Σε κάθε ζωή, εσύ! – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

Η Μαρία έφυγε από την Αθήνα μέσα σε δεκατρείς μέρες. Τόσο ακριβώς χρειάστηκε για να παραιτηθεί από την δουλειά της, να μαζέψει σε λίγες κούτες όλη της την ζωή και να βρει ένα μικρό διαμέρισμα στην Θεσσαλονίκη. Έφυγε πριν προλάβει να μετανιώσει για την απόφασή της. Δεν άφησε απολύτως τίποτα πίσω για τον Κώστα. Ούτε ένα πρόχειρο γράμμα, ούτε ένα σύντομο μήνυμα στο κινητό, ούτε τίποτα… Μόνο σιωπή.

Και η σιωπή ήταν πάντα ο δικός της, ο πιο βίαιος τρόπος να αγαπά τους ανθρώπους που φοβόταν ότι θα τη σημαδέψουν για πάντα.

Τις πρώτες εβδομάδες στην Θεσσαλονίκη η Μαρία περίμενε σχεδόν με εμμονή ότι εκείνος θα την ψάξει. Κάθε φορά που ακουγόταν ο ήχος ή η δόνηση από το κινητό της, ένιωθε την καρδιά της να ανεβαίνει στον λαιμό και να την πνίγει. Κάθε άγνωστος αριθμός που εμφανιζόταν στην οθόνη, την έκανε να παγώνει στην μέση του δρόμου, ελπίζοντας και ταυτόχρονα τρέμοντας. Αλλά ο Κώστας δεν πήρε ποτέ τηλέφωνο. Κι αυτό το κενό πονούσε πολύ περισσότερο απ’ όσο θα άντεχε ποτέ να παραδεχτεί. Γιατί ένα κρυφό, εγωιστικό της κομμάτι ήθελε απεγνωσμένα να την κυνηγήσει, να την σταματήσει στην εθνική οδό, να την ταρακουνήσει από τους ώμους και να της φωνάξει κατάμουτρα πως δεν θα την άφηνε έτσι απλά να καταστρέψει κάτι τόσο δυνατό και αληθινό.

Εκείνος όμως δεν το έκανε. Ίσως γιατί την αγαπούσε αρκετά ώστε να σεβαστεί την επιλογή της και να μην τη φυλακίσει σε μια σχέση που την τρόμαζε. Ίσως πάλι, γιατί είχε κουραστεί θανάσιμα να τρέχει πίσω από έναν άνθρωπο που έφευγε και κρυβόταν κάθε φορά που ένιωθε κάποιον να τον πλησιάζει πραγματικά.

Έτσι η Μαρία προσπαθούσε μηχανικά να χτίσει μια καινούρια ζωή στην Θεσσαλονίκη. Έβρισκε συνεχώς δικαιολογίες για να γεμίζει τις ώρες της ώστε να μην προλαβαίνει να σκεφτεί. Δούλευε ατελείωτα ωράρια σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο στο κέντρο, περπατούσε με τις ώρες μόνη της στην παραλία κοιτάζοντας τον Θερμαϊκό και έβγαινε ελάχιστα. Αλλά τα βράδια, όταν τα φώτα έσβηναν, η μοναξιά γινόταν αβάσταχτη. Γιατί τότε, μέσα στο σκοτάδι, ερχόταν εκείνος.

Ερχόταν ακάλεστος στις σκέψεις της, στο σώμα της, στις αναμνήσεις που αρνούνταν να ξεθωριάσουν. Της έλειπαν πράγματα που στην καθημερινότητα έμοιαζαν σχεδόν γελοία: ο τρόπος που της έπιανε ασυνείδητα το πόδι όταν κοιμόταν, το πώς της φίλαγε αφηρημένα τον ώμο την ώρα που μαγείρευαν μαζί στην κουζίνα, η χροιά της φωνής του όταν έλεγε το όνομά της σιγανά, σχεδόν βραχνά, δίπλα στο αυτί της. Κι όσο περνούσε ο καιρός, η Μαρία άρχισε να συνειδητοποιεί μια τρομακτική αλήθεια: δεν είχε φύγει από την Αθήνα επειδή δεν αγαπούσε τον Κώστα, αλλά επειδή τον αγαπούσε πολύ περισσότερο απ’ όσο άντεχε η ίδια να διαχειριστεί.

Τρία χρόνια αργότερα, η μοίρα την έφερε ξανά μπροστά του. Η κοινή τους πλέον φίλη, η Έλενα, την είχε σχεδόν αναγκάσει με το ζόρι να ξανακατέβει μόνιμα στην Αθήνα.
– Έχεις γίνει σαν φάντασμα εκεί πάνω, της είχε πει στο τηλέφωνο, χωρίς να αφήνει περιθώρια για άρνηση. Δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση. Κατέβα τώρα!

Η Μαρία υποχώρησε, κυρίως για να σταματήσει να την ακούει να γκρινιάζει.

Ένα βράδυ βγήκαν έξω. Το μπαρ που κατέληξαν ήταν μακριά από τα παλιά τους στέκια. Ένιωθε σχετικά ήρεμη, μέχρι την στιγμή που σήκωσε τυχαία το βλέμμα της. Ο Κώστας στεκόταν στην άλλη άκρη του μαγαζιού.

Για μια στιγμή, ολόκληρος ο κόσμος γύρω της σταμάτησε να κινείται. Δεν είχε αλλάξει πολύ, είχε το ίδιο έντονο βλέμμα, την ίδια γνώριμη παρουσία, μόνο που έμοιαζε λίγο πιο κουρασμένος και λίγο πιο κλειστός στον εαυτό του.

Όταν τα μάτια του έπεσαν τελικά πάνω της, η Μαρία ένιωσε το σώμα της να την προδίδει ακαριαία, σαν να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα από τότε που έφυγε. Ο Κώστας έμεινε για λίγο ακίνητος, κοιτάζοντάς την λες και προσπαθούσε να βεβαιωθεί ότι ήταν πραγματική κι όχι κάποια παραίσθηση. Μετά, άρχισε να περπατά αργά αλλά σταθερά προς το μέρος της. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά στο στήθος της που νόμιζε πως θα ακουστεί πάνω από τη μουσική του μαγαζιού.

Στάθηκε μπροστά της, πολύ κοντά, πιο κοντά απ’ όσο επέτρεπαν οι αποστάσεις ασφαλείας που είχε συνηθίσει να κρατάει.
– Γεια, της είπε με χαμηλή, σταθερή φωνή.
Η Μαρία κατάπιε με δυσκολία πριν καταφέρει να απαντήσει: «Γεια…».

Ακολούθησε μια σιωπή ηλεκτρισμένη, γεμάτη ένταση. Ο Κώστας την κοιτούσε σοβαρός, χωρίς να χαμογελά, σαν να προσπαθούσε να αποφασίσει μέσα του αν ήθελε να την φιλήσει ή να της φωνάξει από θυμό.
– Χάθηκες, είπε τελικά.
Ναι, ψιθύρισε εκείνη, προσπαθώντας να κρατήσει την φωνή της σταθερή.
– Έτσι απλά…
Τα μάτια της καρφώθηκαν στο πάτωμα.
– Δεν ήξερα πώς να μείνω…
Αυτός γέλασε πικρά, κουνώντας το κεφάλι του.
– Αυτό το κομμάτι σου δεν άλλαξε καθόλου… πάντα τρέχεις.

Η Μαρία ένιωσε να πονάει επειδή ήξερε πόσο δίκιο είχε. Κι όμως παρά την αμηχανία και τις πληγές, έμειναν μαζί όλο το βράδυ. Μιλούσαν σαν δυο άνθρωποι που, παρά την απόσταση, γνώριζαν ήδη πολύ καλά τα πιο σκοτεινά και επικίνδυνα κομμάτια ο ένας του άλλου. Υπήρχε μια διάχυτη ένταση σε κάθε βλέμμα και σε κάθε άγγιγμα που συνέβαινε τάχα τυχαία. Όταν ο Κώστας ακούμπησε για ελάχιστα δευτερόλεπτα το χέρι στην μέση της για να περάσει κάποιος ανάμεσά τους, η Μαρία ένιωσε το δέρμα της να καίει για ώρα μετά. Το χειρότερο όμως ήταν ότι το έβλεπε ξεκάθαρα και στα δικά του μάτια… εκείνος, παρά την προδοσία της φυγής της, ακόμη την ήθελε.

Μετά από εκείνη την νύχτα, άρχισαν να συναντιούνται ξανά. Στην αρχή σπάνια, μετά όλο και πιο συχνά. Έπιναν καφέδες, έκαναν μεγάλες βόλτες στην πόλη και κατέληγαν σε συζητήσεις που οδηγούσαν σε μισές, δειλές εξομολογήσεις. Αλλά η Μαρία κρατούσε πάντα μια αόρατη απόσταση ασφαλείας. Κάθε φορά που ο Κώστας έκανε την κίνηση να την πλησιάσει πραγματικά και να σπάσει τον πάγο, εκείνη μαζευόταν και κλεινόταν πάλι στο καβούκι της.
Μέχρι που ένα βράδυ, εκείνος κουράστηκε οριστικά από αυτό το παιχνίδι.
– Δεν μπορώ να ζω έτσι μαζί σου, της είπε κοιτάζοντάς την στα μάτια με την φωνή του γεμάτη κούραση.
Η Μαρία πάγωσε.

– Τι εννοείς; Πώς ζούμε;
– Σαν να με θέλεις μόνο μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο, απάντησε εκείνος κοφτά. Σαν να υπάρχει ένα όριο που δεν μου επιτρέπεις να περάσω.
Η ανάσα της κόπηκε.
– Δεν ισχύει αυτό. Απλά χρειάζομαι χρόνο.
Ο Κώστας την κοίταξε με απέραντη απογοήτευση.
– Τρία χρόνια πέρασαν. Πόσο χρόνο θέλεις ακόμα; Γιατί κάθε φορά που νιώθω ότι σε αγγίζω λίγο παραπάνω, έχω την αίσθηση ότι αν ανοιγοκλείσω τα μάτια μου, θα έχεις εξαφανιστεί πάλι στο σκοτάδι;
Η Μαρία δεν είχε απάντηση να του δώσει κι αυτή ακριβώς η σιωπή της ήταν η πιο ξεκάθαρη απάντηση.

Δυο μήνες αργότερα, η πραγματικότητα την χτύπησε αλύπητα. Επισκέφτηκε την Έλενα και καθώς τακτοποιούσε κάποια πράγματα στο σαλόνι, εκείνη ανέφερε αφηρημένα:
– Γνώρισα την νέα κοπέλα του Κώστα προχτές σε μια παρέα. Μου φάνηκε πολύ γλυκιά, πολύ ήρεμη κοπέλα.
Η Μαρία ένιωσε τον κόσμο γύρω της να θολώνει.
– Ποια;

Η Έλενα γύρισε, την κοίταξε και κατάλαβε αμέσως το λάθος της από την χλωμάδα στο πρόσωπό της.
– Η κοπέλα του Κώστα, Μαρία. Συγνώμη, νόμιζα ότι το ήξερες.
Η Μαρία προσπάθησε να καταπιεί τον κόμπο στον λαιμό της και ψέλλισε με ένα ψεύτικο χαμόγελο:
– Α ωραία… Χαίρομαι για εκείνον.
Η φωνή της ακουγόταν εντελώς ξένη.

Γύρισε στο σπίτι της σαν ρομπότ και μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω της κατέρρευσε ολοκληρωτικά. Έπεσε στο πάτωμα της κουζίνας και άρχισε να κλαίει τόσο βίαια που δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Μόλις είχε καταλάβει την πλήρη αλήθεια: δεν είχε χάσει απλώς έναν πρώην σύντροφο, είχε χάσει τον μοναδικό άντρα που είχε την ικανότητα να την κάνει να νιώθει απόλυτα ασφαλής χωρίς ποτέ να την μικραίνει ή να την καταπιέζει.
– Είσαι ηλίθια… ψιθύριζε γεμάτη απόγνωση μέσα στα δάκρυά της, χτυπώντας ελαφρά το κεφάλι της στον τοίχο. Ηλίθια… εσύ φταις για όλα.

Εκείνη την νύχτα δεν κοιμήθηκε κανείς από τους δυο. Η Έλενα τρομαγμένη από την κατάσταση στην οποία είχε δει την Μαρία, πήρε τηλέφωνο τον Κώστα.
– Πρέπει να σου πω κάτι, του είπε χαμηλόφωνα, με ενοχή στην φωνή της. Μου ξέφυγε και της είπα για την σχέση σου. Κατέρρευσε μπροστά μου. Έκλαιγε σαν να είχε πεθάνει κάποιος δικός της άνθρωπος.
Ακούγοντάς το αυτό, ο Κώστας έκλεισε τα μάτια του στο σκοτάδι. Όλος ο επίπονος κόπος που είχε καταβάλει τρία ολόκληρα χρόνια για να τη βγάλει από το μυαλό του και να προχωρήσει, γκρεμίστηκε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

Χώρισε από την σχέση του δυο εβδομάδες αργότερα, ήσυχα και χωρίς δράματα, γιατί συνειδητοποίησε πως ήταν άδικο να κρατά κάποια δίπλα του την στιγμή που η καρδιά και η ψυχή του ανήκαν σε άλλη. Το ίδιο βράδυ βγήκε και ήπιε πολύ. Η φιγούρα της Μαρίας τον στοίχειωνε παντού, στο μυαλό, στο σώμα, στις αναμνήσεις που αρνούνταν να σβήσουν. Λίγο μετά τις τρεις το πρωί, το κινητό της Μαρίας φωτίστηκε στο κομοδίνο.
– Σε μισώ γιατί… αν χτυπούσες τώρα την πόρτα μου, θα σε άφηνα να με διαλύσεις άλλη μια φορά.
Πριν προλάβει να συνέλθει από το σοκ και να ανασάνει, η οθόνη άναψε ξανά με ένα δεύτερο μήνυμα.
– Αλλά γαμwto… ακόμα σ’ αγαπάω τόσο πολύ που πονάει.
Η Μαρία πάτησε αμέσως το κουμπί της κλήσης.
– Έλα Κώστα σε παρακαλώ απάντησε! ψιθύριζε καθώς το τηλέφωνο χτυπούσε. Αλλά η γραμμή έπεσε. «ο συνδρομητής που καλείτε είναι εκτός δικτύου»

Προσπάθησε ξανά και ξανά εκείνη την νύχτα, το επόμενο πρωί και τις επόμενες μέρες. Για πέντε ολόκληρες μέρες ο Κώστας ήταν άφαντος και το τηλέφωνο του σταθερά απενεργοποιημένο. Κανείς από την παρέα δεν μπορούσε να τον βρει. Η Μαρία διαλυόταν από την αγωνία, κάνοντας τα χειρότερα σενάρια τρόμου στο μυαλό της, μέχρι που η Έλενα την έπιασε από τους ώμους και την ταρακούνησε.
– Σταμάτα επιτέλους! της φώναξε εκνευρισμένη. Αντί να κάθεσαι εδώ και να κλαις πάνω από ένα κλειστό τηλέφωνο, σήκω, μπες στο αυτοκίνητο και πήγαινε να τον βρεις στο σπίτι του! Κάνε κάτι για μια φορά στην ζωή σου!

Την έκτη μέρα στεκόταν έξω από την πόρτα του, με τα χέρια της να τρέμουν ανεξέλεγκτα. Χτύπησε το κουδούνι και μετά από λίγο η πόρτα άνοιξε. Ήταν ο Γιώργος ο κολλητός του. Μόλις την είδε, άλλαξε η έκφρασή του, γύρισε προς το εσωτερικό του σπιτιού, φωνάζοντας δυνατά.
– Ξύπνα ηλίθie! Ντύσου και βγες έξω. Ήρθε η Μαρία. Ο Γιώργος της έκανε νόημα να περάσει και έφυγε χωρίς να πει κάτι άλλο, κλείνοντας την εξωτερική πόρτα.

Μετά από λίγα δευτερόλεπτα απόλυτης σιωπής, ακούστηκαν βαριά βήματα και ο Κώστας εμφανίστηκε στο διάδρομο. Ήταν αξύριστος, εμφανώς ταλαιπωρημένος, με μάτια κόκκινα από την αυπνία και την εξάντληση. Μόλις την αντίκρυσε, πάγωσε στην θέση του.

Η Μαρία ένιωσε τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα.
– Είσαι καλά;
Ο Κώστας γέλασε άτονα, ένας ήχος ξερός και γεμάτος ειρωνεία.
– Τώρα που σε βλέπω μπροστά μου; Δεν ξέρω Μαρία. Πραγματικά δεν ξέρω.
– Με τρόμαξες πολύ αυτές τις μέρες…
– Εγώ σε τρόμαξα; ρώτησε ο Κώστας, κάνοντας δυο βήματα προς το μέρος της. Το βλέμμα του ήταν σκοτεινό, πονεμένο, άδειο. Εσύ έφυγες πρώτη. Εσύ εξαφανίστηκες από προσώπου γης χωρίς να σε νοιάζει αν θα ζήσω ή αν θα πεθάνω.
– Το ξέρω… το ξέρω και μου έρχεται να πεθάνω για τον τρόπο που σου φέρθηκα.

– Όχι, δεν το ξέρεις! την διέκοψε απότομα και η ένταση στην φωνή του την έκανε να ανατριχιάσει. Πλησίασε ακόμη πιο κοντά, τόσο που ένιωθε την ανάσα του. Δεν έχεις την παραμικρή ιδέα για το τι μου έκανες όλο αυτό τον καιρό. Κάθε φορά που πάσχιζα να σε βγάλω από το μυαλό μου και να πω «εντάξει προχώρα» εσύ εμφανιζόσουν ξανά σαν φάντασμα. Κι όταν έκανα να απλώσω το χέρι μου για να σε πλησιάσω, έφευγες και πάλι. Πόσο νομίζεις ότι θα άντεχα;
– Φοβόμουν Κώστα! Φοβόμουν τόσο πολύ γι’ αυτό που ένιωθα για σένα.
Τότε ο Κώστας χαμογέλασε με απέραντη πικρία και της είπε.
– Κι εγώ φοβόμουν Μαρία. Φοβόμουν ότι θα με ισοπεδώσεις, φοβόμουν το πόσο σε είχα ανάγκη… Αλλά εγώ έμεινα εδώ, δεν έτρεξα να κρυφτώ σε άλλη πόλη.

Αυτή η παραδοχή έσπασε και το τελευταίο της οχυρό. Η Μαρία εκμηδένισε την απόσταση που τους χώριζε, έπεσε πάνω του και τον φίλησε απότομα, απελπισμένα, με όλη την δύναμη της ψυχής της. Ο Κώστας έμεινε ακίνητος μόνο για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, πριν ανταποκριθεί με άγρια, ανίκητη λαχτάρα, τραβώντας την πάνω του με δύναμη. Την έσπρωξε απαλά στον τοίχο του διαδρόμου, συνεχίζοντας να την φιλάει με μια βαθιά ανάγκη, σαν να προσπαθούσε να βεβαιωθεί ότι είναι αληθινή.

Η Μαρία έκλαιγε μέσα στα χείλη του, με τα χέρια της γαντζωμένα στα μαλλιά και στους ώμους του.
– Μην φύγεις πάλι… ψιθύρισε ο Κώστας, κολλώντας το στόμα του στον λαιμό της, ανασαίνοντας βαριά. Σε παρακαλώ… δεν θα το αντέξω δεύτερη φορά.
– Δεν θέλω να φύγω… Δεν μπορώ να φύγω πια από κοντά σου, του υποσχέθηκε, κρατώντας το πρόσωπό του στις παλάμες της, κοιτάζοντάς τον στα υγρά του μάτια. Κανείς και ποτέ δεν με αγάπησε με τον δικό σου τρόπο. Κανείς δεν με έκανε να νιώσω έτσι. Και τρόμαξα τόσο πολύ από το μέγεθος αυτού του συναισθήματος, που προτίμησα να τα καταστρέψω όλα μόνη μου πριν προλάβει να τα καταστρέψει η ζωή.

Ο Κώστας έκλεισε τα μάτια του, ακουμπώντας το μέτωπό του στο δικό της, νιώθοντας την καρδιά της να χτυπά άρρυθμα και γρήγορα πάνω στο στήθος του.
– Σ’ αγαπάω τόσο πολύ που σε μισώ γι’ αυτό κάποιες φορές… ψιθύρισε βραχνά.
– Κι εγώ Κώστα… κι εγώ…

Εκείνη την ώρα, στο σκοτάδι του διαδρόμου, η Μαρία κατάλαβε επιτέλους αυτό που έψαχνε μάταια μακριά του. Η αληθινή αγάπη δεν ήταν η φυλακή που έτρεμε, αλλά ο μοναδικός τόπος στον κόσμο που η ψυχή της μπορούσε επιτέλους να σταματήσει να τρέχει και να νιώσει ελεύθερη.

Νατάσα Ξαγοράρη

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading