Τελευταίες πινελιές στο μακιγιάζ της και ανυπόμονη να βρεθεί κοντά του. Έκλειναν έναν χρόνο σχέσης. Δεν είχε ιδέα πού θα πήγαιναν, αλλά ήθελε να είναι περιποιημένη. Έκλεισε το μάτι στο είδωλό της στον καθρέφτη κι έφυγε.
Την πήγε στο παρκάκι που συναντήθηκαν τυχαία δέκα τρεις μήνες πριν. Η Φαίδρα γούρλωσε τα μάτια της.
– Μάριε! Πού το θυμήθηκες;
– Αγάπη μου, τι λες; Αν δεν έπεφτα πάνω σου με όλη μου την δύναμη εκείνη τη μέρα, δεν θα ήμασταν τώρα εδώ! Ξεχνιέται αυτό το μέρος;
– Ούτε και ο πόνος στο πόδι μου, που με πάτησες ξεχνιέται!
Το ζευγάρι γέλασε δυνατά ανακαλώντας τη μνήμη εκείνης της στιγμής που ο Μάριος έτρεχε να προλάβει το λεωφορείο και κοιτώντας στο κινητό την ώρα, έπεσε πάνω στην αμέριμνη Φαίδρα, που διέσχιζε το παρκάκι για να γυρίσει στο σπίτι της.
– Τελικά, το έχασα το λεωφορείο, αφού με μάγεψαν τα μάτια σου και ο τρόπος που μου είπες “δεν πειράζει, δεν πειράζει, δεν βλέπατε, μη στεναχωριέστε”.
– Έτσι είπα;
– Εγώ θυμάμαι ακόμα και τι φορούσες!
– Πλάκα κάνεις!
– Μωρό μου, τι θα έλεγες να γνωριστούν οι γονείς μας;
Ακολούθησε μια παύση, ένα απορημένο μουτράκι κι ένα αντρικό βλέμμα γεμάτο αγάπη. Τελικά, βρήκε την μιλιά της.
– Δεν είναι λίγο… λίγο νωρίς;
– Εγώ είμαι σίγουρος ότι μαζί σου θέλω να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου.
– Βρε μωρό μου κι εγώ το ίδιο! Αλλά…
– Ξέρω, είμαι επίσης σίγουρος ότι φοβάσαι την ημέρα της γνωριμίας των γονιών μας.
Δεν χρειάστηκε να απαντήσει η Φαίδρα. Έσκυψε το κεφάλι και αναστέναξε.
– Οι γονείς μας είναι η μέρα με την νύχτα, αλλά αφού ξέρουν για μας, κάποτε θα γίνει, πόσο λάθος μπορεί να πάει;
Πέρασαν το υπόλοιπο του ραντεβού τους, ανακαλώντας μνήμες από τον ένα χρόνο σχέσης και στο τέλος κανόνισαν την μέρα που η Φαίδρα ευχόταν να την τραβήξουν λίγο πιο μετά.
Το κουδούνι χτύπησε με καθυστέρηση μισής ώρας από την ώρα του ραντεβού. Αυτό για την μαμά της Φαίδρας, ήταν ήδη ύψιστο αρνητικό στοιχείο που θεωρούσε την συνέπεια μέγιστο προσόν. “Πόση γαϊδουριά, Θεέ μου! Μας έχουν στημένους μισή ώρα. Να βράσω την υποτιθέμενη καλή κοινωνία”.
– Καλώς τους, καλώς ήρθατε στο σπιτικό μας!, τους υποδέχθηκε παρόλα αυτά με ευγένεια και χαμόγελο, έτοιμη να αγκαλιάσει τους γονείς του Μάριου. Απέναντί της, δύο άνθρωποι παγοκολώνες, δεν άφηναν περιθώρια σωματικής επαφής. Μία κρύα χειραψία και πολύ ήταν. Για την καθυστέρηση ούτε μια συγνώμη, ούτε μια δικαιολογία, σαν μη γενόμενη. “Δεν ξεκινήσαμε καλά, με τους Εγγλέζους από το λιντλ”, αναλογιζόταν η μαμά της Φαίδρας. “
Ο Μάριος ανέλαβε τις συστάσεις.
– Από δω η μαμά μου, η Λέλα κι ο μπαμπάς μου ο Γρηγόρης. Κι από δω η Γιαννούλα και ο Κώστας, οι γονείς της Φαίδρας.
“Λέλα από το τρέλα σίγουρα”.
“Άκου Γιαννούλα, η μπεμπέκα, ετών 100”.
Οι σκέψεις των δύο γυναικών έμειναν όπως όφειλαν… σκέψεις!
– Ελάτε, καθίστε, σα στο σπίτι σας. Λέλα, Γρηγόρη, μια οικογένεια είμαστε πια.
“ Θεέ και κύριε, τι λέω και δεν αυτοπυρπολούμαι; Άκου να γίνω οικογένεια με την Λέλα την τρέλα”.
“ Μμμμμ, κάνε όνειρα, γεροντομπεμπέκα, που θα γίνουμε μια οικογένεια. Μωρέ καλά κατάλαβα εγώ ότι θέλουν να τυλίξουν τον γιο μου. Κελεπούρι για δαύτους”.
– Ευχαριστούμε, Γιαννούλα μου. Καλώς σας βρήκαμε.
– Τι να προσφέρω; Ένα λικεράκι για το καλωσόρισμα! Ή μήπως θέλετε να βάλω ένα κρασάκι, από τα χεράκια του Κώστα μου, από το αμπέλι μας;
– Εγώ, ένα κρασάκι θα το έπινα! Κι εγώ θα ήθελα να έχω χρόνο να ασχολούμαι με τη γη, αλλά οι επιχειρήσεις δεν με αφήνουν.
“Ποιες επιχειρήσεις, βρε κακομοίρη; Ένα βιβλιοπωλείο κάτω από το σπίτι σου έχεις! Θεέ μου, τι ακούω ο χριστιανός! Και πού να βρεις χρόνο από τα πρακτορεία ΟΠΑΠ που τρέχεις;”.
– Α, ναι! Η γη είναι ψυχοθεραπεία. Ούτε καφενεία, ούτε τίποτα άλλο. Το χώμα, όσο το σέβεσαι και το αγαπάς, σε ανταμείβει.
“Νοικοκυρούλα χαρωπή σε έχει κάνει η Γιαννούλα, καημένεεεε! Για να φεύγεις μακριά της τρέχεις στο κτήμα”.
– Μάριέ μου, στον μπαμπά σου μοιάζεις!
“Που κακιά λαμπριά να σ’ έβρει! Ίδιος εγώ είναι το παιδί μου, ίδιος η μάνα του”.
– Ε! Έχει στοιχεία κι από τους δυο μας, αν προσέξεις.
– Ναι, ναι, έχει κι από σένα, Λέλα μου.
“ Ναι ναι έχει κι από σένα, Λέλα μου. Μας υποχρέωσες! Μας κάνεις και χάρη”.
– Η Φαίδρα όμως, είναι όντως ίδια ο Κώστας.
“Που κακό χρόνο να’ χεις! Νομίζεις με εκδικείσαι; Η Φαιδρούλα μου, μου μοιάζει που να σκάσεις”.
– Η Φαίδρα μας είναι μια κούκλα, όποιον και να μοιάζει!
“Όχι που θα σε άφηνα! Δεν θα με τρελάνεις εσύ. Εγώ θα σε τρελάνω”.
“Ναι, νομίζεις με ρούμπωσες τώρα. Εγώ σαν εσένα θέλω πέντε Γιαννούλες”.
– Αν δεν ήταν κούκλα, δεν θα την διάλεγε ο γιος μου.
– Μαμά, δε λέμε τίποτα άλλο;
– Γιατί αγόρι μου; Δεν είπα τίποτα κακό. Συμφωνώ ότι είναι μια κούκλα το κορίτσι σου.
– Να ‘τα! Ήρθαν και τα κρασάκια! Μαμά, μπαμπά, κυρία Λέλα, κύριε Γρηγόρη, στην υγειά μας!
“Χέλι, σαν την μαμά της η νύφ…. η νύφ… ξεγλιστράει. Παναγία μου, ούτε τη λέξη μπορώ να προφέρω. Το παιδάκι μου είναι ακόμα είκοσι εφτά χρονών. Πώς θα γλιτώσω από αυτήν την οικογένεια;”
Το νεαρό ζευγάρι αντάλλασσαν ματιές. Απόγνωσης της Φαίδρας, υπομονής και ελπίδας του Μάριου. Με το ποτήρι στο χέρι του, την πλησίασε και της ψιθύρισε στο αυτί: “όλα καλά θα πάνε”.
Η Λέλα, περιεργαζόταν τον χώρο και όλα της φαίνονταν κακόγουστα. “Φωνάζει η κακογουστιά από το ντύσιμο της οικοδέσποινας, μέχρι τα έπιπλα και την διακόσμηση. Ούτε οι χρωματισμοί, ούτε το ύφος, τίποτα δεν ταιριάζει με τίποτα. Η αστυνομία του στυλ και της μόδας θα έπρεπε να την χώσει σε μπουντρούμι. Με αυτούς τους ανθρώπους θα συγγενέψουμε; Δεν θα ‘σαι με τα καλά σου!”.
Η Γιαννούλα την έβλεπε να κάθεται σαν στήλη άλατος, δίχως εκφράσεις, δίχως ζεστασιά, πίσω από τα πολλά ψεύτικα κοσμήματα και το έντονο μακιγιάζ. “Ποια νομίζει ότι είναι; Η βασίλισσα Ελισάβετ; Μόνο ύφος και τουπέ. Ψυχρή και ψεύτικη, σαν τις τρέσες στο κεφάλι. Με αυτούς τους ανθρώπους θα συγγενέψουμε; Δεν θα ’σαι με τα καλά σου!’.
Ο Γρηγόρης εστίαζε στην γυναίκα του. Ήταν βέβαιος ότι έβραζε μέσα της. Ακόμα δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει βέβαια κι ο ίδιος ότι θα αναγκάζονταν να συγγενέψουν με έναν σκουπιδιάρη και μία καθαρίστρια σχολείου. “Χάθηκαν τα κορίτσια; Μα την κόρη του σκουπιδιάρη;”.
Ο Κώστας έβλεπε τους δύο νέους, πόσο ερωτευμένοι φαίνονταν, πώς έλαμπαν οι ματιές τους όταν κοιτούσε ο ένας τον άλλον και άφησε πίσω τις περίεργες σκέψεις για τα συμπεθέρια και για το ότι δεν θεωρούσε καθόλου καλή ιδέα να συγγενέψουν. “Αχ παιδιά μου, δεν θα σας αφήσουμε να ευτυχήσετε! Πώς δεν πιαστήκαμε ακόμα στα χέρια;”.
Χαμένοι οι γονείς στις σκέψεις τους, δεν φάνηκαν να δίνουν σημασία στον Μάριο, που προσπάθησε με πιο δυνατή φωνή, να τους κάνει να τον προσέξουν.
– Θα ήθελα λίγο την προσοχή σας! πέντε ζευγάρια μάτια τον κοιτούσαν με την απορία ζωγραφισμένη στο βλέμμα. Αυτή η πρώτη συνάντηση των δύο οικογενειών, θα ήθελα να συνδυαστεί με την πρόταση γάμου.
Τέσσερα ζευγάρια μάτια έμειναν γουρλωμένα και μόνο τα μάτια της Φαίδρας γέμισαν δάκρυα. Την πλησίασε, γονάτισε μπροστά της και…
– Αγοράκι μου, δεν έπρεπε να είμαστε ενήμεροι;
– Μαμά, δεν είναι τώρα η στιγμή…
– Καλά σου λέει η μάνα σου, παιδί μου.
– ΜΠΑΜΠΑ! Δεν ήθελα να το ξέρει κανείς, ήθελα να είναι για όλους έκπληξη.
– Τα κατάφερες! Δεν μας βλέπεις; Μείναμε άφωνοι.
Ο Κώστας έριξε το βλέμμα του στην κόρη του που στεκόταν σαν να ισορροπούσε ανάμεσα στη χαρά και την απογοήτευση και πόνεσε η ψυχή του. Αυτή θα έπρεπε να είναι η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής της κι εκείνη κόντευε να καταρρεύσει.
– Τι θα λέγατε να αφήναμε το ζευγάρι λίγο μόνο του;
Ο Μάριος τον κοιτούσε σα να του έλεγε όλα τα ευχαριστώ του κόσμου. Δεν είχε πάρει την τροπή που ήθελε η πρόταση γάμου και ένιωθε υπεύθυνος.
– Αφού επέλεξε να την κάνει ενώπιόν μας, δεν βρίσκω το λόγο να απομακρυνθούμε, πετάχτηκε η Λέλα με ύφος επιτακτικό.
Ο Μάριος μάταια έριχνε παρακλητικά βλέμματα στους γονείς του. Δεν ήταν συνεργάσιμοι. Ο Κώστας έπρεπε να παίξει τον ρόλο του μεσολαβητή.
– Τότε, αφού είμαστε εδώ, δίπλα τους, ας αφήσουμε τον Μάριο να ολοκληρώσει αυτό που ξεκίνησε! Ε Μάριε; ο μελλοντικός γαμπρός του ήθελε να τον αγκαλιάσει εκείνη την ώρα, για την στήριξη!
– Μπα μπα μπα, σήκωσε κεφάλι ο σκουπιδιάρης!
– Μαμά, τι είναι αυτά που λες; ο Μάριος σηκώθηκε απότομα από την γονατιστή θέση και βρέθηκε μπροστά στη μαμά του, με αυστηρό ύφος.
– Τι είπες μαρή Λέλα από το τρέλα; Για μάζεψε τα λόγια σου, μη σε αρπάξω από το ψεύτικο μαλλί σου και μου μείνει στη χούφτα!
– Για τόλμα να ακουμπήσεις την γυναίκα μου! Να τα πλύνεις πρώτα, από τα κακάκια και τις μύξες των παιδιών που καθαρίζεις!
– Για μαζέψου, ελεεινέ τζογαδόρε που θα μας προσβάλλεις μες στο ίδιο μας το σπίτι!
– ΣΤΑΜΑΤΉΣΤΕ όλοι! η Φαίδρα ήταν σε έξαλλη κατάσταση πια. Δεν ντρέπεστε; Τι μικροπρέπειες είναι αυτές;
– Μαμά, μπαμπά, λυπάμαι πολύ. Δεν περίμενα τέτοια ντροπιαστική συμπεριφορά. Είπατε απαράδεκτα πράγματα για τον Κώστα και την Γιαννούλα.
– Σε έχουν τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί, γιε μου; Μάγια σου έκαναν; Πώς μιλάς έτσι στους γονείς σου; Ενώ αυτοί; Δεν μας πρόσβαλλαν;
Η Λέλα έκλαιγε πια από τα νεύρα της.
– Ξεφύγατε ΌΛΟΙ!, τσίριξε η Φαίδρα κι έφυγε τρέχοντας.
Ο Μάριος κοίταξε με πόνο τον Κώστα κι έτρεξε πίσω από την κοπέλα του.
Έμειναν οι τέσσερίς τους, θυμωμένοι, σιωπηλοί και μειωμένοι ο καθένας για τους δικούς του λόγους.
– Σκατά τα κάναμε, πρώτος μίλησε ο Κώστας, Και φταίμε όλοι!
Ο Γρηγόρης με ύφος αδικημένου πήγε να υπερασπιστεί τον εαυτό του και την γυναίκα του, μα τον πρόλαβε η Λέλα.
– Δίκιο έχεις Κώστα. Εμείς το ξεκινήσαμε. Δηλαδή… εγώ… Είναι που δεν μπορώ ακόμα να πιστέψω ότι το δικό μου το παιδί, διάλεξε μία…
– Τι μία Λέλα; Τι; Κόρη σκουπιδιάρη και καθαρίστριας; Και; Μεγαλώσαμε ένα υπέροχο κορίτσι! Αυτήν ερωτεύτηκε και διάλεξε ο γιος σας.
– Μα…
– Δεν έχει “μα” Λέλα, επενέβη ο Κώστας. Ο καθένας μας μπορεί να βρει αρνητικά στον άλλον. Έτσι δεν είναι; και τους κοίταξε με τρόπο σαν να τους ξεγύμνωνε.
Έκανε μια κίνηση ο Γρηγόρης να αντιδράσει, μα τελικά λούφαξε. Λίγα λεπτά σιωπής ακολούθησαν και με αλλαγμένο τρόπο, συμβιβασμένο πια και όχι επιθετικό, μάλλον ουδέτερο, έκανε την αρχή:
– Τι λέτε για ανακωχή; κι ένας αναστεναγμός ξέφυγε από μέσα του.
– Μα…
– Λέλα… σε παρακαλώ! η Γιαννούλα πρόλαβε τον άντρα της Λέλας, πριν της απαντήσει, που όμως την κοιτούσε με βλέμμα που της ζητούσε περισσότερα από όσα τα λόγια. Δεν θα ανέβουμε στα μάτια σας ξαφνικά, το ξέρω. Για σας πάντα θα είμαστε δυο παρακατιανοί. Ούτε εμείς ξαφνικά θα αλλάξουμε γνώμη για σας. Όμως το θέμα δεν είμαστε εμείς, αλλά τα παιδιά μας. Και τα παιδιά μας αγαπιούνται.
– Και δηλαδή, σαν τι γνώμη έχετε εσείς για μας; Λίγοι σας πέφτουμε, κοτζαμ επιχειρηματίες;, η Λέλα σε στάση άμυνας κι επίθεσης ταυτόχρονα, συνέχισε ακάθεκτη.
– Βρε Λέλα μου, πια…
– Άστην, άστην Γρηγόρη. Δεν έχει καταλάβει τίποτα ακόμα κι ας είναι γραμματιζούμενη και επιχειρηματίας.
– Πες με και ηλίθια! Άκου να σου πω Κώστα…
– ΛΈΛΑ! Φτάνει, αγάπη μου! Η Γιαννούλα είπε κάτι πολύ σωστό. Το θέμα δεν είμαστε εμείς, αλλά τα παιδιά μας. Σε παρακαλώ, ας επικεντρωθούμε σε αυτό.
Δεν πρόλαβε να πάρει κάποιος άλλος τον λόγο. Άνοιξε η πόρτα και μπήκαν τα παιδιά τους. Η Φαίδρα φαινόταν ράκος, κλαμένη και χωρίς να κοιτάζει κανέναν, στάθηκε πίσω από τον Μάριο, ο οποίος της κρατούσε το χέρι και στοργικά, την τράβηξε δίπλα του.
– Δίπλα μου σε χρειάζομαι, όχι πίσω μου, της είπε τρυφερά, απευθυνόμενος όμως σε όλους.
– Μάριέ μου, πρώτος εγώ θα σου ζητήσω συγγνώμη, που άφησα την κατάσταση να ξεφύγει. Σαν οικοδεσπότης, έπρεπε να είμαι πιο προσεκτικός. Συγγνώμη παιδιά μου.
– Όχι Κώστα. Πρώτη πρέπει να ζητήσει συγγνώμη η μαμά μου και να την εννοεί. Αλλιώς δεν πρόκειται να με ξαναδούν στο σπίτι τους.
– Με απειλείς; έξαλλη η Λέλα, δεν πίστευε στα αυτιά της. Δεν φτάνει που μας ανάγκασες να δεχτούμε αυτήν για…
– Ως εδώ! Κώστα, Γιαννούλα, μας συγχωρείτε! Όταν από το σπίτι φύγουν οι δύο αυτοί άνθρωποι που δεν τους αναγνωρίζω πια, θα επιστρέψουμε.
Τράβηξε την Φαίδρα και έφυγαν για δεύτερη φορά. Έμειναν πάλι οι τέσσερίς τους, μα αυτή τη φορά ο Κώστας ήταν αποφασισμένος.
– Γρηγόρη, Λέλα, σας παρακαλώ πολύ να φύγετε τώρα από το σπίτι μου.
– Ούτε δεμένη θα έμενα στο αχούρι σας. οργισμένη, έφυγε, αδιαφορώντας για τον άντρα της.
Λίγα δευτερόλεπτα μόνο μετά, ο Γρηγόρης, στάθηκε μπροστά στον Κώστα και με τρεμάμενο χέρι, τον χτύπησε στον ώμο.
– Σας ζητώ συγνώμη και εκ μέρους της, αλλά κι εγώ προσωπικά. Ξέφυγε η κατάσταση.
Ο Κώστας, που δεν περίμενε αυτήν την εξέλιξη, έδειχνε μπερδεμένος.
– Είπαμε πολλά όλοι. Ας τα αφήσουμε να γίνουν έπεα πτερόεντα! Έτσι δεν το λέτε εσείς οι μορφωμένοι; του έκλεισε το μάτι χαμογελώντας και ανταπέδωσε το χτύπημα στην πλάτη.
Ο Μάριος δεν γύρισε στο σπίτι του. Το σπίτι της κοπέλας του τον υποδέχτηκε με μισή καρδιά.
– Παιδί μου, δεν είναι σωστό. Είναι οι γονείς σου. Πήγαινε στο σπίτι σου, μη ρίχνουμε άλλο λάδι στη φωτιά.
– Δεν θα τους συγχωρήσω, μέχρι να ζητήσει συγνώμη και η μαμά μου.
Ο Κώστας καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Βρήκε το τηλέφωνο του Γρηγόρη και λίγη ώρα μετά, τον κάλεσε κρυφά.
– Δεν μου αρέσει όλο αυτό. Πατέρας είμαι και ξέρω ότι πονάτε. Προσπάθησε να εκτονώσεις την ατμόσφαιρα εκεί, εγώ εδώ και όποτε θέλετε, το σπίτι μας είναι ανοιχτό για μια δεύτερη, “πρώτη” γνωριμία”.
Ο Γρηγόρης τον ευχαρίστησε και έκλεισαν το τηλέφωνο.
Το επόμενο πρωί, Κυριακή, που δεν δούλευε κανείς, χτύπησε το κουδούνι. Ο Κώστας πήγε να ανοίξει και έπεσε πάνω τους, να τους αγκαλιάσει, ως ένδειξη καλής θελήσεως. Η Λέλα δεν ήταν έτοιμη για τόση διαχυτικότητα, αλλά το έκρυψε με επιτυχία.
– Καλημέρα σε όλους!, φώναξε ο Γρηγόρης κι άνοιξε την αγκαλιά του προς τον γιο του.
Ο Κώστας με ένα καταφατικό νεύμα και κλείσιμο των ματιών του, παρότρυνε τον Μάριο. Μπαμπάς και γιος αγκαλιάστηκαν σφιχτά και στο τέλος, τον έσπρωξε προς την μαμά του. Ο Μάριος κοντοστάθηκε, μαζεύτηκε. Ο Κώστας τους πλησίασε κι έπεσε πάλι επάνω τους, προκαλώντας μια μαζική αγκαλιά.
– Ας μη το τραβήξουμε άλλο στα άκρα. Είμαστε ενήλικες άνθρωποι. Ας αφήσουμε την ζωή να κάνει τα δικά της!
– Ας αφήσουμε την αγάπη, να κάνει τα δικά της, πρόσθεσε ο Γρηγόρης και ο Κώστας χτυπώντας παλαμάκια πήγε στην κουζίνα.
Γύρισε με έξι ποτήρια και το δικό του κρασί.
– Ρε άντρα, είναι έντεκα το πρωί, τον μάλωσε ναζιάρικα η Γιαννούλα.
– Το κρασί δεν έχει ώρα, όταν επισφραγίζει την αγάπη!
Ο Μάριος ήταν ακόμα κουμπωμένος και η Λέλα το έβλεπε. Σήκωσε το ποτήρι της και έκανε πρόποση.
– Στην αγάπη!
– Καιιιιιι;;, κουνούσε το χέρι του προκαλώντας την να συνεχίσει, ο άντρας της.
– Συγνώμη. Σας ζητώ συγνώμη. Φαίδρα, Γιαννούλα, Κώστα, Μάριέ μου, έκανα πολλά λάθη.
– Ωραία! Γιαννούλα μου; Μήπως θέλεις κι εσύ να πεις κάτι;
– Ναι αγάπη μου, θέλω. Συγνώμη κι από μένα. Ας ξεχάσουμε το χθες.
Η Φαίδρα δεν σταμάτησε να κλαίει και ο Γρηγόρης βρέθηκε κοντά της, την αγκάλιασε και άλλη μία πρόποση ετοιμαζόταν.
– Στην νύφη μου! Να κλαίει μόνο από χαρά από δω και πέρα. Ο γιος μου, να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του γι’ αυτό.
Η Φαίδρα σήκωσε το ποτήρι.
– Σε όλους μας. Αν είστε κοντά μας, θα είμαστε ολοκληρωμένοι με τον Μάριο.
– Σε όλους μας. Μαμά, μπαμπά, Κώστα, Γιαννούλα, να είστε δίπλα μας.
– Α! Και να πω κάτι; Είναι Λέλα από το Ευθαλία κι όχι από το τρέλα.
Η Λέλα, έκλεισε το μάτι στην Γιαννούλα και γέλασαν με την ψυχή τους.
Δεν χρειάζονται πολλά για την ευτυχία. Ένα μπουκάλι κρασί και η μια πρόποση μετά την άλλη, που πηγάζουν από καρδιές γεμάτες αγάπη, έστω και με την δεύτερη ευκαιρία!
Χρυσούλα Καμτσίκη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
