Ποια γεράματα;

Έκανε έναν ζεστό καφέ και κουλουριάστηκε στον καναπέ. Επιτέλους, θα χαλάρωνε. Άνοιξε το κινητό να μάθει τα νέα από τον κόσμο, ρούφηξε μια γενναία γουλιά και στην οθόνη της απευθείας βγήκε η φωτογραφία ενός παλιού συμμαθητή της, που την κοιτούσε κατάματα και της χαμογελούσε. Στραβοκατάπιε, κόντεψε να πνιγεί. Στις αλληλεπιδράσεις, φατσάκια δακρυσμένα που δήλωναν ότι λυπούνται και σχόλια για καλό παράδεισο.

Έστειλε κατευθείαν μήνυμα στην κολλητή της.

“Το είδες;”. Συνοδευόμενο με δακρυσμένα φατσάκια.
“Έχω αρρωστήσει εδώ και μια ώρα που το είδα”.
“Ρε συ τι σκατά; Τι έχει συμβεί; Πώς φεύγουμε έτσι;”
“Γ@μhσέ τα. Το 2026 μας εξαφάνισε. Ο τρίτος!”.
“Ναι ρε. Με το που άλλαξε η χρονιά, η Βάσω, μετά την 25η Μαρτίου ο Σπύρος και τώρα ο Ηλίας; Αν είναι δυνατόν!”.
“Όταν στα λέω εγώ, εσύ γελάς. Ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας! Πάνσοφο ρητό!”.
“Σε μένα το λες; Εγώ το ξέρω. Στον φίλο σου πες τα, που τα κρατάει στην άκρη”.
“Άσε με, μη με τσιτώνεις παραπάνω και του τα ’χω μαζεμένα. Λοιπόν, σε αφήνω, έχω πελάτη. Αύριο θα έρθω να σε πάρω. Στις δύο είναι η κηδεία”.
“Γ@μw το κέρατό μου. Θα τον αποχαιρετήσουμε κι αυτόν. Άντε, καλή δουλειά”.

Λίγη ώρα μετά, μπήκε στο σπίτι ο άντρας της. Κατάκοπος, έκανε ένα ντουζάκι, έφαγε κι έκατσε δίπλα της στον καναπέ. Του χάιδεψε το μάγουλο, τον φίλησε κι έμεινε να τον κοιτάζει. Γύρισε το κεφάλι του εκείνος, ανφας, προς την πλευρά της και χαμογέλασε.

– Γιατί με θωρείς έτσι, ζουζούνα μου;
– Πέθανε ο Ηλίας, ο συμμαθητής μου, ο κρεοπώλης.
– Πλάκα κάνεις! Ρε συ προχθές δεν τον συναντήσαμε;
– Προχθές ήταν προχθές. Σήμερα, δεν είναι πια ανάμεσά μας.
– Πω, πω! Ήμαρτον ρε, τόσο μπαμ και κάτω!
– Μπαμ και κάτω είναι η ζωή, Λευτέρη. Αστραπή όλα! Ένα πέρασμα.
– Και τι; Φοβάσαι μη πεθάνω κι εγώ και με παρατηρούσες έτσι;
– Φοβάμαι μη πεθάνουμε και δεν έχουμε ζήσει, μωρό μου.
– Τι εννοείς;
– Πόσα χρόνια σου ζητάω ένα ταξίδι στο εξωτερικό; Κοντεύω σαράντα πέντε και δεν έχω βγει εκτός Ελλάδας!
– Ρε μωρό μου, πάλι τα ίδια; Δεν τα έχουμε πει;
– Εσύ τα έχεις πει. Να έχουμε πέντε φράγκα για τα γεράματα, για ώρα ανάγκης. Λευτέρη, βλέπεις τι γίνεται; Αλήθεια, ακόμα υπάρχετε εσείς που πιστεύετε στα γεράματα; Ποια γεράματα; Σαν τα κοτόπουλα πέφτουμε! Ποιο αύριο; Ούτε το σήμερα ξέρουμε πια.

Δεν συνέχισε άλλο. Ήξερε ότι δεν είχε νόημα.

Την επόμενη μέρα, μετά την κηδεία του συμμαθητή της, την ρούφηξε ο καναπές. Τα δάκρυά της δεν σταματούσαν. Όταν άκουσε το κλειδί στην πόρτα απόρησε.

– Γιατί έφυγες από τη δουλειά; Συνέβη κάτι;
– Μωρό μου, πώς είσαι;
– Πώς να είμαι Λευτέρη μου… Τι έγινε; Γιατί είσαι εδώ;
– Ήθελα να είμαι κοντά σου, ζήτησα άδεια. Ήθελα να σου δώσω αυτό.

Της έδωσε έναν άσπρο φάκελο και την κοιτούσε με αγάπη. Όταν τον άνοιξε η Χαρά, τα δάκρυα πολλαπλασιάστηκαν από πριν.

– Μα εσύ…
– Εγώ σε αγαπώ και έχεις δίκιο, τα γεράματα είναι μακριά, ίσως και να μη τα προλάβουμε. Ας μαζέψουμε στιγμούλες στην ψυχή μας, τώρα, που ο Θεός μας κρατάει ακόμα όρθιους! Φύγαμε Βενετία;
– Φύγαμε! Σε ευχαριστώ αγάπη μου!

Χρυσούλα Καμτσίκη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading