23:30
“Δεν ήταν και η πιο έξυπνη επιλογή να περπατήσω την Αεροπαγίτου με γόβες”, μονολόγησε η Ελισάβετ ενώ ένιωθε το πουκάμισο κολλημένο στο δέρμα της. Η βραδιά ήταν γλυκιά και πολύς κόσμος, αν και Τετάρτη, είχε βγει για βόλτα στον πεζόδρομο. Ξεφυσούσε αγανακτισμένη κάθε φορά που έπρεπε να προσπεράσει κόσμο, μέχρι που έριξε μια δυνατή σπρωξιά σε μια μεσήλικη γυναίκα, η οποία την ‘στόλισε’, αλλά δεν την ένοιαζε. Έπρεπε τα μεσάνυχτα να είναι κάτω από την Ακρόπολη!
Έξι μήνες πριν
“Θάρρος ή αλήθεια;”
“Σοβαρά τώρα;”, γύρισε με αυστηρό βλέμμα η Ελισάβετ “Τι είμαστε; Παιδάκια;”
“Αφού αρνείσαι να μιλήσεις μαζί μου, να χορέψεις μαζί μου, ας παίξεις”, απάντησε με πονηρό βλέμμα και μια υποψία χαμόγελου ο Αργύρης, αγνοώντας το βλέμμα της που μπορούσε να κόψει παγόβουνο στα δύο
“Γιατί δεν παίζεις με κάποια άλλη; Να, στις κοπέλες στο τέλος του μπαρ τρέχουν τα σάλια πόση ώρα”
“Α, άρα παρατηρείς τον ανταγωνισμό;”
Η Ελισάβετ γύρισε τα μάτια προς τα πάνω. “Για να υπάρξει ανταγωνισμός, θα πρέπει να υπάρξει ενδιαφέρον. Που, μάντεψε… δεν υπάρχει!”. Τον κοίταξε μέσα στα γκρίζα μάτια του με τέτοια επιμονή, που για μια στιγμή η βουή από τη μουσική και τον κόσμο ακουγόταν μακρινή. Γρήγορα έστρεψε την προσοχή στο ποτό της.
Είχε βρεθεί στο αγαπημένο μπαρ μιας εκ των υπαλλήλων της, για να γιορτάσουν την προαγωγή της τελευταίας. Μεταξύ των θαμώνων ήταν και ο Αργύρης. Δεν έχασε την ευκαιρία και την πλησίασε αμέσως μόλις την είδε.
Ξανθός κότσος, πράσινα μάτια, ζουμερά χείλη, μαύρο κολλητό φόρεμα σε αυστηρή, άλφα γραμμή, που αποκάλυπτε μόνο τους πήχεις και τις γάμπες της και ψηλές Louboutin. Όσο φιλικός κι αν ήταν, μετά βίας απέσπασε ένα βλέμμα.
“Αυτό διορθώνεται”, είπε με αυτοπεποίθηση και έγειρε ελαφρά το σώμα του προς το μέρος της. “Αν σε ενοχλούσα τόσο θα είχες φύγει ήδη… Οπότε… Θάρρος ή αλήθεια;”
“Δεν τα παρατάς με τίποτα, ε;”
Ο Αργύρης κούνησε το κεφάλι του.
“Αλήθεια”, συνέχισε σε αυστηρό τόνο η Ελισάβετ και ήπιε μια γουλιά από το ποτό της,
“Σου αρέσει η δουλειά σου;”. Τον κοίταξε – για πρώτη φορά -έκπληκτη.
“Ναι, πολύ. Με γεμίζει, με βοηθάει να ξεχνιέμαι και να κάνω καλύτερα αυτό που μπορώ. Να διαχειρίζομαι κρίσεις”
“Άρα… είσαι υπεύθυνη ανθρώπινου δυναμικού”
Δεύτερο έκπληκτο βλέμμα.
“Ακριβώς. Σειρά σου”
“Αλήθεια”
“Σου είναι όσο εύκολο δείχνεις το να αδιαφορείς για τα αποτελέσματα των πράξεών σου; Είσαι πάντα τόσο θρασύς;”
“Θαρραλέος θα έλεγα… και ναι, αν δεν τολμήσεις, πώς θα ξέρεις αν θα προκύψει το αποτέλεσμα που θέλεις;”.
Άφησε το ποτό του δίπλα στο δικό της και στιγμιαία ακούμπησαν τα δάχτυλά τους. Η Ελισάβετ ένιωσε ένα ηλεκτρικό ρεύμα, το οποίο μεταφέρθηκε από τη ραχοκοκαλιά στους μηρούς της όταν ο Αργύρης έσκυψε κοντά της και κοίταξε το στόμα της. Όταν ένα αμυδρό ροζ χρώμα εμφανίστηκε στη μύτη και τα μάγουλά της, έστρεψε το βλέμμα του στο δικό της. “Συνεχίζουμε;”.
Η Ελισάβετ ξεροκατάπιε και ίσιωσε τον κορμό της. “Αρκετά για σήμερα”.
Ο Αργύρης της χαμογέλασε αμυδρά, πήρε το ποτό του και γύρισε στην παρέα του. Χωρίς να χάσει χρόνο μια από τις κοπέλες που στεκόταν στην άκρη του μπαρ, τον πλησίασε και του έπιασε κουβέντα. Κάθε φορά που ένας από τους δύο γελούσε, η Ελισάβετ ένιωθε ένα σφίξιμο στο στομάχι, μέχρι που αποφάσισε να αποχαιρετήσει την υφιστάμενή της και να φύγει.
Την επόμενη μέρα, όλα όσα είχαν συμβεί τη νύχτα, είχαν τοποθετηθεί σε ένα κουτάκι στο πίσω μέρος του μυαλού της Ελισάβετ, η οποία βρισκόταν από νωρίς στο γραφείο, ώστε να κάνει αυτό στο οποίο ήταν Η καλύτερη.
Δούλευε με τρελούς ρυθμούς μέχρι τη 1 και το υποχρεωτικό lunch break, οπότε σήκωσε το ακουστικό για να παραγγείλει το αγαπημένο της κινέζικο. Πριν προλάβει να πατήσει τα κουμπιά, μια φιγούρα στεκόταν ακουμπισμένη στην κάσα της πόρτας με τα χέρια σταυρωμένα κι ένα ανέμελο χαμόγελο.
“Τι κάνεις εσύ εδώ; Πώς βρέθηκες…; Ποιος σε άφησε να…;” σηκώθηκε απότομα όρθια.
“Λίγους καλούς τρόπους χρειάστηκε κι ένα γερό φιλοδώρημα”, απάντησε στις ανολοκλήρωτες ερωτήσεις της ο Αργύρης, διατηρώντας το μειδίαμα. “Να περάσω τώρα;”
“Θα τους απολύσω όλους”, αναφώνησε μια μικρή φωνή μέσα στο κεφάλι της, ενώ ταυτόχρονα του ένευσε καταφατικά και του έδειξε την καρέκλα μπροστά από το γραφείο της.
“Δεν θα κάτσω. Ήρθα με μια πρόταση”.
Η Ελισάβετ ξεφύσηξε.
“Ξέρω ότι έχεις πολλή δουλειά, όπως ξέρω και ότι για την επόμενη ώρα, λάθος, την υπόλοιπη μέρα θα είσαι κενή”
“Αλλαγή γραμματέως, τσεκ”, συνέχισε η φωνούλα
“Πάμε να φάμε μαζί; Έχω ανακαλύψει ένα ‘διαμάντι’ για σούσι. Δεν είναι πολύ μακριά από εδώ”, ολοκλήρωσε την πρότασή του και προσπάθησε να μην δείξει το πόσο πολύ ενθουσιάστηκε όταν η Ελισάβετ συμφώνησε
“Αν η λύση για να να σταματήσεις να καταπατάς τον ζωτικό μου χώρο είναι να πάμε μαζί για φαγητό, πάμε. Μετά θα πρέπει να γυρίσω στη δουλειά, ασχέτως τι σου είπε η – πρώην – γραμματέας μου, γιατί τα μέιλ δεν σταματούν να ‘τρέχουν’.”
Πήρε τη τσάντα και τα πράγματά της. Τον προσπέρασε στην πόρτα και κατευθύνθηκε προς το ασανσέρ. Μια έντονη μυρωδιά μέντας και λουλουδιών κατέκλυσε τα πνευμόνια του, αποσυντονίζοντάς τον.
“Θα έρθεις;”, ρώτησε τσαντισμένη η Ελισάβετ όταν ήδη είχαν ανοίξει οι πόρτες του ασανσέρ ενώ ο Αργύρης είχε ακινητοποιηθεί στην πόρτα.
Καθόλη την διαδρομή δεν αντάλλαξαν κουβέντα, μέχρι που έφτασαν έξω από το εστιατόριο. Ο Αργύρης την κοίταξε με ένα σφίξιμο στο στήθος. Ήθελε να της αρέσει.
Η Ελισάβετ κοίταξε το μικρό εστιατόριο και τα μάτια της έλαμψαν. Στη τζαμαρία είχε ζωγραφισμένα λευκά και ροζ λουλούδια, τα οποία έδεναν αρμονικά με το άσπρο πλαίσιο περιμετρικά αυτής και της πόρτας.
“Πάμε;”, τη ρώτησε με χαμόγελο και της έδειξε με το χέρι την είσοδο.
Εκείνη, περπάτησε αργά και άνοιξε την πόρτα. Το εσωτερικό ήταν μικρό, αποτελούμενο από οχτώ τραπέζια και μια κουζίνα, πίσω από ένα πυρίμαχο τζάμι. Ο Αργύρης είπε το όνομά του στην κοπέλα που στεκόταν στην είσοδο και τους υπέδειξε το τραπέζι τους. Ήταν γωνιακό, με δύο καρέκλες, δίπλα από μια μεγάλη γλάστρα με λευκά κρίνα.
Η Ελισάβετ κάθισε και αμέσως ο σερβιτόρος τους έφερε το μενού και τους έκανε μια υπόκλιση.
“Λοιπόν;”, ρώτησε ο Αργύρης
“Είναι υπέροχο…”, απάντησε η Ελισάβετ ενώ με το βλέμμα της εξέταζε ξανά και ξανά τον χώρο.
“Το φαγητό θα σε αποζημιώσει διπλά που δέχτηκες να έρθεις μαζί μου”, της είπε ο Αργύρης και την κοίταξε στα μάτια, περιμένοντας μια αντίδραση. Για πρώτη φορά δεν ήταν σκληρό το βλέμμα της και τα μάτια της είχαν ένα απαλό πράσινο χρώμα, έναντι του – συνήθους – σκούρου πράσινου.
“Ας το διαπιστώσουμε”, είπε η Ελισάβετ και έστρεψε την προσοχή της στον κατάλογο. Αν τον κοίταζε για λίγο ακόμα, το υπέροχο πρόσωπό του, με τα γκρίζα μάτια, τα μαύρα, ελαφρώς μπουκλωτά, μαλλιά, την γεωμετρική μύτη, τα λεπτά χείλη και τα άψογα ζυγωματικά, υπήρχε ο κίνδυνος να παραβιάσει το πελώριο τείχος που είχε χτίσει και την προστάτευε από το ενδεχόμενο να νιώσει κάτι, μετά την τελευταία της σχέση, πριν δύο χρόνια, η οποία την διέλυσε και την έπεισε ότι κανένας άντρας δεν αξίζει!
“Νομίζω τα ζυμαρικά ράμεν, τα ψητά σουβλάκια γιακιτόρι, οι τηγανίτες οκονομιγιάκι και ένα ποτηράκι σάκε είναι ό,τι πρέπει. Συμφωνείς;”
“Εξαιρετική επιλογή”, ακούστηκε μια βαριά φωνή να απαντά σε σπαστά ελληνικά. Ο σερβιτόρος τους, ψηλός κι αρρενωπός, με σχιστά μάτια είχε χαρίσει το πιο όμορφο χαμόγελο στην Ελισάβετ, η οποία το αγνόησε και του έδωσε τον κατάλογο στο χέρι. Εκείνος απομακρύνθηκε ηττημένος και επέστρεψε αμέσως, ανέκφραστος, για να τους σερβίρει το ποτό τους.
Ο Αργύρης ένιωσε έντονο τον θυμό στο στήθος του, μέχρι τη στιγμή που η Ελισάβετ με το ψυχρό της ύφος δεν άφησε περιθώρια φλερτ στον όμορφο Γιαπωνέζο.
“Πώς το ανακάλυψες;”, ρώτησε η Ελισάβετ σπάζοντας τη σιωπή
“Θα σου φανεί περίεργο, αλλά, όσο κι αν μου αρέσουν τα κλαμπ, προτιμώ να τρώω σε μέρη με όσο το δυνατόν λιγότερη βαβούρα και κόσμο. Έτσι, περπατάω στο κέντρο και αλλού αναζητώντας παρόμοια ‘hidden gems’”
“Και σου αρέσει τόσο το γιαπωνέζικο φαγητό;”
“Αρκετά. Αν και είμαι λάτρης της Ταϊλανδέζικης κουζίνας”
“Μάλιστα… Και… πώς βρέθηκες στο γραφείο μου σήμερα;”, ρώτησε με εξεταστικό βλέμμα η Ελισάβετ
“Ρώτησα χτες βράδυ μόλις έφυγες τον ιδιοκτήτη του μπαρ, που τυχαίνει να είναι φίλος, από πού έγινε η κράτηση. Τα υπόλοιπα τα ξέρεις”
“Αυτό που όλοι σου δίνουν αβίαστα πληροφορίες!”, είπε ξεφυσώντας και ο Αργύρης γέλασε.
Ο ήχος από το γέλιο του, σε συνδυασμό με το λευκό του χαμόγελο, ζέσταναν το μέσα της. Για μια στιγμή μονάχα. Γρήγορα θυμήθηκε την υπόσχεση που είχε δώσει στον εαυτό της και καταπίεσε τον κόμπο που είχε ανέβει στο λαιμό της. Πάνω στην ώρα έφτασαν και τα πιάτα. Έφαγαν σιωπηλοί, ανταλλάσσοντας κάπου κάπου βλέμματα.
Μόλις τελείωσαν το γεύμα τους, η Ελισάβετ κοίταξε το ρολόι της. “Θα πρέπει να γυρίσω στο γραφείο”, είπε και άνοιξε τη τσάντα της.
“Μη, σε παρακαλώ”, της είπε ο Αργύρης και απλώνοντας το χέρι του ακούμπησε το δικό της. Έμειναν για κάποια δευτερόλεπτα ακίνητοι, να κοιτάζονται στα μάτια με τα χέρια τους να καίνε. Η Ελισάβετ το τράβηξε απότομα. “Είμαι της άποψης να πληρώνεται η έξοδος 50-50”, του είπε αυστηρά
“Αν τα μοιραστούμε, δεν θα έχω την ευκαιρία να σε ξαναδώ. Ενώ, αν τα πληρώσω εγώ, θα είναι δέσμευση για το επόμενο ραντεβού, αφού θα επιμείνεις να πληρώσεις εσύ”
“Πού ξέρεις ότι θα υπάρξει επόμενο ραντεβού;”, συνέχισε σε ψυχρό τόνο η Ελισάβετ
Ο Αργύρης χαμογέλασε πονηρά και έκανε νόημα στον σερβιτόρο να έρθει. Πέρασε, σχεδόν αστραπιαία, την κάρτα του από το pos και χαμογέλασε με το κατσούφιασμα της Ελισάβετ.
“Πάμε;”
Η Ελισάβετ δεν απάντησε. Άφησε ένα γερό φιλοδώρημα στο τραπέζι και βγήκε πρώτη έξω. Ξεκίνησε να περπατά με ταχύ βήμα προς το γραφείο της. Ο Αργύρης περπατούσε άνετα δίπλα της. “Αναθεματισμένα τακούνια. Κι αυτός 1.90φεύγα! Ένα βήμα δικό μου, τρία δικά του!”, είπε από μέσα της.
Έφτασαν έξω από την εταιρία.
“Ελπίζω να ξέρεις να χορεύεις”
Τον κοίταξε έντρομη.
“Έχει σάλσα πάρτι απόψε. Θα περάσω να σε πάρω στις 10”
“Πώς ξέρεις πού…;”, δεν πρόλαβε να τελειώσει την ερώτησή της αφού ο Αργύρης ήδη είχε φύγει.
Περπατούσε τεμπέλικα και ταυτόχρονα σαν να του ανήκει ο κόσμος. “Πόσο θα ήθελα να έχω λίγη από τη ξεγνοιασιά του”, μονολόγησε ενώ τον παρατηρούσε να χάνεται στο πλήθος.
Ανέβηκε στο γραφείο και δούλεψε μέχρι αργά το απόγευμα. Όταν κοίταξε το ρολόι η ώρα ήταν 8. Μπορούσε να κάτσει εκεί και να βγάλει κι άλλη δουλειά… μπορούσε να γυρίσει σπίτι και να ετοιμαστεί για το σάλσα πάρτι. “Θα το μετανιώσω!”, είπε φωναχτά, άρπαξε την τσάντα της και έφυγε χωρίς να χαιρετήσει κανέναν (ένα από τα προνόμια του να είσαι το αφεντικό σε μια πολυεθνική)
****
“Ένα ακόμα hidden gem;”, ρώτησε η Ελισάβετ και σήκωσε το φρύδι της. Μπροστά τους βρισκόταν ένα μικρό ημιυπόγειο μαγαζί, με ήπιο φωτισμό και λάτιν μουσική. Οι θαμώνες ήδη είχαν αρχίσει να χορεύουν σε ζευγάρια. Δεν υπήρχαν καθόλου τραπέζια. Ο μόνος χώρος για να κάτσει κάποιος βρισκόταν στο μπαρ. Στην είσοδο, μια εξωτική κοπέλα με σοκολατί δέρμα, πράσινα μάτια και μαλλιά ράστα έπαιρνε και φύλασσε τα πράγματα των πελατών.
“Νομίζω μια τεκίλα, για αρχή, θα βοηθήσει. Ίσως χαλαρώσουν και οι ώμοι σου”, της είπε με το πονηρό του χαμόγελο ο Αργύρης και δείχνοντας δύο με τα δάχτυλά του, ο μπάρμαν του έκλεισε το μάτι.
Η Ελισάβετ δεν είχε χειρότερο από το να της λένε πώς να σταθεί και τι να κάνει, αλλά προσπέρασε το σχόλιο του Αργύρη, γιατί είχε δίκιο. Είχε να βγει με άντρα δύο χρόνια και ήταν πεπεισμένη πως όλοι είναι ψεύτες και εκμεταλλευτές. Στον Αργύρη είχε δει κάτι που δεν μπορούσε να το προσδιορίσει ακριβώς. Τα μάτια του φαίνονταν ‘καθαρά’ όπως και ο τρόπος που της συμπεριφερόταν, ενώ εκείνη ήταν συνεχως σε άμυνα.
Τα ποτά έφτασαν και αφού ήπιαν το πρώτο σφηνάκι, ο Αργύρης παρήγγειλε και δεύτερο γύρο.
“Πρέπει να έρχεσαι συχνά εδώ για να συνεννοείστε με μια κίνηση με τον μπάρμαν”, είπε η Ελισάβετ και ήπιε με μιας το σφηνάκι της
“Μου αρέσει ο χορός… Εσένα;”
“Φέρνω πιο πολύ σε αγγούρι παρά σε άνθρωπο”, είπε η Ελισάβετ και το γέλιο του Αργύρη ένιωσε να σπάει λίγο ακόμα από το τείχος που με τόσο κόπο είχε χτίσει…
“Έλα, σήκω. Όλα είναι θέμα χαλάρωσης. Κι εσύ, πάρα τα δύο ποτά δεν έχεις χαλαρώσει”, της είπε και άπλωσε το χέρι του
“Κι εγώ που νόμιζα ότι όλα είναι θέμα τεχνικής”, απάντησε ανακτώντας το ψυχρό της ύφος. Όμως ο Αργύρης δεν πτοήθηκε και μετά από αρκετές φορές που επανέλαβε τη λέξη: “Σήκω”, βρίσκονταν πια στο κέντρο του μαγαζιού που και άλλα ζευγάρια χόρευαν στον έντονο λάτιν ρυθμό.
Ξεκίνησαν με απλές, βασικές κινήσεις. Ο Αργύρης πέρασε το αριστερό χέρι της στον ώμο του, το δικό του αριστερό ακούμπησε την πλάτη της και με το δεξί έπιασε το αντίστοιχο δικό της και άρχισε να μετράει τα βήματα.
“Μαθαίνεις γρήγορα”, της είπε χαμογελαστά, κρατώντας μια απόσταση για να μην την τρομάξει τώρα που είχε χαλαρώσει στα χέρια του
“Είμαι καλή στο να ακολουθώ εντολές, αυτή είναι η δουλειά μου”
Αμέσως άλλαξε η μουσική και μπήκε ακόμα ένα πιο ξεσηκωτικό κομμάτι. Ο Αργύρης την έπιασε από τη μέση και την στριφογύρισε στον αέρα.
Όταν τα πόδια της ακούμπησαν στο έδαφος, δεν ήξερε αν ήθελε να του φωνάξει για την απότομη στροφή ή να τον ευχαριστήσει που μετά από καιρό ένιωθε ζωντανή. Εκεί έγινε και το ‘κλικ’ και αποφάσισε να αφήσει τον εαυτό της να απελευθερωθεί απόψε. Έβαλε τα γέλια και του ζήτησε να της μάθει όλη τη χορογραφία.
“Μετά χαράς”, απάντησε ο Αργύρης και ακολούθησαν έντονες κινήσεις, περισσότερα αγγίγματα κι άλλες στροφές.
Μόλις τελείωσε το τραγούδι, η ατμόσφαιρα άλλαξε, όταν από τα ηχεία ακούστηκε ένα αισθησιακό κομμάτι. Όλα τα ζευγάρια ήρθαν κοντά και οι κινήσεις τους ήταν γεμάτες ερωτισμό.
Ο Αργύρης και η Ελισάβετ κοιτάχτηκαν.
“Αν δεν θέλεις, μπορούμε να κάτσουμε”
“Θέλω”, απάντησε η Ελισάβετ και το στήθος της ανεβοκατέβαινε από την ένταση. Τόσο του προηγούμενου χορού, όσο και της στιγμής.
Ο Αργύρης πέρασε απαλά τις παλάμες του στην πλάτη της. Το καυτό του άγγιγμα διαπέρασε τα ρούχα και το ένιωσε έντονα πάνω στο δέρμα της. Εκείνη, έμπλεξε τα δάχτυλά της γύρω από το λαιμό του και τα σώματά τους ακούμπησαν το ένα το άλλο. Ακολουθούσε προσεκτικά τα βήματά του. Όταν το τραγούδι τελείωσε, η Ελισάβετ τραβήχτηκε και τον κοίταξε. Η στιγμή είχε διαλυθεί και ο Αργύρης το κατάλαβε.
“Νομίζω πως το μάθημα ήταν αρκετό για σήμερα. Πάμε;”. Η Ελισάβετ κούνησε το κεφάλι της.
Βγήκαν έξω και παρά τον κόσμο που περνούσε, η σιωπή τους έκανε τον μεγαλύτερο θόρυβο. Απλά κοιτάζονταν και δεν μιλούσαν. Ο Αργύρης ξερόβηξε. Άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, αλλά η Ελισάβετ τον πρόλαβε: “Πέρασα πολύ ωραία. Είχα καιρό να νιώσω… ζωντανή. Σε ευχαριστώ πολύ”
Ο Αργύρης την κοίταξε σαστισμένος και αμέσως μετά ένα κατάλευκο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. “Αυτό σημαίνει ότι αύριο θα δεχτείς να πάμε για brunch, σωστά;”.
“Σωστά” , απάντησε η Ελισάβετ και ακούμπησε το στήθος του με το χέρι της.
Ούτε που κατάλαβε πώς έκανε αυτή τη κίνηση. Απλά της βγήκε. Ο Αργύρης έσφιξε το χέρι της με το δικό του. Ήταν σαν μια αχτίδα φωτός να πέρασε από μια ρωγμή και να φώτισε την προδομένη της ψυχή. Του χαμογέλασε αμήχανα, τράβηξε το χέρι της και έφυγε. Ο Αργύρης έκατσε με τα χέρια στις τσέπες να παρακολουθεί την υπέροχη πλάτη της Ελισάβετ όσο εκείνη απομακρυνόταν. Μόνο όταν την έχασε από το οπτικό του πεδίο, έφυγε κι αυτός.
Ο ενοχλητικός ήχος του κουδουνιού ξύπνησε την Ελισάβετ. Κοίταξε το ρολόι στο κινητό της. Ήταν 10 η ώρα. “Γ@μwτ0! Με πήρε ο ύπνος!”, είπε και πετάχτηκε από το κρεβάτι.
Έτρεξε στο θυροτηλέφωνο και είδε τον Αργύρη με σακούλες στα χέρια. Πάτησε το κουμπί για να μιλήσει. “Καλημέρα. Με πήρε ο ύπνος. Αν περιμένεις λίγο…”
“Έχω ήδη φέρει πρωινό. Cinnabons. Και καφέ. Heaven in a box”, της είπε ενώ την κοίταζε μέσω της καμερας με παιχνιδιάρικο ύφος.
“Ξανά Γ@μwτ0”, μονολόγησε η Ελισάβετ και πάτησε το κουμπί για να ανοίξει η πόρτα.
Μέχρι να ανέβει ο Αργύρης, πρόλαβε να πλύνει τα δόντια της και να σουλωπώσει λίγο τα μαλλιά της.
Άνοιξε την πόρτα. “Θα έπρεπε να είναι απαγορευτικό να είναι κάποιος τόσο όμορφος”, είπε από μέσα της ενώ μπροστά της στεκόταν ο Αργύρης με χαλαρό ντύσιμο, ατημέλητα μαλλιά, με ένα μπουκλάκι να ακουμπάει το μέτωπό του, λαμπερά γκρι μάτια και το κατάλευκο, πηγαίο του χαμόγελο.
“Δεν θα μου πεις να περάσω;”
“Ναι, με συγχωρείς. Δεν έχει ενεργοποιηθεί το σύστημα ακόμα”, είπε κάπως αμήχανα και πήγαν μαζί στη κουζίνα.
Η Ελισάβετ έβγαλε δύο πιάτα κι έκατσε στο πάσο. Το ίδιο έκανε και ο Αργύρης. Του έδωσε το ένα cinnabon κι εκείνη όρμησε στο δεύτερο. Ο Αργύρης την κοίταζε και ένιωθε βαθιά χαρούμενος που είχε καταφέρει να ανακαλύψει το αγαπημένο της brunch.
Όταν κατάλαβε πως τόση ώρα έτρωγε μόνο εκείνη και μάλιστα μανιωδώς, άφησε κάτω το cinnabon και ένα ροδαλό χρώμα εμφανίστηκε στη μύτη και τα μάγουλά της.
“Δεν τρως…”
“Θα φάω”
“Μάλιστα… Ωραία, μιας και είσαι μέσα στο σπίτι μου οφείλω να είμαι φιλόξενη και οφείλεις να είσαι ειλικρινής”, είπε και έβαλε το καλαμάκι στον καφέ της
Ο Αργύρης έφαγε την πρώτη μπουκιά από το cinnabon του και ένευσε καταφατικά.
“Από πού έχεις μάθει όλες αυτές τις λεπτομέρειες για μένα;”
“Δεν μπορώ να προδώσω τις πηγές μου”, απάντησε και έφαγε άλλη μια μπουκιά
“Χμ, κατάλαβα. Κάποια θα απολυθεί πάραυτα… Επόμενη ερώτηση. Γιατί σε ενδιαφέρω τόσο; Ίσα που με ξέρεις. Και παρόλα αυτά μπαίνεις σε τόσο κόπο να μάθεις πράγματα για μένα, δεν παραιτείσαι με τίποτα”
Ο Αργύρης άφησε το cinnabon στο πιάτο του και την κοίταξε μέσα στα μάτια.
“Κι αν σου πω ότι μόλις σε είδα σκέφτηκα…; Ο τρόπος που μπήκες και κατέκτησες με την παρουσία σου και το περπάτημά σου τον χώρο, το βλέμμα σου που επιτέλους δεν είναι σκληρό και παγωμένο, αλλά ακόμα κι έτσι ένιωθα να βλέπει βαθιά στη ψυχή μου… Σε είχα δει σε μια συνέντευξη της εταιρείας που διευθύνεις. Η τηλεόραση τα παρουσιάζει όλα πιο όμορφα, πιο εξιδανικευμένα. Ήθελα να σε δω από κοντά. Έμαθα για το πάρτι στο τοπικό μπαρ. Σε είδα από κοντά. Και ξέρεις κάτι;”, είπε και πέρασε μια τούφα από τα μαλλιά πίσω από το αυτί της. “Δεν είσαι όπως σε έδειχνε η τηλεόραση τελικά. Είσαι πανέμορφη. Με τόσο ωραίο λόγο και μυαλό. Πώς να μην με ενδιαφέρεις;”
Η Ελισάβετ ένιωθε την καρδιά της να πονάει, έναν κόμπο να προσπαθεί να κρατηθεί ψηλά στο λαιμό της και τα μάτια της να καίνε. Δεν της είχε μιλήσει ποτέ κανείς με αυτόν τον τρόπο. Όλοι είχαν απαιτήσεις και όλοι έκαναν υποδείξεις. Κι εκείνος, είδε αυτό που ούτε η ίδια δεν τολμούσε να δει. Την Ελισάβετ όπως είναι!
Τελικά καταπίεσε το συναίσθημα που έγδερνε τον λαιμό της, ανοιγόκλεισε τα μάτια της και του χαμογέλασε δειλά
“Τι φοβάσαι, Ελισάβετ;”
Σήκωσε τα φρύδια της. Δεν περίμενε ότι θα ξαναμιλούσε ποτέ για αυτό. Δίστασε λίγο και τελικά απάντησε:
“Είναι τόσα πολλά” πέρασε τον δείκτη της γύρω από το στόμιο του καφέ. “Η προδοσία, τα ψέματα, οι υποσχέσεις με απώτερο σκοπό το κρεβάτι, το ξερίζωμα της ψυχής…”
Τα μάτια της θόλωσαν. “Μην τολμήσεις να κλάψεις μπροστά του!”, διέταξε τον εαυτό της και αφού έσφιξε το σκαμπό που καθόταν, κατάφερε να καταπιέσει για μια ακόμη φορά το συναίσθημά της.
Ο Αργύρης έσκυψε προς το μέρος της.
“Αν το θέλεις, μπορείς να μου μιλήσεις”
Σιωπή.
“Ας πηγαίνω καλύτερα”
“Όχι! Κάτσε”, του είπε η Ελισάβετ και έπιασε με το χέρι τον πήχη του “Θέλω. Είχα μια σχέση μέχρι πριν δύο χρόνια… Κάποιων μηνών, αλλά νόμιζα ότι ήταν ο έρωτας της ζωής μου. Έτσι με είχε πείσει να πιστεύω, δηλαδή… Λόγια, υποσχέσεις, ψέματα. Ένα βράδυ γύρισα σπίτι νωρίτερα από τη δουλειά… Τον βρήκα γυμνό στον καναπέ με την καλύτερή μου φίλη. Τους είδα! Είχα προσπαθήσει πολύ να θάψω αυτή την εικόνα στα βάθη του μυαλού μου, μα κάθε φορά που γνωρίζω κάποιον άλλον, κατευθείαν εμφανίζεται μπροστά μου. Έπρεπε κάπως να χτίσω τις άμυνές μου. Έτσι αποφάσισα να μην εμπιστευτώ ποτέ ξανά άντρα. Φοβάμαι ότι θα μου συμβεί το ίδιο…”
Ο Αργύρης σήκωσε το πηγούνι της με τον δείκτη του. Ένας μυς συσπάστηκε στο σαγόνι του. Αν μπορούσε να βρει τον φερόμενο ως ‘πρώην’… Δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με φαντάσματα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και της είπε:
“Κοίταξέ με. Είναι απόλυτα λογικό μετά από τέτοια εμπειρία να χάνεις την πίστη σου στους ανθρώπους, γενικότερα. Δεν είμαι ο κατάλληλος στο να δίνω συμβουλές ή να παρηγορώ. Καμιά γυναίκα μέχρι πρότινος δεν μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον ώστε να θέλω να της δώσω… τα πάντα. Για αυτό που είσαι όμως, ακόμα και το λίγο που με έχεις αφήσει να δω, έχεις τόσο καλό μέσα σου που σου αξίζουν μόνο τα καλύτερα”
Τα δάκρυα που με τόση δύναμη κρατούσε η Ελισάβετ κύλησαν στα μάγουλά της. Ήταν ασταμάτητα. Σαν εξιλέωση. Ο Αργύρης άνοιξε τα χέρια του κι εκείνη ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του. Την έκλεισε στην αγκαλιά του κι έκλαψε πάρα πολύ. Έμειναν έτσι για αρκετά λεπτά…
Δεν θα έπρεπε να αφεθεί έτσι. Όμως μόλις εμφανίστηκε στην πόρτα της με το αγαπημένο της πρωινό, της μίλησε τόσο ανοιχτά και την πήρε στην αγκαλιά του, ένιωσε ασφάλεια. Σαν να βρίσκεται ακριβώς εκεί που πρέπει.
Ο Αργύρης της χάιδεψε τα μαλλιά και τότε απομακρύνθηκε αργά από την αγκαλιά του.
“Σε ευχαριστώ που μου μίλησες”
Ένα μικρό χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπο της Ελισάβετ.
“Έπρεπε κάποια στιγμή να τις ξύσω αυτές τις πληγές… Λυπάμαι που έγινε μπροστά σου”
“Να μην λυπάσαι”
Ο Αργύρης σηκώθηκε και της έβαλε ένα ποτήρι νερό. Αφού ήπιε νερό και σκούπισε τα μάτια και τη μύτη της, η συζήτηση κινήθηκε σε πιο ελαφρύ επίπεδο, ώσπου έφτασε μεσημέρι.
“Δύο η ώρα. Πάμε για μεσημεριανό δίπλα στη θάλασσα; Ξέρω ένα μαγαζί”
“Αλίμονο”, απάντησε με παιχνίδιαρικο ύφος η Ελισάβετ και γέλασαν. “Ούτε η δουλειά σου να ήταν”
“Είναι”
Η Ελισάβετ σοβάρεψε απότομα.
“Τι εννοείς;”
“Είμαι επενδυτής. Πηγαίνω από μέρος σε μέρος κι αν δω ότι αξίζει τα λεφτά μου – του πατέρα μου δηλαδή, μέχρι να αναλάβω την επιχείρηση ολοκληρωτικά – αγοράζω ένα ποσοστό. Όπου έχουμε πάει μέχρι στιγμής, είναι κατά ένα μέρος δικό μας”
Η Ελισάβετ τον κοίταζε με γουρλωμένα μάτια.
“Μα, είσαι τόσο μικρός για να έχεις κατακτήσει έτσι τον χώρο!”
“Τα 32 είναι μια καλή ηλικία για να εξελίξεις την εταιρεία των γονιών σου, δεν νομίζεις; Γιατί, εσύ που είσαι 34 και έχεις πάρει στις πλάτες σου όλη την ασφαλιστική; Δεν διαφέρουμε νομίζω”
“Ναι”, απάντησε απαλά η Ελισάβετ και πήγε στην κρεβατοκάμαρά της για να ετοιμαστεί.
Φόρεσε ένα μαύρο μπλουζάκι και ένα τζιν. Έπιασε τα μαλλιά της μια δυνατή αλογοουρά και επέλεξε άσπρα αθλητικά παπούτσια.
“Μου αρέσεις περισσότερο έτσι”
Η Ελισάβετ κοκκίνισε και αφού κατάφερε να καταπιεί τον ρώτησε:
“Πώς έτσι;”
Η χαλαρή ατμόσφαιρα είχε μετατραπεί σε κάτι τόσο έντονο, που η Ελισάβετ άρχισε να αναπνέει πιο γρήγορα. Μόλις ο Αργύρης στάθηκε απέναντί της και ακούμπησε τα μπράτσα της, αν και φορούσε μακρυμάνικο, ένιωθε καυτό το άγγιγμά του πάνω στη σάρκα της, οι τρίχες στον αυχένα της ανασηκώθηκαν και ένα σφίξιμο έγινε αισθητό ανάμεσα στα πόδια της. Δεν κουνήθηκε όταν πέρασε το δεξί του χέρι από το μπράτσο στον ώμο της κι από εκεί στον λαιμό και τελικά τύλιξε γύρω του την αλογοουρά της και την κράτησε σφιχτά. Την έφερε κοντά του, έσκυψε και τη φίλησε. Η Ελισάβετ ανταπέδωσε το φιλί. Σηκώθηκε στις μύτες, πέρασε τα χέρια της γύρω από το σβέρκο του και αναζήτησε την γεύση του. Ήταν ακριβώς όπως το είχε φανταστεί. Ισχυρή και μυστηριώδης. Ένα κράμα από σανδαλόξυλο και κανέλα. Μεθυστικό.
Ο Αργύρης σήκωσε το κεφάλι του, όμως εκείνη τον άρπαξε από την μπλούζα και ψέλλισε: “Κι άλλο”. Ήταν σωστό; Ήταν λάθος; Ίσως να ήταν, βάσει του παρελθόντος της, αρκετοί οι λόγοι για να είναι λάθος, αλλά δεν την ένοιαζε εκείνη τη στιγμή. Ήθελε τον Αργύρη, γιατί είχε δει την ψυχή της γυμνή και δεν φοβήθηκε. Έμεινε δίπλα στην ψυχρή εκδοχή της και την ζέστανε…
Ρούχα στο πάτωμα, βαριές ανάσες, αγγίγματα, φιλιά, έρωτας.
Οι επόμενοι πέντε μήνες βρήκαν τον Αργύρη να είναι σχεδόν κάθε μέρα σπίτι της Ελισάβετ. Μοιράστηκαν τόσα πράγματα, μίλησαν για αλλά τόσα, ανακάλυψαν κάθε καμπύλη και κομμάτι του κορμιού τους και όλα πήγαιναν τόσο τέλεια που έκαναν την Ελισάβετ να αναρωτιέται πού είναι η παγίδα στην ευτυχία που διανύει!
Ήταν Παρασκευή βράδυ και ο Αργύρης ακύρωσε την καθιερωμένη του διανυκτέρευση στην Ελισάβετ, γιατί, όπως την ενημέρωσε σε ένα γρήγορο τηλεφώνημα, είχε προκύψει μια αναποδιά στην επιχείρηση του πατέρα του και έπρεπε να μείνει όλο το βράδυ για να την διευθετήσει. Παρέμεινε χαμένος και το Σάββατο και οι ανασφάλειες της Ελισάβετ ξεκίνησαν να ξεφυτρώνουν σαν φίδια και να της κόβουν την ανάσα και τις ελπίδες για αυτή τη σχέση.
Είχε σκεφτεί να πάει από τη εταιρία για να διαπιστώσει αν της έλεγε την αλήθεια, αλλά δεν άντεχε να ξαναπεράσει τα ίδια με τον προηγούμενο. Ήδη η σκηνή της απιστίας του πρώην της έπαιζε ξανά και ξανά στο μυαλό της. Μια νέα, θα την διέλυε!
Την Κυριακή το πρωί, ο Αργύρης χτυπούσε το κουδούνι του διαμερίσματός της με πρωινό στα χέρια. Εκείνη με κατακόκκινα μάτια από το κλάμα, τον κοίταξε στην οθόνη του θυροτηλεφώνου και μετά την δεύτερη φορά, του άνοιξε.
“Καλημέ… Ελισάβετ, τι έγινε;” τη ρώτησε, παράτησε τους καφέδες και τα cinnabon στο τραπεζάκι της εισόδου και πήγε να την πάρει αγκαλιά. Εκείνη τραβήχτηκε. “Τι έγινε;”, τη ρώτησε αυστηρά.
Η Ελισάβετ αγκάλιασε τον εαυτό της και κατέβασε το βλέμμα. “Πού ήσουν;”
“Στην δουλειά. Δεν έφυγα καν από εκεί, είμαι με τα ίδια ρούχα”
“Μάλιστα”
“Ελισάβετ, κοίτα με!”
Η προσταγή του την ταρακούνησε και σήκωσε σιγά σιγά το βλέμμα της.
“Τι σκέφτηκες;!”
Η Ελισάβετ ξεροκατάπιε.
“Σε ρώτησα κάτι!”
Το παγωμένο πράσινο χρώμα είχε επιστρέψει στα μάτια της. “Δεν έδωσες σημεία ζωής δύο μέρες… Τι περιμένεις να σκεφτώ;”
Ο Αργύρης ένιωσε κάτι να βράζει μέσα του.
“Με κατηγορείς για απιστία; Απέναντί σου;”
Η Ελισάβετ δεν απάντησε. Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα και άπλωσε τα χέρια του. Εκείνη έκανε ακόμα ένα βήμα πίσω.
Κατέβασε τα χέρια του και την κοίταξε με υγρά μάτια. “Καταλαβαίνω ότι το παρελθόν δεν σου φέρθηκε καλά. Ότι οι άνθρωποι σε απογοήτευσαν και ένας Θεός ξέρει πόσο ευτυχισμένος είμαι που με άφησες να είμαι μέρος της ζωής σου. Δεν τις αλλάζω τις στιγμές μας, Ελισάβετ, με τίποτα! Όμως δεν μπορώ να σε πείσω να είσαι μαζί μου… Αυτό είναι δική σου απόφαση. Θα σου δώσω τρεις μέρες να σκεφτείς και την Τετάρτη το βράδυ, τα μεσάνυχτα, θα σε περιμένω κάτω από την Ακρόπολη, εκεί που τελειώνει η οδός Θεωρίας. Αν δεν έρθεις, θα καταλάβω”
Ένα ελαφρύ αεράκι διαδέχτηκε το ήρεμο κλείσιμο της πόρτας και έτσι απλά ο Αργύρης είχε φύγει. Η Ελισάβετ πήγε στο δωμάτιό της, ξάπλωσε στο κρεβάτι και κοίταζε το άσπρο ταβάνι. Ένα νέο κύμα συναισθημάτων την πλημμύρισε και καυτά δάκρυα έτρεχαν δεξιά κι αριστερά από τα μάτια της.
Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη, δούλεψε τόσο πολύ ώστε να μην χρειαστεί να σκεφτεί ούτε τον Αργύρη, ούτε τις στιγμές τους. Είχε φτάσει 10 το βράδυ όταν η γραμματέας της τής ζήτησε την άδεια να φύγει, μιας και δεν άφηνε το πόστο της πριν από εκείνη.
“Ναι, μπορείς να πηγαίνεις”, της απάντησε με απαθές ύφος και έστρεψε την προσοχή της σε ένα μέιλ. Όταν έκλεισαν και τα τελευταία φώτα στον διάδρομο, ακούμπησε την πλάτη της στην καρέκλα. Κοίταξε το ρολόι
23:00
Ανάμεικτες σκέψεις είχαν γίνει ένα κουβάρι μέσα στο μυαλό της. “Σίγουρα θα του αξίζει κάτι καλύτερο από εμένα… Κι αν είναι μια δοκιμασία και δεν έρθει; Για να μου το ξεπληρώσει με το ίδιο νόμισμα; Αλλά, δεν θα έφευγε την Κυριακή; Γιατί να δώσει χρόνο σε κάποια που τον κατηγόρησε; Όντως νιώθει ευτυχισμένος δίπλα μου κι εγώ του είπα τόσες βλακείες; Άμα δεν πάω απόψε, τελειώνει για πάντα”
“Τελειώνει για πάντα”, επανέλαβε φωναχτά και κοίταξε το ρολόι
23:20
Αν έπαιρνε τώρα το αυτοκίνητο, το πάρκαρε στο ιδιωτικό πάρκινγκ στην αρχή της Αεροπαγίτου και ανέβαινε την υπόλοιπη διαδρομή με τα πόδια, θα έφτανε στις 00:00 κάτω από τον Βράχο. Πετάχτηκε, πήρε την τσάντα της, κατέβηκε 11 ορόφους από τις σκάλες, μπήκε στο υπόγειο πάρκινγκ, πήρε το αυτοκίνητο, πέρασε με κόκκινο όλα τα φανάρια, άκουσε αρκετές βρισιές και δέχτηκε άλλες τόσες χειρονομίες. Μετά από ένα δεκάλεπτο πετούσε τα κλειδιά του αυτοκινήτου στα χέρια του παρκαδόρου και είχε πάρει τον δρόμο προς το σημείο συνάντησης.
23:40
“Δεν μπορείτε να περάσετε από εδώ”, την ενημέρωσε ένας αστυνομικός τη στιγμή που είχε φτάσει στην αρχή της οδού Θεωρίας
“Γιατί;”, ρώτησε η Ελισάβετ και η φωνή της ακούστηκε πιο τσιριχτή απ’ ότι συνήθως. “Θέλω να φτάσω κάτω από την Ακρόπολη! Πώς θα το κάνω αλλιώς;”
“Θα πρέπει να κάνετε τον κύκλο από…”
Πριν προλάβει να της υποδείξει τον δρόμο ο αστυνόμος, είχε ήδη φύγει τρίζοντας τα δόντια της. Κατάλαβε ποιόν δρόμο εννοούσε. Τα πόδια της πονούσαν από τα ψηλοτάκουνα και ο λαιμός της είχε στεγνώσει. Κοίταξε το κινητό της. Είχε μόλις 2% μπαταρία.
23:55
Είχε σχεδόν φτάσει. Άρχισε να ζαλίζεται και να βλέπει θολά. Πίεσε τον εαυτό της να αντέξει τα τελευταία βήματα της ανηφόρας και κοίταξε το κινητό της. Είχε κλείσει από μπαταρία.
23:57
Έκανε το τελευταίο βήμα και έφτασε! Κοίταξε τριγύρω όλο ανυπομονησία. Ήταν μόνη της! Μια παρέα εφήβων ακούστηκαν στο βάθος. Το οξυγόνο της είχε στερέψει. Έκανε ακόμα έναν κύκλο γύρω από τον εαυτό της. Τίποτα. Έβαλε τα κλάματα. Ο Αργύρης δεν ήταν εκεί! Την παράτησε μόνη της να τρέχει μέσα στη νύχτα με τα πιο άβολα παπούτσια, στον πιο δύσκολο δρόμο για να τον δει και να του πει ότι –
“Ελισάβετ;”
Τα αυτιά της βούιζαν από το κλάμα και την ένταση. Σίγουρα ήταν παραίσθηση η φωνή του.
“Ελισάβετ!” ακούστηκε δυνατά και δύο χέρια ακούμπησαν το πρόσωπό της. Μαύρη μάσκαρα είχε τρέξει στα μάγουλά της, τα ρούχα κολλούσαν στο σώμα της από τον ιδρώτα, τα πόδια της είχαν ματώσει και από τον κότσο της εξείχαν ανάκατες ξανθές τούφες.
“Αργύρη; Εσύ; Πού ήσουν;”, ρώτησε και της ξέφυγε ένας λυγμός
“Ήμουν εδώ από τις 11μιση, αλλά μου ζήτησαν κάποια παιδιά να τους δείξω πώς θα πάνε στα βραχάκια και πήγαμε λίγο πιο εκεί”
Δεύτερος λυγμός.
“Εγώ, εγώ νόμιζα ότι δεν ήθελες, ότι δεν ήθελες…”, η Ελισάβετ δεν μπορούσε να μιλήσει από το κλάμα
“Έλα εδώ”, της είπε και την πήρε αγκαλιά. Κάθε σπασμένο κομμάτι της εκείνη τη στιγμή μπήκε στη θέση του. Έκλαιγε γιατί δεν το πίστευε ότι παραλίγο να χάσει τον μόνο άντρα που της φέρθηκε σωστά εξαιτίας των ανασφαλειών της. Ο Αργύρης την κράτησε στην αγκαλιά του και σήκωσε το πρόσωπό της.
“Τρόμαξα ότι θα σε χάσω με το τελεσίγραφο που σου έδωσα, αλλά έπρεπε να καταλάβεις ότι δεν είμαι σαν τους άλλους. Είμαι μόνο για σένα, Ελισάβετ. Είμαι εδώ ειλικρινά, ξέροντας πόσα έχεις περάσει και δεν θέλω να αμφιβάλεις στιγμή για μένα. Για μας. Όλες ήταν αδιάφορες μέχρι που σε είδα σε εκείνη την αναθεματισμένη συνέντευξη. Και μετά με άφησες να γίνω κομμάτι σου. Ελισάβετ, σ’ αγαπώ”
Η Ελισάβετ κοίταζε μέσα στα γκρίζα μάτια του που έλαμπαν κάτω από το φως του φεγγαριού.
“Κι εγώ σ’ αγαπώ Αργύρη. Όπως δεν έχω αγαπήσει ξανά”
Τα χείλη τους ενώθηκαν και η Ελισάβετ ένιωσε να λιώνει σε χιλιάδες μικροσκοπικά κομφετί.
“Πάμε σπίτι;”
“Πάμε”, απάντησε με χαμόγελο. Έβγαλε ένα υγρό μαντηλάκι και καθάρισε όσο μπορούσε το πρόσωπό της. Έμπλεξαν τα δάχτυλά τους και περπάτησαν όλη την διαδρομή μέχρι το αυτοκίνητό της, μαζί.
“Αυτό που αξίζει θα έρθει από το πουθενά, έλεγε η γιαγιά μου. Κι έτσι έγινε. Ο έρωτας για μένα ήρθε μέσα σε ένα μπαρ, παίζοντας θάρρος ή αλήθεια. Άξιζε την αναμονή που να πάρει”, σκέφτηκε η Ελισάβετ ενώ περπατούσε χέρι χέρι με τον Αργύρη και ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα ξεχείλιζε μέσα σε όλο της το κορμί.
Αγγελική Ανδριοπούλου
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτή👇👇👇
