Ας ερχόσουν για λίγο, μονάχα ένα βράδυ…

Πέντε ώρα το απόγευμα, λίγο πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων. Ο ήλιος έτοιμος να δύσει, να χωθεί στην αγκαλιά της κρύας και σκοτεινής θάλασσας, ο αέρας διαπερνά μέσα από τα φύλλα των δέντρων που έχουν μουσκέψει, παίζοντας κρυφτό με τις σταγόνες της βροχής.

Στους διαδρόμους του 5ου ορόφου του νοσοκομείου στην Βούλα επικρατεί ησυχία, γιατί αυτός είναι ο όροφος της εντατικής (ΜΕΘ), οι συγγενείς περπατούν πάνω κάτω κοιτώντας τα πλακάκια στο πάτωμα με τα μάτια καρφωμένα στις αυλακώσεις των αρμών που έχουν μαυρίσει με τον καιρό. Τι κι αν κάθε πρωί πέφτει πάνω τους μισό κιλό χλωρίνη για να ασπρίσουν μόνο για λίγο… Σαν να συμβαδίζει το μαύρισμά τους με εκείνο των ψυχών των ανθρώπων που περιμένουν υπομονετικά την ώρα να φορέσουν την μπλε φόρμα και να μπουν, για την ολιγόλεπτη επίσκεψη, στα δωμάτια των ασθενών.

Ο Μιχάλης, ένας σαραντάρης, καλοβαλμένος κύριος, στέκεται έξω στον διάδρομο για να βρεθεί, όταν έρθει η ώρα, στο δωμάτιο με τον αριθμό 3. Περπατάει ανυπόμονα πάνω κάτω κοιτώντας κάθε πέντε λεπτά το μεγάλο στρογγυλό ρολόι του διαδρόμου. Ο ήχος του ρολογιού και οι κινήσεις των δεικτών του, κάνουν τον χρόνο να φαίνεται ατελείωτος. Στο δωμάτιο αυτό βρίσκεται μία αγαπημένη ύπαρξη, η πιο σπουδαία στην ζωή του όλη, που δεν είναι άλλη από την ηλικιωμένη μητέρα του. Εκείνη βρίσκεται εδώ και μέρες στην εντατική σε κώμα και είναι ζήτημα αν θα την βγάλει μέχρι τα Χριστούγεννα.

Οι γιατροί ήταν κατηγορηματικοί, μίλησαν σταράτα, χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς να μασήσουν τα λόγια τους. Πάντα, όταν ήταν η περίπτωση ενός ηλικιωμένου, η αντιμετώπιση ήταν ίδια. Ο ασθενής είναι μεγάλος πια, πλήρης ημερών, έχει ζήσει εξήντα και βάλε χρόνια. Τι να συζητάμε τώρα; Πόσα να ζήσει ακόμη; Φυσικά έκαναν ό,τι μπορούσαν για όλους ανεξαιρέτως, ας ήταν νέοι ή γέροι. Ογδόντα πέντε χρόνια μέτραγε η γιαγιά, για πόσο θα αναπνέει ακόμη, είναι θέλημα Θεού.

Ο Μιχάλης, λοιπόν, κάθε απόγευμα τις τελευταίες δέκα μέρες ήταν στο πόστο του, ακριβώς στις πέντε, σαν να χτύπαγε κάρτα σε εργοστάσιο. Λίγο μετά φόραγε την γαλάζια φόρμα με τα πλαστικά ποδονάρια, κάλυπτε το κεφάλι του με το γαλάζιο σκουφάκι και έμπαινε στο δωμάτιο ήσυχα και ευλαβικά.

Δίπλα στην μητέρα του βρίσκονταν μία άλλη γυναίκα, ηλικιωμένη κι αυτή. Η κόρη της θα ερχόταν λίγο αργότερα.

Ο Μιχάλης κάθισε δίπλα στην μητέρα του, την ηλικιωμένη με τα σωληνάκια και την μάσκα οξυγόνου που της κάλυπτε το ρυτιδιασμένο της πρόσωπο σαν να ήταν προσωπείο αρχαίας τραγωδίας. Αχ μάνα μου γλυκιά, αναστέναξε βλέποντάς την ανήμπορη, πού πήγε η ζωντάνια σου, το μπρίο σου; Κάθισε με προσοχή στην άκρη του κρεβατιού και της έπιασε το χέρι. Δεν ήταν πια εκείνο το λευκό και μαλακό. Οι πανάδες και οι ζάρες πρόδιδαν την ταλαιπωρία της περισσότερο, παρά την ηλικία της.

Πόσο είχαν κουραστεί αυτά τα χέρια! Τι δουλειά είχαν ρίξει για να τον μεγαλώσει όπως έπρεπε… Γιατί αν δεν ήταν αυτά τα χέρια τα δυνατά, αυτός δεν θα ήταν σήμερα ο γνωστός δικηγόρος των Αθηνών και όχι μόνο. Ο πατέρας καλός ήταν κι αυτός, αλλά άχρωμος και άβουλος. Καμία πρωτοβουλία, καμιά προσπάθεια παραπανήσια. Δημόσιος υπάλληλος στον δήμο ήταν, έκανε την δουλειά του μέχρι το μεσημέρι, μετά φαγητό στο σπίτι και μάλιστα το καλύτερο και το πιο εύγεστο, μεσημεριανή σιέστα και μετά καφενείο. Παιδί δεν υπήρχε για αυτόν. Όχι γιατί δεν τον αγαπούσε, είχε κι αυτός τα δίκια του. Έτσι είχε μεγαλώσει, οπότε όλο το βάρος της φροντίδας του είχε πέσει στην μάνα του, την κυρά Σοφία.

Είχε και το όνομα και την χάρη της σοφίας, πολυμήχανη σαν την θεά Αθηνά ήταν η γιαγιά στα νιάτα της. Από τα χαράματα σηκωνόταν να ετοιμάσει τον καφέ του συζύγου, βαρύ γλυκό και ένα ταπεινό πρωινό, πότε ψωμί που το έφτιαχνε η ίδια με λίγο μέλι, πότε βρεμένο παξιμάδι. Έφευγε ο σύζυγος για το γραφείο, σιγά την θέση. Κλητήρας ήταν, αλλά ήθελε να λέει ότι δουλεύει πίσω από ένα γραφείο με τα συναφή, σφραγίδες, μολύβια, μπλε και κόκκινους στυλούς.
– Από μένα περιμένουν όλοι, η δική μου υπογραφή είναι αυτή που μετράει. Όλοι οι άλλοι είναι άχρηστοι, γυναίκα να είσαι περήφανη για τον άντρα σου! της έλεγε με ύφος διευθυντή.
Αυτά της έλεγε της γιαγιάς, εκείνη που ήταν πανέξυπνη όμως την γνώριζε την αλήθεια, αλλά έκανε την “κούτα”, δηλαδή την χαζή για να μην τον πληγώσει και μετά να έχει και άλλα να αντιμετωπίσει. Γιατί ήξερε ότι ο πληγωμένος εγωισμός του αρσενικού ήταν ένα σοβαρό θέμα. Και δεν ήθελε να τον προσθέσει στα προβλήματά της.

-Αχ άντρα μου, πόσα ξέρεις εσύ! αυτή ήταν η απάντησή της, του έδινε και ένα ελαφρύ χτύπημα στην πλάτη και η μέρα κυλούσε ομαλά.

Μετά την αναχώρηση του συζύγου, ήταν η σειρά του γιού της. Έναν το είχε και τον πρόσεχε σαν τα μάτια της.
– Έλα ψυχή μου, ξύπνα να πας σχολείο. Σήκω, σου έχω ετοιμάσει το γάλα σου το ζεστό, με ψωμί με βούτυρο και μέλι.

Πού έβρισκε το βούτυρο και το καλό μέλι, μόνο εκείνη ήξερε. Το βούτυρο το έκρυβε πίσω από τα λαχανικά και το καλό μέλι, ένα μικρό βαζάκι, πίσω από τα αλεύρια. Τα είχε μόνο για τον Μιχαλάκη της. Δώδεκα χρόνια στο σχολείο το ίδιο σκηνικό, το οποίο σταμάτησε όταν ο Μιχάλης έγινε δεκαοκτώ, σωστός άντρας δηλαδή.
-Μάνα σταμάτα πια, ένας καφές από τα χεράκια σου φτάνει. Έχω να προλάβω το λεωφορείο για να φτάσω στην ώρα μου στο πανεπιστήμιο. Α, το μεσημέρι μην με περιμένεις για φαγητό, έχω μαθήματα μέχρι αργά. Το βράδυ τα λέμε.

Λίγο πριν βγει έξω, της έδινε από ένα φιλί και στα δύο μάγουλα, να μην μένει παραπονεμένη.

Αχ αυτά τα φιλάκια στα μάγουλα, βάλσαμο, φάρμακο. Από τον άντρα της ούτε ένα δεν έπαιρνε, από τον γιο όμως… δύο και καλά!

Με το που έφευγε και το αγόρι της, η κυρία Σοφία φόραγε τα πρόχειρά της, έστρωνε με τα χέρια τα ατίθασα μαύρα μαλλιά της και έβγαινε στην γειτονιά. Ήταν στην διάθεση της κάθε ανήμπορης γειτόνισσας, να της κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού, πλύσιμο, σίδερο, ξεσκόνισμα, τα πάντα. Όλες είχαν να το λένε, το πόσο γρήγορη, καθαρή και δουλευταρού ήταν. Μέσα σε τέσσερις ώρες είχε φέρει τα πάνω κάτω. Γιατί η Σοφία έπρεπε να έχει γυρίσει στο σπίτι το αργότερο μέχρι τη μία, να ετοιμάσει το φαγητό για τον άντρα του σπιτιού. Τρομάρα του, ήθελε και φρέσκο φαγητό κάθε μέρα! Δεν έτρωγε εκείνο της προηγούμενης, σαν τους βασιλιάδες ένα πράγμα. Πού να βρεθούν τόσα χρήματα για φρέσκο φαγητό στο τραπέζι; Δύο μερίδες έβγαιναν ίσα ίσα, μία για τον “άρχοντα” και μία για τον Μιχάλη της. Εκείνη έτρωγε πάντα της προηγούμενης ημέρας το φαγητό και πολλές φορές το πιο λίγο, ένα παξιμάδι με λίγες ελιές της ήταν αρκετές.
-Φάτε εσείς, εγώ έφαγα την ώρα που το κατέβασα από την φωτιά.

Ο άντρας της ποτέ δεν την είχε δει με το πιάτο γεμάτο, ούτε και ο γιος της. Τις Κυριακές καμιά φορά και τις μεγάλες γιορτές κάθονταν και τρώγανε όλοι μαζί το επίσημο γεύμα.
“Μπράβο γυναίκα, το πέτυχες το κοκκινιστό!”. Ποτέ του όμως δεν αναρωτήθηκε πώς βρίσκονταν τα λεφτά για το κρέας και τα τυριά.

Δώδεκα χρόνια στο σχολείο, τέσσερα του πανεπιστημίου και δύο του στρατού, σύνολο δεκαοκτώ χρόνια η ίδια πρωινή ρουτίνα. Δουλικό είχε καταντήσει η Σοφία, αλλά ούτε που την ένοιαζε, φτάνει ο Μιχάλης της να σπουδάσει, να βρει δουλειά και μετά να πάρει την ζωή στα χέρια του. Ε, μετά θα σταμάταγε τα έξω και τα μέσα, θα της ήταν αρκετά τα χρήματα που θα έφερνε ο άντρας της.

Καμιά φορά η ζωή μας τα γυρνάει όπως τα θέλουμε και στην περίπτωση του Μιχάλη όλα πήγαν κατ’ ευχήν. Ο νεαρός ήταν έξυπνος, δουλευταράς και προπάντων καλός άνθρωπος, με αρχές. Τελείωσε την νομική, πήγε στρατό και μετά δούλεψε για πολλά χρόνια δίπλα σε έναν άξιο δικηγόρο που τον είχε το δεξί του χέρι και αργότερα του άφησε “κληρονομιά” το γραφείο με την πελατεία του. Η μάνα έμεινε χήρα, επιτέλους θα απολάμβανε ένα σωστό πιάτο φαΐ, γιατί η σύνταξη χηρείας ήταν αρκετή για αυτή. Είχε κάνει και τα κουμάντα της τόσα χρόνια, είχε μαζέψει ένα καλό κομπόδεμα που της φάνηκε χρήσιμο στον γάμο του γιου της. Γιατί αν περίμενε από τον συγχωρεμένο, που ήταν ακόμη εν ζωή τότε, αλίμονό της. Τίποτα δεν θα είχε προσφέρει και αυτή σαν μάνα, έπρεπε να έχει εκείνη τα απαιτούμενα χρήματα για να γίνει ένας γάμος σωστός.

-Αφού σου λέω μάνα μου, έχω καλή δουλειά, μπορώ να στήσω το σπίτι μου μόνος μου. Κράτα τα λεφτά σου για σένα, να πας ένα ταξίδι με τον πατέρα. Δεν έχετε πάει ποτέ πουθενά, της είπε ο Μιχάλης πριν παντρευτεί.
“Ταξίδι, εγώ και αυτός! Δεν πέφτω καλύτερα από την Ακρόπολη; Δεν τα χαρίζω σε κανέναν φτωχό;”, σκέφτηκε από μέσα της η Σοφία.

Όταν παντρεύτηκε ο γιός της, εκείνη έλαμπε φορώντας το μοναδικό καινούριο της φόρεμα, που το είχε ράψει στην καλύτερη μοδίστρα. Πήγε και κομμωτήριο πρώτη φορά στην ζωή της, ούτε στον δικό της γάμο δεν είχε πάει. Και ήταν φωτεινή και λαμπερή σαν αστέρι στον ουρανό, από πάνω μέχρι κάτω, το ίδιο και ο γιος της. Ο άντρας της μίζερος μια ζωή, ένα καινούριο κουστούμι δεν πήγε να αγοράσει, με αυτό τον έθαψε, όταν ήρθε η ώρα εκείνη, να μην το βλέπει μέσα στην ντουλάπα και της πιάνεται η καρδιά.

Έτσι, από εκείνη την στιγμή που έμεινε χήρα, έζησε ήσυχα και ήρεμα και τα βράδια έβαζε το αγαπημένο της τραγούδι στο κασετόφωνο που της είχε αγοράσει ο γιος της με τα πρώτα του λεφτά.
“Ας ερχόσουν για λίγο, μοναχά για ένα βράδυ… να γεμίσεις με φως το το φρικτό μου σκοτάδι…”, και έβγαιναν από τα χείλια της οι αναστεναγμοί και τα μάτια θάμπωναν από τα δάκρυα.

Έναν κρυφό έρωτα είχε η Σοφία, τον Γιώργη της, αλλά η μοίρα έπαιξε σκληρό παιχνίδι. Πάντα ερωτευόμαστε έναν άντρα και πάντα άλλον παντρευόμαστε, μακάριες και ευτυχισμένες οι γυναίκες που έχουν δίπλα τους εκείνον που αγαπούν, έλεγε και έπινε μία γουλιά καφέ για παρηγοριά.

Η κασέτα έπαιζε συνέχεια το ίδιο τραγούδι, λες και δεν υπήρχε άλλο, μόνο αυτό. Τι να είχε γίνει άραγε ο Γιώργης της; Για ένα ταξίδι της είχε πει ότι θα έφευγε και δεν γύρισε ποτέ, ούτε έμαθε τι απέγινε, γιατί έμεινε σε άλλη γειτονιά μετά τον γάμο της και δεν είχε καμία επαφή με τους παλιούς γείτονες.

Η γιαγιά Σοφία ήταν η μητέρα υπόδειγμα, η μάνα η γλυκιά που ήταν το στήριγμά του σε όλη του την ζωή. Ευτυχώς πήρε καλή γυναίκα και οι δύο τους τα πήγαιναν καλά.

Δύο παιδιά έκανε ο Μιχάλης και έσπασε την παράδοση που θέλει το αρσενικό παιδί να παίρνει το όνομα του παππού του από την πλευρά του άντρα. Του Μιχάλη του ήταν αδιάφορο αυτό, όταν όμως γεννήθηκε η κόρη, της έδωσε το όνομα της μάνας του για να την τιμήσει. Η Σοφούλα ήταν η αδυναμία του. Και τα δύο του παιδιά αγαπούσε, αλλά η μικρή, που ήταν ίδια η μάνα του, είχε ξεχωριστή θέση στην καρδιά του.

Η ώρα ήταν πέντε και δέκα, το ημερολόγιο έδειχνε 22 Δεκεμβρίου, έξω έβρεχε και ο ουρανός ήταν μαύρος με λίγες μπλε σκουρόχρωμες πινελιές.
-Εεε, μάνα μου, ήρθα, της είπε απαλά και της έπιασε τα χέρια. Κοίτα, σου έφερα και φωτογραφίες να δεις τα εγγόνια σου από την γιορτή του σχολείου. Κοίτα πώς μεγάλωσε ο Θανάσης, κοίτα και την Σοφούλα. Ίδια εσύ είναι, γλυκιά μου.

Η γιαγιά άκουγε τα λόγια του μέσα στον λήθαργό της, να μπορούσε να του απαντήσει το πόσο ευτυχισμένη αισθανόταν. Τα είχε όλα πια. Η αγάπη του γιου της ζέσταινε τα κρύα χέρια. Αχ, αυτά τα χέρια πόσο είχαν δουλέψει, τι σπίτια είχαν καθαρίσει, αλλά χαλάλι.

Μετά ο Μιχάλης έβγαλε το κινητό του, πάτησε στο you tube βρίσκοντας το αγαπημένο της τραγούδι και έβαλε την συσκευή δίπλα στο αυτί της.
-Άνοιξε τα ματάκια σου μανούλα μου, σου βρήκα και το αγαπημένο σου…

“Ας ερχόσουν για λίγο, μοναχά για ένα βράδυ… να γεμίσεις με φως το το φρικτό μου σκοτάδι. Και στα δύο σου τα χέρια να με σφίξεις ζεστά… ας ερχόσουν για λίγο κι ας χανόσουν μετά…”

Αχ, πόσο μίλησαν αυτά τα λόγια στην πονεμένη της, μαύρη ψυχή… Για λίγο κούνησε τα δάχτυλά της, ο Μιχάλης αναθάρρησέ και φώναξε την νοσοκόμα.

– Μάνα μου, νιώθεις; Ξύπνησες;

Ήταν μία αναλαμπή. Μέχρι να έρθει η νοσοκόμα και ο γιατρός, η Σοφία είχε βρεθεί αλλού, σε μία άλλη διάσταση, που ήταν ανάλαφρη και γλυκιά. Δεν υπήρχε πόνος εκεί, ούτε δάκρυα, ούτε στεναχώρια. Στο ανέβασμά της είδε από μακριά τον Γιώργη της, σαν να την περίμενε και εκείνος, να της τραγουδήσει το αγαπημένο της τραγούδι, να την καλωσορίσει με ένα φιλί διώχνοντας τα σκοτάδια.

Έξω φυσούσε δυνατά και το αγέρι χτυπούσε τα παλιά παράθυρα του δωματίου. Για την Σοφία όμως όλα έμοιαζαν καλοκαίρι. Το φιλί του Γιώργη της ήταν αρκετό να μην φοβηθεί στο νέο της σπίτι.

Ο Μιχάλης τίμησε την μάνα του κι αυτός, βάζοντας μία δική της φωτογραφία από τον γάμο του δίπλα στην δική του, να την βλέπει τα πρωινά πριν φύγει για την δουλειά και να της στέλνει ένα απαλό φιλί όπως τότε που ήταν μικρός.

Μάνα είναι μόνο μία, δεν υπάρχει δεύτερη ούτε κάποια που να την αντικαταστήσει. Σήμερα γιορτάζουν οι μητέρες όλου του κόσμου! Χρόνια πολλά μητέρα, μάνα, μαμά… σε όποια γλώσσα και αν την προφέρεις: maman, mother, madre… Τι θέλουν οι μάνες; Ένα γλυκό φιλί και τους είναι αρκετό.

Χρόνια μας πολλά λοιπόν, σας στέλνω κι εγώ τα φιλιά μου με σεβασμό και αγάπη!

Δήμητρα Καμπόλη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading