Δεν είμαι περήφανη για μένα φέτος, και δεν υπάρχει ωραίος τρόπος να το πεις αυτό χωρίς να ακουστεί βαρύ, αλλά έτσι είναι, γιατί μέσα σε αυτόν τον χρόνο έκανα, είπα, άκουσα και κυρίως επέτρεψα πράγματα που με άλλαξαν, που με πήγαν πιο μακριά από αυτό που ξέρω ότι είμαι. Μετανιώνω για όσα έκανα, αλλά εξίσου μετανιώνω και για όσα δεν έκανα, για εκείνες τις στιγμές που στάθηκα μπροστά σε κάτι που ένιωθα και δεν το άγγιξα, σαν να μην άξιζε, ενώ ήξερα πολύ καλά ότι άξιζε.
Για εκείνο το φιλί που δεν έδωσα. Για εκείνη τη μία στιγμή που ήξερα, το ένιωθα σε κάθε κύτταρό μου, ότι έπρεπε να σκύψω λίγο πιο κοντά και δεν το έκανα. Για εκείνο το δευτερόλεπτο που κράτησα την ανάσα μου αντί να τη μοιραστώ μαζί του. Για το βλέμμα που έμεινε μετέωρο, για τα χείλη που δεν ακούμπησαν, για το «αν» που έμεινε να με κυνηγάει. Γιατί κάποια πράγματα δεν είναι λάθη επειδή έγιναν… είναι λάθη επειδή δεν έγιναν ποτέ.
Μετανιώνω για μια σχέση που δεν έπρεπε να γίνει, ό,τι κι αν ήταν αυτό, γιατί βαθιά μέσα μου το ήξερα και παρ’ όλα αυτά έμεινα, σαν να ήθελα να αποδείξω στον εαυτό μου ότι μπορώ να αντέξω κάτι που από την αρχή με χάλαγε.
Κρατούσα μυστικά και ακόμη αναρωτιέμαι ποιον προστάτευα τελικά, γιατί στο τέλος εγώ βγήκα πληγωμένη, όπως πάντα, γιατί ό,τι κι αν κάνω, εγώ είμαι αυτή που το πληρώνει. Έχω πει πράγματα για ανθρώπους που δεν γνωρίζω, έχω κρίνει ζωές που δεν έζησα, έχω επιτρέψει στον εαυτό μου να γίνει κομμάτι μιας μικρότητας που κάποτε θα με απωθούσε, και αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να το δικαιολογήσω γιατί δεν είναι αυτό που θέλω να είμαι.
Έχω βρεθεί μέσα σε παρέες που το μόνο που κάνουν είναι να σχολιάζουν, να μειώνουν, να κράζουν, άνθρωποι που απλώς καταναλώνουν οξυγόνο και τρέφονται από τη σύγκριση και τη ζήλια, και το χειρότερο δεν είναι ότι υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, το χειρότερο είναι ότι έμεινα ανάμεσά τους και έγινα κι εγώ λίγο σαν αυτούς.
Έχω γίνει η ίδια με ανθρώπους που κάποτε θα σιχαινόμουν, με ανθρώπους που δεν θα κοιτούσα καν δεύτερη φορά, και όμως κάθισα, άκουσα, συμμετείχα, και αυτό είναι κάτι που με βαραίνει περισσότερο απ’ όσο θα ήθελα να παραδεχτώ.
Έχω επενδύσει σε ανθρώπους που δεν άξιζαν ούτε μια στάλα από όσα έδωσα και την ίδια στιγμή έχω παραμελήσει ανθρώπους που άξιζαν τα πάντα, έχω αφήσει στην άκρη ανθρώπους που ήταν φως για μένα για να κρατήσω δίπλα μου ανθρώπους που ήταν απλώς θόρυβος. Έχω παραμελήσει τον εαυτό μου, έχω βάλει πίσω τα θέλω μου, τις ανάγκες μου, τα όριά μου, για ανθρώπους που δεν θα έκαναν ούτε ένα βήμα για μένα, και αυτό είναι κάτι που δεν συγχωρείται εύκολα, όχι από τους άλλους, αλλά από εμένα.
Έχω στεναχωρήσει ανθρώπους που δεν έπρεπε, έχω πληγώσει τον εαυτό μου ξανά και ξανά, σαν να μην έμαθα ποτέ πώς να τον προστατεύω, σαν να τον άφηνα εκτεθειμένο κάθε φορά που ήθελα να ανήκω κάπου που δεν μου ταίριαζε. Έχω ντραπεί για μένα, για πράγματα που κράτησα μέσα μου και δεν είπα ποτέ, για πράγματα που έκανα ενώ ένα κομμάτι μου τα ήθελε όσο τίποτα και ένα άλλο κομμάτι μου σιχαινόταν αυτό που έβλεπε.
Έχω αφήσει τον εαυτό μου να συγκριθεί, να νιώσει λίγος, να σταθεί απέναντι σε ανθρώπους που δεν έχουν καμία αξία και παρ’ όλα αυτά να αμφισβητήσει τον ίδιο του τον εαυτό.
Φοβάμαι μη ξαναγίνω αυτός ο άνθρωπος. Εκείνος που δεν λογάριαζε τίποτα και κανέναν, που έχανε τον δρόμο του χωρίς να το καταλαβαίνει. Γιατί εγώ δεν είμαι έτσι. Ή τουλάχιστον δεν θέλω να είμαι έτσι. Και το πιο βαρύ απ’ όλα δεν είναι τα λάθη, είναι ότι έχω αξίες, έχω ήθη, έχω αρχές, και τα καταπάτησα για κάτι μικρό, για ένα καπρίτσιο, για ένα “γaμώtο”, και αυτό δεν σβήνει εύκολα, γιατί ξέρω ποια είμαι και είδα πόσο εύκολα μπορώ να απομακρυνθώ από αυτήν.
Μέσα σε αυτά τα δύο χρόνια πήρα φως, πήρα αγάπη, πήρα πράγματα που περίμενα για καιρό, και κατάφερα μόνη μου να τα διαλύσω, να γεμίσω τη ζωή μου με σκοτάδι, σαν να δοκίμαζα μέχρι πού μπορώ να φτάσω. Και το πιο βαρύ απ’ όλα είναι ότι είχα δίπλα μου έναν άνθρωπο που με αγάπησε, που με γέμισε, που μου έδωσε φως, και εγώ τον έβαλα στην άκρη για κάτι μηδαμινό, για κάτι που δεν άξιζε ούτε στιγμή από όσα του στέρησα.
Και κάπου εδώ δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Υπάρχει μόνο η αλήθεια.
Θέλω να ελπίζω ότι κάποια στιγμή ο Θεός θα με συγχωρέσει για όσα έκανα και για όσα είπα, γιατί ξέρω ότι τα πλήρωσα, ίσως και παραπάνω απ’ όσο άντεχα, με τρόπους που με λύγισαν και με άλλαξαν. Αλλά ακόμα κι αν δεν έρθει αυτή η συγχώρεση από εκεί ψηλά, θέλω κάποια στιγμή να μπορέσω να συγχωρέσω εγώ τον εαυτό μου, να τον κοιτάξω χωρίς θυμό, χωρίς ενοχή, και να πω ότι έμαθα. Και αν ποτέ ξαναχαθώ, αν ποτέ ξαναπάρω λάθος δρόμο, θέλω να ξέρω ότι κάπου μέσα μου υπάρχει ακόμα το φως, ότι δεν έσβησε, ότι με περιμένει για να γυρίσω.
Γιατί στο τέλος δεν σε προδίδουν πάντα οι άλλοι.
Καμιά φορά… σε προδίδεις εσύ. Και μετά πρέπει να βρεις τον τρόπο να ξαναγυρίσεις σε σένα.
Κατερίνα Μοχράνη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

One response to “Με πρόδωσα εγώ”
[…] Με πρόδωσα εγώ Απατηλά φαινόμενα […]