Στις παρυφές του Υμηττού μαίνεται μόνιμη καταιγίδα. Σηκώνονται τα κύματα κατακόρυφα, όμοια Τιτάνες, μπροστά σου, έτοιμα να σε πνίξουν. Άνθρωποι και αυτοκίνητα στενάζουν και ξεφυσούν, θένε να κατακτήσουν την κορφή του κύματος, μα είναι πολύς ο κόπος.
«Μπορείς να τα καταφέρεις;», ρωτάς εναγωνίως και ο καγχασμός του ταρίφα σε καμτσικίζει. Δεν μπορεί. Λίγο πριν να καβαλήσει το σαμάρι του κύματος, το κιτρινάμαξο σπινιάρει και τσιρίζει τρομοκρατημένο, καθώς γλιστρά πίσω. Μα ο οδηγός σαν γνήσιος αστούγκανος δεν τα παρατά∙ έχει κολλήσει το πόδι του στο γκάζι με τόση δύναμη που, αν μπορούσε θα τρύπαγε το πάτωμα να το πάει σαν τους Φλίνστοουνς.
Σαν να μην έφταναν τα γήινα κύματα, πάνω τους φυτρώνουν μεγατσιμεντικές Πανδώρειες Νεφελοκουτίες, γεμάτες όνειρα παστωμένα σε λίγα ανήλιαγα τετραγωνικά, πληρωμένα αδρά. Σαν τα πουλιά φωλιάζουν οι άνθρωποι μέσα τους, κι αν είναι τυχεροί και το Νεφελόκουτό τους έχει μπαλκόνι, ξεσκάνε από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο.
«Ντόρτια!»
«Και σου ‘πα! Πρόσεχε τη μάνα!», ακούγεται μια φωνή από την απέναντι πλευρά του δρόμου.
«Ο σούπερ Γκούφη, χάνει τη μαγική του δύναμη και πέφτειιιιιιιι…»
«Μαζέψτε το! Κάθε μεσημέρι τα ίδια, θέλουμε και να κοιμηθούμε!»
Πω πω, ντροπή! Ένα παιδί ακούστηκε να παίζει!
Τώρα πια είναι όλα φιμωμένα μπροστά σε παράθυρα που εναλλάσουν με καταιγιστικό ρυθμό τις αλλόκοσμες εικόνες τους. Μόνη υπενθύμιση της ύπαρξής τους όταν κάπου-κάπου κάποιο ουρλιάζει, απειλώντας θειές και μάνες με ευχές κακόηχες.
Μα οι κουτάκηδες θέλουν να κοιμηθούν! Πού να κοιμηθούν… Οι γείτονες μιλάνε. Ναι, πού είναι το περίεργο, θα πεις. Σ’ έναν τόσο στενό δρόμο, όπου τα παιδιά κάποτε παίζανε πετώντας μπαλάκια στ’ απέναντι μπαλκόνια και με το ζόρι παρκάρει μια σειρά αμάξια, ακόμα και οι ψίθυροι αντιλαλούν σα να ‘ναι δίπλα σου. Και αν δε μιλάνε αυτοί, τρυπώνουν, παρά τα κουφ(ό)ματα, οι ήχοι ανθρωποκατασκεύαστων ηχείων.
Ένα πλυντήριο σε μπαλκόνι στίβει τα νεύρα σου. Τα σκυλιά της γειτονιάς τρομοκρατούνται και, με τη σειρά τους, τρομοκρατούν τα περιστέρια και τα ξενόφερτα παπαγαλάκια που τσιριτίζουν. Ευτυχώς που έχουμε και αυτά, καθώς τα παιδικά κελαηδίσματα σβήσαν με τα χρόνια.
Γόνδολες περνάνε στα κανάλια του Ζωγράφου, άλλες μικροσκοπικές, πρακτικές, άλλες υπερβολικά πλουμιστές, κάποιες αδιάφορες. Μαθημένος πια, δε δίνεις σημασία. Δε δίνεις σημασία, παρόλο που μόλις πάρει να σουρουπώνει, βλέπεις τα ίδια και τα ίδια αυτοκίνητα να περνάνε και να ξαναπερνάνε. Με τα φώτα τους σαρώνουν τα τείχη που προστατεύουν τα νεφελόσπιτα, για ένα κενό. Τι ευγενικός σκοπός, να θες να γεμίσεις ένα κενό!
Ένα κενό στην ψυχή, ένα κενό σ’ ένα ετοιμόρροπο τείχος, μετατρέποντάς το σε ασφαλές, απροσπέλαστο κάστρο ακόμα και από τους ενοίκους του, που θα πρέπει να το καβαλήσουν για να μπουν στα σπίτια τους. Μα το τείχος είναι γερό! Και εσύ, μην μπορώντας να παρκάρεις τη γόνδολα, γυρνάς, γυρνάς, γυρνάς, τρως και κοιμάσαι μέσα της.
Μα ποιος σου φταίει; Δεν ξέρεις πως, άπαξ και βρεις αυτό το κενό, δεν το κουνάς ποτέ από εκεί; Χρησικτησία για τις επόμενες γενιές!
Μα το θέμα δεν είναι να είσαι χρυσικτήτης, αλλά να φαίνεσαι κιόλας! Κι ο ενδεδειγμένος τρόπος είναι να πολλαπλασιάσεις τις γόνδολες. Και καλά να είσαι και να γίνεις και εφοπλιστής! Μα το πρόβλημα μένει. Μια λύση είναι: οι βάρδιες. Βέβαια, ο ένας πάντα θα γυρνά στα στενοκάναλα. Το να γυρνάς, πάντως, δεν το γλιτώνεις, ακόμη και αν βρεις να παρκάρεις αλλού, γιατί την επόμενη μέρα θα πρέπει να το βρεις! Απελπισία εις το τετράγωνο!
Βλέπεις, το ’70 που χτιστήκανε τα κουτόσπιτα, χρειαζόταν κελιά και μπουντρούμια για να φυλακίσουν τους φοιτητές. Μα και το ’80 που τα στήσανε αεράτα πάνω σε τακούνια, οι ένοικοι φυλακίστηκαν από τη χαρτούρα, σε μόνιμη διαμάχη για δυο μέτρα γη. Κανείς δεν προνόησε ότι τόσοι εφοπλιστάδες θα μαζεύονταν κάτω από τον Τρελό*.
Κι όμως, λίγα μέτρα από αυτό το δαντικό μέρος, υπάρχει μια μικρή γλυκόβουη Αρκαδία για τους μυημένους, που αγκαλιάζει τρυφερά το πολύπαθο Ζωγράφου. Κάθε μήνα η γη της αλλάζει χαλί. Άλλοτε έχει πέλος χαμηλό, χρυσοκίτρινο. Άλλοτε φούξια, πιο σπάνια κατακόκκινο. Κάποτε γίνεται ζούγκλα από μολόχες και τσουκνίδες. Μερικές φορές αγρωστώδη λυγίζουν και κορώνουν ρυθμικά κάτω από το χάδι της ανάσας του Γαρμπή. Κι άλλοτε οι ασφόνδυλοι λογχίζουν τις βαριές σκιές των φυτεμένων πεύκων…
Αναστασία Χ.
* Λαϊκή ονομασία του Υμηττού
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
