόμα και της έκανε «σςςς», αναγκάζοντάς την να σωπάσει.
Ήταν κάτι που την πλήγωνε στη σχέση της με την Μυρτώ. Όταν βρίσκονταν ανάμεσα σε κόσμο εκείνη προχωρούσε μπροστά τόσο γρήγορα που δεν την προλάβαινε και δεν την άφηνε να μιλήσει καθόλου. Λες και μάντευε πότε θα άνοιγε το στόμα της να πει ή να σχολιάσει κάτι και της έκανε «σςςς». Δεν ήθελε συνομιλίες, λες και ντρεπόταν που την είχε φίλη. Αλλά πάλι, θα την προξένευε στον αδερφό της, αν ντρεπόταν για κείνη; Κι όχι μόνο την προξένευε αλλά ήταν και σίγουρη για τον γάμο τους.
«Μα δεν τον έχω δει καν, δε μ έχει δει ούτε αυτός. Μπορεί να μην του αρέσω»
«Θα του αρέσεις, σίγουρα. Κι αυτός θα σου αρέσει. Άκου που σου λέω. Είστε ο ένας για τον άλλον. Έχετε και πολλά πράγματα να κάνετε μαζί. Θ’ αποκτήσει νόημα η ζωή σου», έλεγε η Μυρτώ και την είχε κάνει να τον ερωτευτεί, χωρίς να τον έχει συναντήσει, αν και υποκρινόταν ότι δεν την ενδιέφερε καθόλου κι ότι δεν ήθελε ν’ ακούει τίποτα γι’ αυτόν.
«Είναι αρραβωνιασμένος» έλεγε για να λήξει τη συζήτηση.
«Θα χωρίσει σύντομα»
«Εγώ δε χωρίζω ζευγάρια»
«Δε θα τους χωρίσεις εσύ» έλεγε η Μυρτώ και σκοτείνιαζε το βλέμμα της. Κάτι κρυβόταν πίσω από αυτή την φράση που η φίλη της δεν συζητούσε κι εκείνη το σεβόταν. Τ’ αγγελικό της βλέμμα, σκοτείνιαζε μόνο, όταν γινόταν αναφορά στον αρραβώνα του αδερφού της.
Η φωνή της Μυρτώς την έβγαλε από τις σκέψεις. Την καλούσε να πάει γρήγορα εκεί που είναι. Κάτι είχε συμβεί. Η βροχή είχε αρχίσει ξανά κι εκείνη έτρεχε πατώντας μέσα στις λάσπες, χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει. Ευτυχώς, το μονοπάτι την έβγαλε αμέσως στο σημείο όπου βρισκόταν η φίλη της. Έδειχνε να κρύβεται πίσω από ένα θάμνο και μόλις την αντιλήφθηκε, στράφηκε προς το μέρος της και της έκανε εκείνο το γνώριμο «σςςς».
Ήθελε να της πει να το σταματήσει πια αυτό το «σςςςς». Έκανε τόσο σαματά για να την καλέσει στο σημείο κι ύστερα έλεγε σε κείνη να κάνει ησυχία;. Όποιος κι αν ήταν θα είχε ακούσει και την ίδια έτσι όπως φώναζε. Τελικά, δεν είπε τίποτα. Δεν ήταν της παρούσης. Πρώτη φορά έβλεπε τη φίλη της τόσο ανήσυχη. Πήγε και γονάτισε δίπλα της έτσι ώστε να κρύβει κι εκείνη ο θάμνος. Ήταν βρεγμένη και λασπωμένη και κρύωνε, αλλά μόλις το βλέμμα της έπεσε στο σημείο που κοίταζε η Μυρτώ τα ξέχασε όλα. Απέναντί τους ακριβώς βρισκόταν το άνοιγμα μιας σπηλιάς κι εκείνη τη στιγμή, μια νέα γυναίκα βρεγμένη και λασπωμένη, όπως κι εκείνες, έμπαινε στο εσωτερικό της κρατώντας κάτι στην αγκαλιά της που θα ορκιζόταν ότι ήταν μωρό. Κοίταξε τη φίλη της που παρακολουθούσε σιωπηλή.
«Την ξέρεις;» ρώτησε σιγανά τη Μυρτώ.
«Ναι» έγνεψε καταφατικά εκείνη.
«Τι κρατάει; Μωρό;»
«Σςςς», της έκανε άηχα, με το δάχτυλο στα χείλη εκείνη και έστρεψε ξανά την προσοχή της στο άνοιγμα της σπηλιάς που εκείνη τη στιγμή γέμισε από την παρουσία της άγνωστης γυναίκας. Αυτή τη φορά δεν κρατούσε τίποτα. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που μετέφερε, το είχε εγκαταλείψει στην κρύα κοιλιά του σπηλαίου. Κοίταξε τριγύρω σαν να φυλαγόταν, σαν να ήλεγχε μήπως την είδε κανείς κι ύστερα άρχισε να τρέχει μέχρι που η πυκνή βλάστηση την έκρυψε εντελώς.
Μόλις μπήκαν στη σπηλιά που μύρισε κλεισούρα και υγρασία άκουσαν το κλάμα ενός μωρού. Η Μυρτώ έτρεξε προς το μέρος απ’ όπου ακουγόταν το κλάμα ενώ η ίδια είχε παγώσει στη θέση της. Νόμιζε πως αυτά γίνονται μόνο στις ταινίες, τα βιβλία και τη μυθολογία όπου οργιάζει, αχαλίνωτα, η φαντασία των ανθρώπων.
Για πάρα πολύ ώρα η Μυρτώ κανάκευε το μωρό. Ήταν περίπου ενός έτους, της είπε. Το χάιδευε, το φιλούσε κι εκείνο είχε κουρνιάσει στην αγκαλιά της και κοιμόταν. Δεν έκλαιγε πια. Κοίταζε τη φίλη της και πρώτη φορά της φάνηκε τόσο απόκοσμη, τόσο οικεία άγνωστη. Για μια στιγμή πίστεψε πως κοιμόταν και πως όλα αυτά, με το ξύπνημά της, θα γίνονταν ένα παράξενο όνειρο. Δε συμβαίνουν αυτά τα πράγματα μα κι αν συνέβαιναν, δε θα αντιδρούσε ένα φυσιολογικός άνθρωπος όπως αντέδρασε η Μυρτώ. Ναι, θα το αγκάλιαζε, ναι, θα το χάιδευε, θα το καθησύχαζε κι αμέσως μετά θα έφευγαν για να πάνε στο κοντινότερο αστυνομικό τμήμα για να καταγγείλουν αυτή τη γυναίκα και να παραδώσουν το μωρό. Όχι όχι σίγουρα ονειρευόταν και σε λίγο θα ξυπνούσε.
Μετά από αρκετή ώρα την πλησίασε και της έδειξε το μωρό.
«Δεν είναι όμορφο σαν αγγελούδι;» τη ρώτησε. Κοίταξε το προσωπάκι του μωρού κι έγνεψε καταφατικά. «Αν το άφηνε η μαμά του στο χέρια σου να το μεγαλώσεις, θα το έκανες;»
Δεν ήξερε τι είχε στο μυαλό της και ζητούσε τη γνώμη της για ένα τόσο σοβαρό θέμα. Δεν ήξερε να μεγαλώνει παιδιά. Δεν ήξερε κι αν ήθελε να μεγαλώσει ένα ξένο παιδί. Τι ν’ απαντούσε;
«Δεν ξέρω αν έχεις καταλάβει τη σοβαρότητα της κατάστασης. Αρκετά καθυστερήσαμε. Τύλιξε καλά το παιδί και πάμε στο αυτοκίνητο. Πρέπει να πάμε στην αστυνομία να καταγγείλουμε το περιστατικό», είπε για ν’ αποφύγει την απάντηση κι έκανε τη Μυρτώ να χαμογελάσει, γιατί ήταν η πρώτη φορά που αντέδρασε τόσο δυναμικά, χωρίς να την κατευθύνει η ίδια. Ήταν πια έτοιμη.
Η βροχή είχε ευτυχώς σταματήσει. Μπήκαν στο αυτοκίνητο και έβαλε μπρος με χέρια που έτρεμαν. Δεν ήξερε πού να πάει. Έπρεπε η Μυρτώ να την κατευθύνει, όπως έκανε εδώ και ένα χρόνο και την είχε μεταμορφώσει σε μια γυναίκα που δεν ήξερε ότι υπήρχε, αλλά η Μυρτώ έδειχνε τόσο χαμένη για πρώτη φορά. Μήπως γνώριζε το μωρό; Τι της ήταν αυτή η γυναίκα που εγκατέλειψε το μωρό;
«Πού πάμε; Δώσε οδηγίες»
«Πήγαινε πίσω στο χωριό, θα έχει φτάσει ήδη η αστυνομία. Σίγουρα θα πήγε να δηλώσει την εξαφάνιση του μωρού η παλιογυναίκα»
«Ποια είναι; Είπες ότι την ξέρεις»
«Η αρραβωνιαστικιά του αδερφού μου»
«Δικό τους είναι το παιδί;» ρώτησε, όταν βρήκε ξανά τη φωνή της.
«Όχι, όμως της το εμπιστεύτηκε η φίλη της, να της το μεγαλώσει»
«Ξέρεις τη μαμά του παιδιού; Πού είναι τώρα;» τη ρώτησε και η Μυρτώ έγνεψε καταφατικά για να επιβεβαιώσει μόνο την πρώτη ερώτηση.
Ήταν μια ανακούφιση για κείνη, η αποκάλυψη της Μυρτώς. Δικαιολογούσε την αντίδρασή της σε σχέση με το συμβάν που από αυτή την οπτική που μόλις της παρουσιάστηκε, φάνταζε ακόμα πιο τραγικό.
Το χωριό δεν ήταν μακριά κι έτσι έφτασαν σχεδόν αμέσως. Στην κεντρική πλατεία του χωριού ήταν μαζεμένοι οι χωριανοί. Κι έτσι πάρκαρε πιο μακριά. Πήγε να κατέβει από το αυτοκίνητο, αλλά η Μυρτώ τη σταμάτησε.
«Αν ποτέ άφηνα το παιδί μου στα χέρια σου, για να το φροντίσεις και να το μεγαλώσεις σαν αληθινή του μάνα, θα δεχόσουν;» τη ρώτησε κι εκείνη σκέφτηκε να της πει να μη λέει τέτοια μακάβρια, αφού για να το έκανε αυτό θα σήμαινε πως επρόκειτο να πάθει κάτι, αλλά μετά σκέφτηκε τη συναισθηματική φόρτιση που την ωθούσε να κάνει αυτή την ερώτηση και ένιωσε μια τρυφερότητα γι’ αυτή τη δυναμική γυναίκα που ήταν γεμάτη αγάπη για τους ανθρώπους και που ενώ την ήξερε τόσο λίγο, την αγαπούσε τόσο πολύ.
«Θα έκανα τα πάντα για σένα» της είπε και εννοούσε κάθε λέξη που είπε. Και φαίνεται πως το είπε τόσο πειστικά που η Μυρτώ χαμογέλασε και φωτίστηκε το πρόσωπο της ξανά.
«Πάρε το μωρό και πήγαινε να το παραδώσεις στον αστυνομικό που θα βρίσκεται εκεί. Είναι ο αδερφός μου» είπε και της το έβαλε στην αγκαλιά, αφού το φίλησε τρυφερά.
«Αστυνομικός είναι ο αδερφός σου;» ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενε να ακούσει.
«Έχει και μια φάρμα με ζώα και βότανα την οποία θα διαφεντεύεις εσύ και θα τα πας περίφημα» είπε και της έκλεισε το μάτι.
«Δεν είναι ώρα για τέτοια. Άντε πάμε» είπε στη Μυρτώ κι έβγαλε τη ζώνη ασφαλείας.
Εξήγησε ότι δε θα πήγαινε μαζί της και της ζήτησε σαν χάρη να μην αναφέρει τίποτα για κείνη. Δε θα την πίστευαν, αν ανέφερε τ’ όνομά της, επειδή είχε τσακωθεί πολύ σοβαρά με την αρραβωνιαστικιά του αδερφού της και, θα νόμιζαν ότι προσπαθούσε να την κακολογήσει επιρρίπτοντας της ευθύνες, αν την κατηγορούσε για απαγωγή.
«Άσε που μπορεί να πει ότι το κλέψαμε εμείς το μωρό για να της ρίξουμε λάσπη και να βρούμε κανένα μπελά» είπε, θυμίζοντας της την Μυρτώ που ήξερε, που όλα τα σχεδίαζε άψογα, που όλα τα προέβλεπε.
Το σχέδιο λοιπόν ήταν να επιβιβαστεί η Μυρτώ στο επόμενο λεωφορείο για την πόλη, καλύπτοντας το πρόσωπό της με το μαντίλι της για να μην την αναγνωρίσει κανείς κι εκείνη μόλις ξεμπέρδευε να γύριζε στην πόλη.
Κρατούσε το μωρό που παραδόξως κοιμόταν ακόμη και που κούρνιασε και στη δική της αγκαλιά, συνεχίζοντας τον γαλήνιο ύπνο του και πλησίασε τον αστυνομικό που κρατούσε στην αγκαλιά του τη γυναίκα που είχε δει στη σπηλιά. Με τις λίγες δυνάμεις που υποκρινόταν ότι διέθετε, παρακαλούσε κλαίγοντας να της φέρουν το μωρό της φίλης της πίσω και να τιμωρήσουν τον απαγωγέα με την εσχάτη των ποινών.
Πλησίασε το ζευγάρι και στάθηκε μπροστά του. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Η ένοχη αιφνιδιάστηκε και παρόλο που προσπάθησε να διαψεύσει όσα είχαν ειπωθεί εναντίον της δεν έπειθε κανέναν. Βρέθηκαν και άτομα που την είδαν να μπαίνει στο φαράγγι, κρατώντας κάτι στην αγκαλιά της.
Στο τέλος της μέρας αισθάνθηκε ψυχική και σωματική εξάντληση. Ο αδερφός της Μυρτώς την κοίταζε παράξενα και εκείνη υποψιαζόταν ότι είχε καταλάβει ότι η αδερφή του είχε συμμετοχή σε όλα αυτά.
Όταν τελείωσε με τις καταθέσεις, είχε νυχτώσει. Έμεινε στο πανδοχείο του χωριού με έξοδα που επέμεινε να πληρώσει εκείνος. Ξάπλωσε και παρόλη την κούρασή της δεν μπορούσε να χαλαρώσει και να κοιμηθεί. Σκεφτόταν πως ήταν λάθος που έφυγε η Μυρτώ κι ακόμα μεγαλύτερο που είναι αρνήτρια της τεχνολογίας κι επομένως δε θέλει να έχει κινητό. Είναι δυνατόν να τα ξαναπούν την επόμενη Παρασκευή; Αυτή η φιλία πρέπει να εξελιχτεί πλέον.
«Ό,τι είναι ζωντανό εξελίσσεται», αυτό θα της πει όταν βρεθούν.
Τώρα θα την έπαιρνε τηλέφωνο να μιλήσουν λίγο να την καθησυχάσει. Όσο κι αν είχε αλλάξει τον τελευταίο χρόνο, είχε ακόμα ζωντανούς μέσα της πολλούς φόβους.
Έκλεισε τα μάτια και έφερε την εικόνα της μπροστά. Την είδε να της χαμογελάει και να της κλείνει το μάτι, όπως έκανε κάθε φορά που την επιβράβευε για μικρές ή μεγάλες της επιτυχίες. Σαν να της έλεγε και τώρα μπράβο που τα κατάφερε, που το μωρό ήταν ασφαλές στα χέρια του αδερφού της Μυρτώς, ο οποίος ορκίστηκε μπροστά σε όλους πως θα το προστατέψει ακόμα και με τη ζωή του και δε θα το πειράξει ξανά κανείς.
Ήταν κι εκείνος καλός κι έντιμος άνθρωπος όπως η αδερφή του και πολύ γοητευτικός…
«Αχ ρε Μυρτώ, τι άλλο έχεις σχεδιάσει» μονολόγησε, πριν την πάρει ο ύπνος και πριν προλάβει να αναρωτηθεί από πού ήξερε η φίλη της ότι ο αδερφός της θα χωρίσει με την αρραβωνιαστικιά του.
Νωρίς το πρωί, την ειδοποίησαν πως ο Κωστής, ο αδερφός της Μυρτώς την περίμενε στο σαλόνι και πήγε, βιαστικά, να τον συναντήσει. Δεν είχαν κανονίσει αυτή τη συνάντηση κι αγχώθηκε.
Εκείνος απλώς ήθελε να της ζητήσει να φροντίζει για λίγο καιρό το μωρό, όσο εκείνος θα ήταν στη δουλειά, προσφέροντάς της έναν παχυλό μισθό. Είπε πως παρατήρησε ότι το μωρό ήταν ήρεμο στην αγκαλιά της και αυτό ήταν καλό κριτήριο επιλογής. Δε θα ήταν μόνη της. Θα ήταν και η κυρα-Λένη η μαγείρισσα και οικονόμος του σπιτιού καθώς και οι εργαζόμενοι στη φάρμα.
Εκείνη είπε πως δεν έχει ιδέα από μωρά, μα δεν ήταν γι’ αυτόν πρόβλημα. Υπήρχαν άτομα να την βοηθήσουν και στην τελική, ας πήγαινε δοκιμαστικά.
Σίγουρα, είχε βάλει το χέρι της η Μυρτώ. Να δεις που θα μίλησαν και τον έχει ενημερώσει, σκέφτηκε και αποφάσισε να δεχτεί, δοκιμαστικά, να της κάνει το χατίρι. Τακτοποίησε όλες τις εκκρεμότητες και τον ακολούθησε . Μόλις μπήκαν στο αυτοκίνητο, εκείνος ενεργοποίησε το ραδιόφωνο. Κάποιος μιλούσε για μεταφυσικά θέματα. Της ζήτησε συγγνώμη και της εξήγησε ότι από τότε που πέθανε η αδερφή του, δεν έχασε ούτε μια φορά αυτή την εκπομπή.
Τον ρώτησε πόσες αδερφές είχε κι όταν εκείνος απάντησε μία, τη Μυρτώ, το αίμα της άρχισε να παγώνει. Χλόμιασε και φοβήθηκε ότι θα χάσει τις αισθήσεις της. Της έδωσε να πιει νερό και της έριξε και κάμποσο στο πρόσωπο.
Εκείνη την ώρα ακούστηκε από το ραδιόφωνο μια γυναικεία φωνή που έμοιαζε με της Μυρτώς, να λέει πως τα άτομα που δεν έχουν κλείσει τις εκκρεμότητες πάνω στη γη μπορούν να μείνουν σ’ αυτήν λίγο περισσότερο χρόνο, ώστε να βρουν ένα άτομο κατάλληλο ν’ αναλάβει τις ευθύνες που εκείνοι πλέον δεν μπορούν. Ψάχνουν ανάμεσα σε γνωστούς κι αγνώστους κι όταν βρουν τον κατάλληλο, αν δεν είναι έτοιμος τον προετοιμάζουν οι ίδιοι για τη νέα του αποστολή. Πριν όμως εκείνος αναλάβει πρέπει να τον ρωτήσουν αν θέλει. Πρέπει να είναι και δική του επιλογή η ανάληψη αυτής της ευθύνης. Αν δε θέλει, πρέπει να ψάξουν για άλλον.
«Αν ποτέ άφηνα το παιδί μου στα χέρια σου, για να το φροντίσεις και να το μεγαλώσεις σαν αληθινή του μάνα, θα δεχόσουν;» την είχε ρωτήσει η Μυρτώ.
«Θα έκανα τα πάντα για σένα» της είχε απαντήσει η ίδια.
Τα είπε όλα στον Κωστή κι εκείνος της είπε ότι την περίμενε. Είπε πως έβλεπε την αδερφή του κάποια βράδια στον ύπνο του να του λέει πράγματα που τώρα μόνο εξηγούνται. Μα και σ’ εκείνη ερμήνευσε πολλά αυτή η αποκάλυψη. Όλα εκείνα τα «σςςς» ήταν για δική της προστασία. Δεν ήθελε να τη βλέπει ο κόσμος να μιλάει μόνη της, αφού την ίδια ούτε την έβλεπαν ούτε την άκουγαν.
Δεν την είδε ποτέ ξανά τη Μυρτώ, μα κάθε Παρασκευή, την ώρα που σχόλαγε από τη δουλειά και πήγαινε στο παγκάκι να τη βρει, την περιβάλλει ένα υπέροχο άρωμα λουλουδιών και ξέρει πως η Μυρτώ είναι χαρούμενη, κάπου εκεί γύρω.
Μαίρη Βαβουράκη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
