Σε κάθε ζωή, εσύ! – Μέρος 1ο

Η Μαρία γνώρισε τον Κώστα σε μια περίοδο της ζωής της που όλα μέσα της ήταν κουρασμένα. Όχι λυπημένα μόνο. Κουρασμένα. Από ανθρώπους που ζητούσαν περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να δώσει. Από σχέσεις που ξεκινούσαν σαν καταφύγιο και κατέληγαν να μοιάζουν με δωμάτια χωρίς αέρα. Από εκείνη την μόνιμη ανάγκη να προσέχει τι λέει, πώς κοιτάζει, πόσο χώρο πιάνει μέσα στην ζωή κάποιου.

Είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος από την τελευταία της σχέση κι όμως ακόμη κοιμόταν με το κινητό στο αθόρυβο γιατί οι δυνατοί ήχοι μέσα στην νύχτα την έκαναν να πετάγεται τρομαγμένη.
Κανείς δεν το ήξερε αυτό. Η Μαρία είχε μάθει να κρύβει πολύ καλά όσα πονούσαν.

Εκείνο το βράδυ έβρεχε. Η Αθήνα μύριζε βρεγμένη άσφαλτο, καμένο τσιγάρο και τα φώτα από τα μπαρ καθρεφτίζονταν στους δρόμους. Η Μαρία στεκόταν έξω από ένα μικρό μπαρ στο Μεταξουργείο κρατώντας το παλτό της σφιχτά πάνω της σαν ασπίδα και αναρωτιόταν αν ήθελε να μπει. Η Έλενα της είχε κάνει ήδη τρεις κλήσεις.
– Αν ακυρώσεις πάλι, ορκίζομαι θα έρθω να σε σύρω έξω από το σπίτι.
Τελικά μπήκε μέσα μόνο και μόνο για να σταματήσει να την πιέζει.

Το μαγαζί ήταν ζεστό, με χαμηλό φωτισμό, γεμάτο μουσική και φωνές. Άνθρωποι γελούσαν, ποτήρια χτυπούσαν μεταξύ τους και για λίγο ένιωσε σαν να βλέπει την ζωή της πίσω από τζάμι. Βρήκε την φίλη της και κάθισαν στην μπάρα.

Παρήγγειλε κάτι δυνατό και προσπάθησε να μην σκέφτεται. Μιλούσαν αρκετά λεπτά όταν μια αντρική φωνή δίπλα της είπε:
– Αυτό το ποτό είναι παγίδα.

Η Μαρία γύρισε αργά. Ο άντρας που στεκόταν δίπλα της κρατούσε ουίσκι και την κοιτούσε με εκείνο το βλέμμα που σε αποσυντονίζει χωρίς να καταλαβαίνεις γιατί. Δεν χαμογελούσε πραγματικά, σαν να περίμενε πρώτα να δει αν θα τον διώξει.
– Συγνώμη;
– Το δεύτερο ποτήρι αυτού του πράγματος καταστρέφει ζωές.
Η Μαρία κοίταξε το ποτό της. Μετά εκείνον.
– Κι εσύ πώς το ξέρεις;
– Έχω κάνει κακές επιλογές.
Η Μαρία γέλασε χωρίς να το θέλει.

Και ο Κώστας πρόσεξε αμέσως το γέλιο της. Σαν να ήταν κάτι που δεν εμφανιζόταν συχνά.
– Να υποθέσω πέτυχε η ατάκα γνωριμίας; τον ρώτησε.
– Όχι ακόμα.

Η Μαρία ανασήκωσε το φρύδι.
– Αλαζόνας;
– Παρατηρητικός.
– Το ίδιο πράγμα είναι συνήθως.

Ο Κώστας χαμογέλασε. Και κάτι μέσα της σκάλωσε. Ήταν ανεξήγητο. Δεν ήταν όμορφος. Ήταν ο τρόπος που στεκόταν δίπλα της χωρίς να προσπαθεί υπερβολικά. Ο τρόπος που την κοιτούσε στα μάτια όταν μιλούσε. Σαν να είχε χρόνο να την ακούσει πραγματικά. Αυτό ήταν επικίνδυνο. Οι περισσότεροι άνθρωποι άκουγαν μόνο για να απαντήσουν. Ο Κώστας άκουγε για να καταλάβει.

Μίλησαν όλο το βράδυ. Η Έλενα προφασίστηκε μια δικαιολογία και τους άφησε μόνους τους. Κανείς τους δεν κατάλαβε πότε πέρασαν τέσσερις ώρες. Της μιλούσε για ταξίδια που δεν έκανε ποτέ, για την δουλειά του, για μικρές αστείες ιστορίες από τη ζωή του που υπό άλλες συνθήκες δεν θα είχαν σημασία, αλλά στα χείλη του αποκτούσαν κάτι ζεστό και οικείο. Κι εκείνη μιλούσε επίσης, πράγμα σπάνιο. Κανονικά κρατούσε πάντα ένα κομμάτι του εαυτού της κρυφό. Τώρα όμως ξεχάστηκε και αφέθηκε, κι αυτό την φόβιζε ήδη.
Όταν σηκώθηκε να φύγει, την κοίταξε λες και προσπαθούσε να αποφασίσει κάτι.
– Θα σε ξαναδώ;
Η Μαρία έπρεπε να πει όχι. Το ένιωθε. Υπήρχαν άνθρωποι που έμπαιναν στη ζωή σου και καταλάβαινες αμέσως ότι μπορούν να σε αλλάξουν. Ο Κώστας ήταν ένας απ’ αυτούς. Αλλά αυτή δεν ήθελε να αλλάξει. Ήθελε να επιβιώσει.
– Ίσως, είπε τελικά.
Ο Κώστας χαμογέλασε αργά.
– Το «ίσως» σου ακούστηκε σαν «ναι».

Άρχισαν να βγαίνουν. Στην αρχή αραιά. Μετά συνέχεια. Καφέδες που κρατούσαν ώρες. Βόλτες χωρίς προορισμό. Νύχτες που κατέληγαν να κάθονται μέσα στο αμάξι του ακούγοντας μουσική και μιλώντας για πράγματα που δεν είχαν πει σε άλλους ανθρώπους. Και η Μαρία άρχισε να συνηθίζει την παρουσία του. Τον τρόπο που της άνοιγε την πόρτα χωρίς επιτήδευση. Το πώς της έστελνε φωτογραφίες από άκυρα πράγματα μέσα στην μέρα μόνο και μόνο για να την κάνει να γελάσει. Το πώς θυμόταν μικρές λεπτομέρειες που εκείνη ξεχνούσε ότι είχε πει.

Μια νύχτα του Δεκέμβρη περπατούσαν στην παραλία. Ο αέρας ήταν παγωμένος και η Μαρία είχε χωθεί μέσα στο κασκόλ της μέχρι τη μύτη.
– Κρυώνεις; την ρώτησε.
– Δεν παραπονέθηκα.
– Το πρόσωπό σου παραπονέθηκε.
Γέλασε χαμηλόφωνα. Ο Κώστας έβγαλε το μπουφάν του και το πέρασε πάνω από τους ώμους της. Η μυρωδιά του την τύλιξε αμέσως. Καπνός. Κολόνια. Κάτι καθαρό και ζεστό που πλέον είχε αρχίσει να σημαίνει «εκείνος».

Η Μαρία τον κοίταξε.
– Κι εσύ;
– Εγώ αντέχω.
– Ψεύτης.
Ο Κώστας πλησίασε λίγο περισσότερο.
– Μπορεί.

Για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν μίλησε. Τα φώτα της πόλης αντανακλούσαν στη θάλασσα κι εκείνη ένιωθε την καρδιά της να χτυπά περίεργα αργά.

Ο Κώστας κατέβασε το βλέμμα στα χείλη της. Και τότε κατάλαβε. Θα τη φιλούσε. Η Μαρία πανικοβλήθηκε αμέσως. Έκανε μισό βήμα πίσω. Το πρόσωπό του άλλαξε ανεπαίσθητα. Όχι θυμός. Κατανόηση.
– Εντάξει, είπε ήρεμα.
Αυτό ήταν το πρόβλημα. Δεν πίεζε ποτέ. Και η Μαρία δεν ήξερε τι να κάνει με ανθρώπους που σέβονταν τα όριά της.

Το πρώτο τους φιλί έγινε λίγες μέρες αργότερα. Κι ήταν χειρότερο απ’ όσο φοβόταν. Γιατί ήταν ακριβώς όπως το ήθελε.

Η Μαρία είχε πάει σπίτι του μετά από το ποτό. Το διαμέρισμά του μύριζε καφέ και ξύλο και μουσική έπαιζε χαμηλά από τα ηχεία. Καθόταν στον καναπέ του με γυμνά πόδια και ένα ποτήρι κρασί στο χέρι όταν ένιωσε να την κοιτάζει.
– Τι; τον ρώτησε, χαμογελώντας αμήχανα.
Ο Κώστας στεκόταν απέναντί της ακουμπισμένος στον πάγκο της κουζίνας.
– Τίποτα.
– Με κοιτάς περίεργα.
– Σκέφτομαι κάτι.
Η Μαρία ανασήκωσε το φρύδι.
– Να ανησυχώ;
Ο Κώστας χαμογέλασε ελάχιστα.
– Πολύ πιθανό.

Μετά πλησίασε αργά. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά. Κάθε βήμα του έκανε το στομάχι της να δένεται κόμπος. Στάθηκε μπροστά της. Τόσο κοντά που μπορούσε να νιώσει τη θερμότητα του σώματός του.
– Πες μου να σταματήσω, είπε ψιθυριστά.

Προσπάθησε να μιλήσει. Δεν βγήκε τίποτα. Και τότε την φίλησε. Αργά στην αρχή. Σαν να δοκίμαζε κάτι εύθραυστο. Η Μαρία ένιωσε το χέρι του να ακουμπά απαλά το πρόσωπό της και κάτι μέσα της έσπασε επικίνδυνα. Τον τράβηξε πάνω της πριν καν το σκεφτεί και το φιλί έγινε βαθύτερο, πιο θερμό, γεμάτο εκείνη την λαχτάρα που είχαν κρατήσει καιρό κρυφή. Ο Κώστας την φιλούσε σαν να την ήθελε πραγματικά. Όχι μόνο το σώμα της. Εκείνη. Και η Μαρία ένιωσε φόβο ακριβώς την στιγμή που ένιωσε επιθυμία.

Όταν απομακρύνθηκε λίγο για να πάρει ανάσα, ψιθύρισε:
– Αυτό είναι πολύ κακή ιδέα.
Ο Κώστας ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της.
– Το ξέρω.
Μετά την φίλησε ξανά. Κι αυτή τον άφησε.

Οι μήνες μαζί του έγιναν κάτι ασύλληπτα όμορφο. Η Μαρία άρχισε να αφήνει πράγματα σπίτι του. Μια οδοντόβουρτσα. Μπλούζες. Βιβλία στο κομοδίνο του. Και χωρίς να το καταλάβει, άρχισε να νιώθει πως ανήκει κάπου.

Τα βράδια κοιμόταν πάνω στο στήθος του και άκουγε την καρδιά του να χτυπά αργά κάτω από το αυτί της. Τα πρωινά της έφτιαχνε καφέ ενώ ήταν ακόμη μισοκοιμισμένη.
Μερικές φορές τη τραβούσε πάνω του στην κουζίνα και την φιλούσε αφηρημένα ενώ μαγείρευαν, και η Μαρία γελούσε για πρώτη φορά μετά από χρόνια χωρίς να σκέφτεται τι θα ακολουθήσει. Κι αυτό ήταν το πρόβλημα. Άρχισε να τον χρειάζεται. Και η ανάγκη πάντα την τρόμαζε.

Ένα βράδυ ξύπνησε από εφιάλτη. Η ανάσα της κοβόταν. Το σώμα της έτρεμε. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν θυμόταν πού βρισκόταν. Ο Κώστας πετάχτηκε αμέσως δίπλα της.
– Μαρία;
Εκείνη σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι.
– Θέλω αέρα.
Πήγε στην κουζίνα σχεδόν τρέμοντας. Ο Κώστας εμφανίστηκε λίγα λεπτά αργότερα αλλά δεν την άγγιξε. Στεκόταν απλώς απέναντί της.
– Θες να φύγω λίγο;

Η Μαρία τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Οι περισσότεροι άνθρωποι θα επέμεναν. Θα ρωτούσαν. Θα πίεζαν. Ο Κώστας όχι. Αυτό έκανε τα μάτια της να γεμίσουν δάκρυα.
– Γιατί είσαι έτσι μαζί μου; ψιθύρισε.
Εκείνος συνοφρυώθηκε ελαφρά.
– Πώς;
– Σαν να μην χρειάζεται να φοβάμαι συνέχεια.
Ο Κώστας την κοίταξε για ώρα. Μετά πλησίασε αργά και ακούμπησε το χέρι του στο πρόσωπό της.
– Δεν θέλω να με φοβάσαι ποτέ.
Και κάπου εκεί η Μαρία κατάλαβε πως είχε ήδη χαθεί. Γιατί τον αγαπούσε. Πολύ. Και οι άνθρωποι που αγαπούσε πολύ, είχαν πάντα τη δύναμη να την διαλύσουν…

Όταν ο Κώστας της πρότεινε να μείνουν μαζί, η Μαρία ένιωσε τον κόσμο να καταρρέει μέσα της…

Το σπίτι ήταν φωτεινό, γεμάτο ήλιο και άδειες κούτες. Ο Κώστας χαμογελούσε καθώς της έδειχνε το σαλόνι.
– Σκέφτηκα ότι θα σου άρεσε που έχει τόσο φως εδώ μέσα.
Η Μαρία δεν άκουγε σχεδόν τίποτα. Το στήθος της έκαιγε.
– Και το μπαλκόνι… ο Κώστας γύρισε προς το μέρος της, μπορούμε να το φτιάξουμε μαζί
Μαζί. Η λέξη χτύπησε σαν κεραυνός. Ξαφνικά δεν έβλεπε εκείνον. Έβλεπε αναμνήσεις. Καβγάδες. Πόρτες που χτυπούσαν. Την παλιά της ζωή που ξεκίνησε σαν αγάπη και έγινε φυλακή. Άρχισε να κάνει πίσω.

Ο Κώστας το κατάλαβε αμέσως.
– Μαρία;
Η ανάσα της έτρεμε.
– Δεν μπορώ…
Το χαμόγελό του, έσβησε.
– Να κάνεις τι;
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
– Να μείνω.

Ο Κώστας την κοίταζε λες και του έσπαγε κάτι μέσα στο στήθος.
– Δεν σου ζητάω φυλακή.
– Το ξέρω.
– Τότε γιατί φεύγεις;
Η Μαρία άρχισε να κλαίει.
– Γιατί αν σε αγαπήσω περισσότερο απ’ όσο ήδη σ ’αγαπάω… δεν θα επιβιώσω αν σε χάσω.

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν σπαρακτική. Ο Κώστας έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή. Σαν άνθρωπος που μόλις κατάλαβε ότι δεν πολεμούσε απέναντι στην έλλειψη αγάπης, αλλά απέναντι στον φόβο.

Η Μαρία στάθηκε απέναντί του με τα κλειδιά στο χέρι και το στομάχι δεμένο κόμπο. Κοίταξε περιμετρικά το σπίτι σαν να ήθελε να μείνει βαθιά χαραγμένο στην μνήμη της. Σαν να το αποχαιρετούσε.
– Δεν μπορώ… ψιθύρισε ξανά, λες και αν το έλεγε αρκετές φορές θα γινόταν πιο αληθινό. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό.
– Τι ακριβώς δεν μπορείς; την ρώτησε ήρεμα. Να μείνεις μαζί μου ή να είσαι ευτυχισμένη;

Η ερώτηση την χτύπησε σαν χαστούκι. Χαμήλωσε το βλέμμα..
– Μην το κάνεις πιο δύσκολο…
Ο Κώστας γέλασε άτονα, όχι ειρωνικά. Σαν άνθρωπος εξαντλημένος.
– Πιστεύεις ότι αυτό είναι δύσκολο μόνο για σένα;
Η φωνή του έσπασε ελάχιστα στην τελευταία λέξη και η Μαρία ένιωσε τα μάτια της να καίνε. Γιατί ήξερε. Ήξερε πως τον διέλυε. Κι όμως συνέχιζε να πηγαίνει προς την πόρτα. Οπως πάντα. Όταν κάτι γινόταν πολύ αληθινό, έφευγε πρώτη.

Ο Κώστας πέρασε το χέρι μέσα από τα μαλλιά του και γύρισε για λίγο το βλέμμα προς το παράθυρο. Σαν να προσπαθούσε να συγκρατήσει κάτι μέσα του πριν ξαναμιλήσει.
– Ξέρεις ποιο είναι το άδικο;
Η Μαρία δεν απάντησε.
– Ότι μ’ αγαπάς. Το ξέρω ότι μ’ αγαπάς.
– Κώστα…
– Όχι, άσε με να τελειώσω, γιατί αν φύγεις τώρα δεν ξέρω αν θα μπορέσω να στα ξαναπώ ποτέ.
Η φωνή του ήταν χαμηλή, βραχνή και πληγωμένη. Κι εκείνη ένιωθε κάθε λέξη του πάνω στο δέρμα της.

Ο Κώστας έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.
– Από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισα, ήσουν πάντα έτοιμη να φύγεις. Ακόμη κι όταν γελούσες μαζί μου… ακόμη κι όταν κοιμόσουν στην αγκαλιά μου… ένα κομμάτι σου στεκόταν ήδη στην έξοδο.
Η Μαρία έκλεισε τα μάτια γιατί είχε δίκιο.
– Και ξέρεις τι με καταστρέφει; Ότι όσο κι αν φεύγεις, όταν με κοιτάς έτσι, νιώθω ακόμη ότι είσαι το σπίτι μου.

Η Μαρία άρχισε να κλαίει γοερά πια.
– Δεν ξέρεις πώς είναι μέσα στο κεφάλι μου…
– Τότε πες μου! ξέσπασε για πρώτη φορά. Άφησέ με να μπω αντί να με πετάς συνέχεια έξω.
Η φωνή του ήταν δυνατή. Και για ένα δευτερόλεπτο όλα πάγωσαν. Το κατάλαβε αμέσως όταν την είδε να τρομάζει. Η έκφρασή του μαλάκωσε ακαριαία.

– Γαμώτο… συγνώμη.
– Δεν είναι αυτό…
– Τότε τι είναι;
Τον κοίταξε και έμοιαζε πραγματικά διαλυμένη.
– Δεν ξέρω πώς να υπάρχω μέσα σε κάτι τόσο καλό χωρίς να περιμένω ότι θα καταστραφεί.

Την κοιτούσε σαν να του έσπαγαν την καρδιά αργά.
– Εγώ δεν είμαι εκείνος.
– Το ξέρω.
– Τότε γιατί με τιμωρείς για όσα έκανε κάποιος άλλος;

Η Μαρία δεν άντεξε να κοιτάζει άλλο. Γιατί αυτή ήταν η αλήθεια. Ο Κώστας δεν της είχε δώσει ποτέ λόγο να φοβηθεί. Κι όμως εκείνη φοβόταν περισσότερο απ’ όσο είχε φοβηθεί ποτέ. Γιατί μαζί του είχε αρχίσει να ονειρεύεται πράγματα που κάποτε θεωρούσε αδύνατα. Ένα σπίτι, μια καθημερινότητα, ηρεμία, μια ζωή που δεν χρειαζόταν διαρκώς να επιβιώνει. Κι αυτό την πανικόβαλλε, γιατί αν το έχανε δεν ήξερε αν θα άντεχε να ξανασηκωθεί.

Πήρε μια τρεμάμενη ανάσα, μετά άλλη μια. Κι έκανε πίσω. Το βλέμμα του Κώστα σκοτείνιασε αμέσως. Όχι από θυμό, από παραίτηση. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Για μια παράλογη στιγμή ήθελε να τρέξει κατά πάνω του. Να τον αγκαλιάσει. Να του πει ότι τον αγαπούσε πάρα πολύ. Αλλά ο φόβος ήταν πάντα δυνατότερος από εκείνη.
– Μπορείς να φύγεις όσο μακριά θέλεις. Μπορείς να τους ξεγελάς όλους. Μπορείς να θάψεις τα αισθήματά σου και να προχωρήσεις από την αρχή. Αλλά εμένα θα με κουβαλάς μέσα σου μια ζωή.
Η φωνή του δεν είχε θυμό όταν το είπε. Κι αυτό ήταν το χειρότερο.

Γύρισε την πλάτη της αργά. Και έφυγε.

Δεν την ακολούθησε. Μόνο έμεινε ακίνητος μέσα στο σπίτι, ακούγοντας τα βήματά της να απομακρύνονται. Κι όταν η πόρτα έκλεισε, ο ήχος αντήχησε μέσα του σαν σεισμός.

Νατάσα Ξαγοράρη

Συνεχίζεται…

One response to “Σε κάθε ζωή, εσύ! – Μέρος 1ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading