Η Ομπρέλα – Μέρος 4ο

Προηγούμενο

– Καφέ; βγήκε αγουροξυπνημένος απ’ το δωμάτιο

Η Βίκη ένευσε καταφατικά και παρέμεινε κουλουριασμένη στην πολυθρόνα.

Λίγα λεπτά μετά, ακούμπησε μπροστά της μια αχνιστή κούπα και κάθισε απέναντί της.

Δεν έφυγες. 

– Όχι. σήκωσε αδιάφορα τους ώμους της

– Σε λίγο πρέπει να πάω στο μαγαζί. Δεν μπορείς να έρθεις εκεί. Έχεις κάπου να πας; ήπιε μια γουλιά απ’ τον καφέ του

– Όχι. 

– Θα πάρω έναν φίλο. Κάνει συχνά δρομολόγια Θεσσαλονίκη – Αθήνα και περνάει από το μαγαζί. πήρε το κινητό του στα χέρια του. Θα του πω να…

– Τον εμπιστεύεσαι; τον έκοψε απότομα η Βίκη

Ο Στέλιος σήκωσε το βλέμμα και την κοίταξε. Ακούμπησε το κινητό στο τραπεζάκι.

– Τυφλά δεν εμπιστεύομαι κανέναν. Αλλά αυτός είναι η πιο ασφαλής επιλογή απ’ αυτές που έχουμε. 

– Δεν μπορείς να με πας εσύ στο ΚΤΕΛ ή στο σταθμό των τρένων; 

– Εκείνα είναι τα πρώτα μέρη που θα σε ψάξει, μικρή! Ξύπνα!

Η Βίκη αναστέναξε κι ήπιε μια γουλιά απ’ τον καφέ της. Το βλέμμα της έπεσε στο πακέτο με τα τσιγάρα πάνω στο τραπέζι. Ο Στέλιος έσπρωξε με τα δάχτυλά του το πακέτο προς το μέρος της.

– Ό,τι πεις… του είπε χαμηλόφωνα, άναψε ένα τσιγάρο και φύσηξε τον καπνό στο ταβάνι

Έμειναν για λίγο σιωπηλοί.

– Ε ρε πούsth μου! βλαστήμησε. Τέλος πάντων, πρέπει να πάω στο μαγαζί. Μείνε εδώ και το βράδυ που θα έρθω θα δούμε τι θα κάνουμε.

– Στέλιο… ξέρεις πώς με βρήκε; 

– Κρατούσε ένα κινητό που στην οθόνη είχε μια φωτογραφία σου μ’ έναν νεαρό. Αυτή μου έδειξε και με ρώτησε αν σε είχα δει.

– Αυτό είναι δικό μου! Στην οθόνη έχω μια φωτογραφία με μένα και τον αδερφό μου! γούρλωσε τα μάτια της

– Αυτό υπέθεσα κι εγώ. Δεν θα είχε βάλει τέτοια φωτογραφία στο δικό του κινητό. Γι’ αυτό δεν του είπα τίποτα…

– Και πώς έφτασε στα χέρια του; Το είχα μαζί μου, μέχρι… έκανε μια παύση. Το είχα σίγουρα στο αυτοκίνητο εκείνου του τύπου που με πήρε με οτοστόπ!

– Ή σε εντόπισε απ’ το κινητό ή κάποιος μίλησε. Αλλά αφού το είχε αυτός, μάλλον το πρώτο. Αν σου έπεσε στο αμάξι του μaλάka που σε πήρε μαζί του, μάλλον δεν θα πέρασε καλά κι αυτός… σηκώθηκε όρθιος

Η Βίκη σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά του. Σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε.

– Σ’ ευχαριστώ…

Ο Στέλιος την ακούμπησε άτσαλα στο πάνω μέρος του κεφαλιού της και χωρίς να πει λέξη βγήκε από το σπίτι.

***

– Κατάλαβες;

– Ναι, Στέλιος.

– Και όχι πολλά λόγια, θα πεις δεν ξέρω και τέλος, μην αρχίσεις πολλά μαζί του. 

– Σίγουρα έρθει ξανά;

– Όχι σίγουρα. Αν έρθει. Έχω ειδοποιήσει και τον Νίκο να έχει το νου του. Δεν θα σε πειράξει κανείς. Απλώς αν σε πετύχει έξω απ’ το μαγαζί και σε ρωτήσει αν έχεις δει την κοπέλα, πες όχι και φύγε.

– Βίκη καλά;

– Καλά είναι. Έχει φύγει απ’ την περιοχή. 

Η Σάσα χαμογέλασε.

– Άσε τα λόγια τώρα και δες την σούπα μην την κάψεις πάλι.

***

– Πώς τα καταφέρνεις κάθε φορά και μπλέκεις; ο Νίκος γελούσε χαμηλόφωνα δίπλα στον Στέλιο

– Ρε αδερφέ! Δεν μου πήγαινε να τη διώξω!

– Ρε κόψε τις μαλαkies! Σου γυάλισε η μικρή και τώρα πουλάς παπάτζες σε μένα! 

– Θα κάτσεις στη θέση μου τελικά; Την πάω Αθήνα και γυρνάω. 

– Σοβαρέψου Στέλιο! Αν σε δει κανείς μαζί της, την πατήσαμε!

– Δεν θα με δει κανείς! Θα φύγουμε νύχτα…

– Ρε! Γεροντοκαψούρα σε χτύπησε;

– Νίκο κόφ’ το! Δεν είναι αυτό! Ξέρω τι καπνό φουμάρει ο τύπος και μπήκε με τσαμπουκά στο μαγαζί μου. Από ‘κει και πέρα έγινε δικό μου πρόβλημα. Αυτό μόνο!

– Ό,τι πεις. Εγώ μαζί σου! τον χτύπησε απαλά στην πλάτη

***

Είχε από ώρα βραδιάσει και ο Στέλιος βρισκόταν στο αυτοκίνητό του και κατευθυνόταν προς το σπίτι του. Άκουσε το κινητό του να χτυπάει. Το έψαξε με το χέρι του στη θέση του συνοδηγού.

– Λέγε!

– Στέλιος… αυτός ήταν έξω μαγαζί. Βγήκα πετάξω σκουπίδια και ρώτησε για Βίκη. Είπα δεν ξέρω. η φωνή της Σάσας ακουγόταν ήρεμη

– Είπε τίποτα άλλο;

– Όχι.

– Πάρε τον Βίκτορ να έρθει να σε πάρει στο σχόλασμα κι ενημέρωσε και τον Νίκο να έχει το νου του. Ευχαριστώ, Σάσα.

– Εγώ ευχαριστώ Στέλιος. Για όλα. Αν δεν ήσουν…

– Έλα, σταμάτα την κλάψα και πρόσεχε μην κάψεις κανένα φαΐ πάλι. 

Πέταξε το κινητό στη θέση του συνοδηγού και πάτησε το γκάζι.

***

Φτάνοντας στο σπίτι, χτύπησε την πόρτα πίσω του δυνατά μπαίνοντας. Την είδε να κάθεται κουλουριασμένη στην πολυθρόνα.

– Δεν κουνήθηκες απ’ τη θέση σου; τη ρώτησε αδιάφορα κι άφησε τα κλειδιά στο τραπέζι

Ακούμπησε στο τραπέζι μια σακούλα.

– Φέρε κανένα πιρούνι. Πάω να πλυθώ. συνέχισε ο Στέλιος

Όταν γύρισε, βρήκε τα κουτιά ανοιγμένα στο τραπέζι κι από ένα πιρούνι πάνω στο καθένα.

– Ποιο θες; τη ρώτησε και κάθισε στην πολυθρόνα απέναντί της

– Τρώω απ’ όλα. 

– Κοτόπουλο ή χοιρινό; Διάλεξε. επέμεινε εκείνος

– Κοτόπουλο. είπε χαμηλόφωνα

Της έσπρωξε το ένα κουτί μπροστά της κι άρχισε να τρώει λαίμαργα. Με την άκρη του ματιού του είδε πως εκείνη δεν είχε αγγίξει το φαγητό της.

– Τρώγε! Πρέπει να φύγουμε!

– Για πού;

– Θα σε πάω Αθήνα.

– Εσύ; έδειχνε έκπληκτη

– Τρώγε! 

Έτρωγαν χωρίς να λένε λέξη. Όταν τελείωσαν, η Βίκη μάζεψε τα κουτιά και τα πήγε στην κουζίνα.

– Στέλιο…

– Δεν έχουμε χρόνο για πολλά λόγια, μικρή. Στο δωμάτιο στο μαγαζί είχες αφήσει την τσάντα σου, στην έφερα. Είναι μπροστά στην πόρτα. Ζήτησα απ’ τα κορίτσια να μου δώσουν ρούχα. Θα σου κάνουν. Πήγαινε να ντυθείς και φεύγουμε. σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να ψάχνει τα τσιγάρα του μέσα στο μπουφάν του

Η Βίκη πήρε την τσάντα της και πήγε στο μπάνιο. Βγήκε λίγα λεπτά αργότερα, φορώντας ένα μαύρο κολάν κι ένα κολλητό γκρι μπλουζάκι που διέγραφαν έντονα τις καμπύλες της.

– Πάμε. της είπε αυστηρά και χωρίς να γυρίσει καν το βλέμμα του πάνω της, προχώρησε προς την πόρτα.

Κατέβασε το χερούλι και έκανε να την ανοίξει. Η Βίκη την έσπρωξε με το χέρι της και τον κοίταξε. Το βλέμμα της ούρλιαζε μέσα στη σιωπή. Κι ο Στέλιος, που γνώριζε καλά πώς να διαβάζει σιωπές, στένεψε το βλέμμα και το κράτησε μέσα στο δικό της.

Κική Γιοβανοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Η Ομπρέλα – Μέρος 4ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading