Ο ήχος της πόρτας που άνοιγε, την έκανε ν’ ανατριχιάσει. Στάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα κάτω απ’ το κάσωμα, κοιτώντας το εσωτερικό του σπιτιού. Το μικρό σαλονάκι με τους παλιακούς μπεζ καναπέδες, το ανοιχτόχρωμο τραπεζάκι στη μέση και την τηλεόραση απέναντι, πάνω σ’ ένα αυτοσχέδιο έπιπλο. Μέσα απ’ την κλειστή κουρτίνα, το φως του ήλιου έδειχνε τα χρώματα πιο ήπια, πιο ζεστά. Δάγκωσε το κάτω χείλος της κι έκλεισε την πόρτα πίσω της.
Κάθισε στον τριθέσιο καναπέ και κοίταξε γύρω της. Στο τραπέζι μπροστά της ένας μισοτελειωμένος καφές σ’ ένα λευκό φλιτζάνι και δίπλα ένα ποτήρι με ελάχιστο νερό. Το τηλεκοντρόλ πεταμένο στο πάτωμα στα δεξιά της και στ’ αριστερά της, στο τελείωμα του καναπέ, ένα γκρι φλις κουβερτάκι.
Έσκυψε και ξεκούμπωσε τα λουράκια απ’ τις γόβες της, τοποθετώντας τες προσεχτικά δίπλα της. Ακουμπώντας πάνω στο παγωμένο μωσαϊκό τις γυμνές πατούσες της αναστέναξε ανακουφισμένη. Κοίταξε το αγυάλιστο σε σημεία πολύχρωμο μωσαϊκό. Πόσες φορές είχε τρέξει εκεί πάνω; Καλοκαίρι, με γυμνά πόδια και τον ήχο να αντηχεί στο μικρό χώρο… Εκεί στη γωνία, δίπλα στη μπαλκονόπορτα είχε γλιστρήσει και χτύπησε το κεφάλι της. Αγκαλιά την έτρεξε ο πατέρας της στο νοσοκομείο. Ευτυχώς βρισκόταν μόλις δύο στενά παρακάτω, γιατί χωρίς αυτοκίνητο, θα έπρεπε να περιμένουν ασθενοφόρο και η ποσότητα του αίματος έδειχνε πως δεν είχαν την πολυτέλεια του χρόνου. Εκείνος να τρέχει μπροστά με την ίδια στην αγκαλιά του να κλαίει γοερά. Φορούσε μια μπεζ βερμούδα, ένα λευκό φανελάκι και μπλε πλαστικές παντόφλες, σαν τώρα το θυμόταν. Κι από πίσω ένα άλλο πιτσιρίκι να προσπαθεί ν’ ακολουθήσει κλαίγοντας και φωνάζοντας “κατά λάθος!”. Δεν ήταν κατά λάθος. Επίτηδες είχε ρίξει η αδερφή της νερό στο πάτωμα, ήταν σίγουρη. Για να το πατήσει η Στέλλα και να πέσει. Ίσως δεν υπολόγιζε να χτυπήσει τόσο, αλλά σίγουρα δεν ήταν κατά λάθος…
Σηκώθηκε όρθια και πήρε το ποτήρι και το φλιτζάνι του καφέ στα χέρια της. Το κατακάθι είχε ξεραθεί και λευκά σημάδια στο πάνω μέρος, έδειχναν πως η μούχλα είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της στο από μέρες παρατημένο απομεινάρι του καφέ. Έσυρε τα βήματά της στην κουζίνα. Έπλυνε σχολαστικά το ποτήρι και το φλιτζανάκι κι αφού τα σκούπισε, τα τοποθέτησε ανάποδα στο ντουλάπι πάνω από τον πάγκο. Ακουμπώντας τα χέρια της στο χείλος του πάγκου σήκωσε το βλέμμα της στο μικρό παραθυράκι μπροστά της και κοίταξε έξω. Το μικρό πάρκο που βρισκόταν ακριβώς απέναντι ήταν άδειο. Ποιο παιδί να βγει να παίξει μεσημεριάτικα με σαράντα βαθμούς υπό σκιά;
Ακριβώς δίπλα στην κουζίνα βρισκόταν το υπνοδωμάτιο του πατέρα της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κατέβασε αργά το χερούλι. Το κρεβάτι ήταν στρωμένο κι η ντουλάπα απέναντι απ’ την πόρτα έχασκε μισάνοιχτη. Στο κομοδίνο μια φωτογραφία της από τότε που ήταν μωρό κι ακριβώς δίπλα μια άλλη, με την αδερφή της στην αποφοίτηση απ’ το νηπιαγωγείο. Οι δείκτες του πράσινου παλιού ρολογιού δίπλα στις φωτογραφίες γύριζαν κανονικά. Τα δευτερόλεπτα, τα λεπτά, οι ώρες προχωρούσαν όπως πάντα. Θαρρείς και τίποτα δεν είχε αλλάξει…
Σήκωσε το βλέμμα απότομα στο ταβάνι, μα ένα δάκρυ πρόλαβε να κυλήσει στο δεξί της μάγουλο. Το σκούπισε βιαστικά και με δυο βήματα στάθηκε μπροστά απ’ την ντουλάπα. Γονάτισε και άνοιξε το τελευταίο συρτάρι. Μια μπλε πλαστική σακούλα μόνο στη γωνία του. Την πήρε στα χέρια της απαλά και σηκώθηκε. Τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν ασταμάτητα απ’ τα μάτια της, μουτζουρώνοντας βίαια το αψεγάδιαστα βαμμένο πρόσωπό της. Σχεδόν έτρεξε προς την πόρτα του δωματίου κι όταν ακούμπησε τα δάχτυλά της στο διακόπτη για να κλείσει το φως, ήχος από κλειδιά την έκανε να μείνει ακίνητη εκεί.
Η Έλσα ακούμπησε τα κλειδιά της στο έπιπλο της εισόδου κι έβγαλε τα παπούτσια της, αφήνοντάς τα δίπλα στην πόρτα. Το δροσερό μωσαϊκό στα γυμνά πέλματά της, την έκαναν ν’ αναστενάξει με ανακούφιση. Έβγαλε με νευρικές κινήσεις ένα μαύρο λαστιχάκι που είχε στο αριστερό της χέρι και σήκωσε τα μαλλιά της ψηλά σ’ έναν πρόχειρο κότσο. Έκανε να πάει προς την κουζίνα και δύο βήματα μετά πάγωσε στη θέση της, στη θέα της Στέλλας, που βρισκόταν ακόμη ακίνητη μπροστά στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας.
– Τι κάνεις εσύ εδώ; η φωνή της Έλσας ακούστηκε δυνατή και σταθερή
Η Στέλλα πάγωσε στο ίδιο σημείο για μερικά δευτερόλεπτα. Με το αριστερό της χέρι σκούπισε βιαστικά τα δάκρυα που έτρεχαν ακόμη απ’ τα μάτια της κι έκανε να προχωρήσει προς την πόρτα, προσπερνώντας την Έλσα.
– Σε ρώτησα κάτι! η Έλσα γύρισε προς το μέρος της
Η Στέλλα σταμάτησε και με την πλάτη ακόμη γυρισμένη στην Έλσα, είπε “Έφευγα”. Η φωνή της ακούστηκε σαν ψίθυρος.
– Τι κρατάς εκεί; Τι πήρες; η Έλσα έκανε δυο βήματα και στάθηκε μπροστά της, δείχνοντάς της την μπλε σακούλα που κρατούσε στο δεξί της χέρι
– Δεν σε αφορά, Έλσα! έκανε να φύγει
– Δεν με αφορά; Μπήκες στο σπίτι του πατέρα μου μετά από…
– Ήταν και δικός μου πατέρας! σχεδόν ούρλιαξε η Στέλλα
– Τώρα το θυμήθηκες; Τόσα χρόνια πού ήσουν; Ένα τηλέφωνο Πάσχα και Χριστούγεννα τον έπαιρνες κι αυτό με το ζόρι, ίσα να βγεις απ’ την υποχρέωση! η φωνή της Έλσας έτρεμε
– Φύγε από μπροστά μου! έκανε να την απωθήσει η Στέλλα
– Πρώτα θα μου πεις τι έκλεψες! Δυο ώρες έχει που τον θάψαμε! Δεν μπορούσες να περιμένεις ούτε μέρα; έκανε να της αρπάξει τη σακούλα που κρατούσε
Η Στέλλα πισωπάτησε κι έκρυψε τη σακούλα πίσω απ’ την πλάτη της.
– Τι έκλεψες;;; ούρλιαξε η Έλσα
Η Στέλλα ακούμπησε την πλάτη της στον λευκό τοίχο κι έκλεισε τα μάτια. Δυο δευτερόλεπτα μετά έτεινε τη σακούλα προς την αδερφή της. Η Έλσα την πήρε στα χέρια και την άνοιξε βιαστικά.
– Τη μπιζουτιέρα της μαμάς; η φωνή της έκρυβε έκπληξη κι απογοήτευση. Τόσο πολύ ξέπεσες, πριγκιπέσσα των Βορείων Προαστίων; την κοίταξε βαθιά στα μάτια
– Δεν την έκλεψα… ψιθύρισε η Στέλλα, έχοντας τα μάτια της ακόμη κλειστά
Η Έλσα έμεινε να κοιτάζει μια τη γαλάζια μπιζουτιέρα και μια την αδερφή της που έμοιαζε πια παραδομένη. Μαύρες γραμμές πάνω στο λευκό της πρόσωπο, πρόδιδαν πως η μάσκαρα που φορούσε, είχε δραπετεύσει απ’ τη θέση της μαζί με δάκρυα. Κατάμαυρες τούφες είχαν ξεφύγει απ’ τον αυστηρό κότσο που είχε λίγες ώρες πριν και τα γυμνά της πόδια έδειχναν παράταιρα με το καλοσιδερωμένο και μάλλον πανάκριβο ταγιέρ που φορούσε. Η Στέλλα, η πάντα προσεγμένη, η αιώνια κοκέτα, βρισκόταν διαλυμένη σχεδόν μπροστά στα μάτια της. Κι όμως, λίγες ώρες πριν, που στεκόταν δίπλα της μπροστά στο μνήμα του πατέρα τους, έμοιαζε σαν να μην είχε αλλάξει καθόλου στα επτά χρόνια που είχε να τη δει.
Η Έλσα ακούμπησε την πλάτη της στον απέναντι τοίχο κι άφησε το σώμα της να γλιστρήσει στο πάτωμα. Η Στέλλα άνοιξε τα μάτια και κοίταξε την αδερφή της, που κρατούσε το βλέμμα κολλημένο στο πολύχρωμο μωσαϊκό. Οι λευκές ρίζες ήταν εμφανείς όπως τα μαλλιά της ήταν δεμένα σε κότσο. Ήταν σχεδόν αποστεωμένη και το πρόσωπό της έμοιαζε να είχε σκαφτεί από βαθιές ρυτίδες. Κι όχι, δεν ήταν όσο μεγάλη ώστε να μπορούσε να τις αποδώσει στον χρόνο που πέρασε. Μέσα στα επτά χρόνια που είχε να την δει, η Έλσα έμοιαζε να είχε γεράσει δεκαετίες ολόκληρες.
– Δεν την έκλεψα! είπε δυνατά τώρα η Στέλλα, κρατώντας το βλέμμα κολλημένο στο αδύναμο κουβάρι που βρισκόταν μπροστά της
Η Έλσα σήκωσε το βλέμμα και την κοίταξε.
– Ο μπαμπάς μου είπε να έρθω να την πάρω. συνέχισε, σμίγοντας τα χείλη της
Η Έλσα σηκώθηκε όρθια και προχώρησε με αργά βήματα προς το σαλόνι, αφήνοντας τη μπλε σακούλα να κείτεται στο πάτωμα του χολ. Η Στέλλα την ακολούθησε αμίλητη. Κάθισαν η μία απέναντι απ’ την άλλη στους καναπέδες.
– Ήξερα ότι… σταμάτησε για λίγα δευτερόλεπτα η Έλσα. Ήξερα ότι είσαι αδίστακτη, αλλά να πάρεις τα κοσμήματα της μαμάς, δυο ώρες μετά την κηδεία του μπαμπά… Όχι, αυτό δεν το περίμενα ούτε καν από σένα!
Η Στέλλα την κοίταξε σχεδόν σοκαρισμένη. Χωρίς να πει λέξη και με χέρια που έτρεμαν, άνοιξε την τσάντα της που βρισκόταν στον καναπέ δίπλα της κι έβγαλε από μέσα έναν λευκό φάκελο. Τον κοίταξε και μετά τον πέταξε εκνευρισμένη προς το μέρος της αδερφής της.
Ο φάκελος προσγειώθηκε στα πόδια της Έλσας. Έσκυψε, τον πήρε και τον άνοιξε. Γούρλωσε τα μάτια της στη θέα του γραφικού χαρακτήρα του πατέρα τους κι άρχισε να διαβάζει…
“Στέλλα μου…
Θα ήθελα να είχες έρθει να με δεις. Να προλάβω να σ’ αποχαιρετήσω. Δεν πειράζει που δεν τα κατάφερες, κορίτσι μου. Ελπίζω να μπορέσεις να έρθεις να μου πεις το τελευταίο αντίο, ακόμη κι αν εγώ τότε δεν θα καταλαβαίνω.
Στη ντουλάπα της κρεβατοκάμαρας, στο τελευταίο συρτάρι, σε μια μπλε σακούλα βρίσκεται η μπιζουτιέρα της μαμάς. Δεν είναι αξίας τα λίγα κοσμήματα που υπάρχουν εκεί, αλλά για μένα ήταν ό,τι μου άφησε φεύγοντας. Ξέρω πως θα ήθελε να τα έχεις.
Θέλω να πας και να τα πάρεις αμέσως μετά την κηδεία μου, πριν η Έλσα μπει στο σπίτι και μαλώσετε πάλι. Λυπάμαι που δεν καταφέρατε ποτέ να τα βρείτε οι δυο σας… Έκανα ό,τι μπορούσα μετά το θάνατο της μάνας σας, να σας μεγαλώσω καλά κι αγαπημένες. Φαίνεται πως δεν τα κατάφερα… Λυπάμαι, κόρη μου.
Σ’ αγαπώ πάντα,
ο μπαμπάς σου”
Η Έλσα σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε έντονα την αδερφή της. Το κάτω χείλος της έτρεμε εμφανώς, μα τα μάτια της παρέμεναν στεγνά. Απέναντί της η Στέλλα έκλαιγε γοερά, κρύβοντας το πρόσωπό της μέσα στα χέρια της. Η Έλσα τράβηξε έναν λευκό φάκελο που βρισκόταν δίπλα στην τηλεόραση και τον έτεινε στην Έλσα. Εκείνη τον άνοιξε χωρίς καν να την κοιτάξει κι άρχισε να διαβάζει…
“Έλσα μου…
Ήσουν ο φύλακας άγγελός μου όλα αυτά τα χρόνια. Αν δεν ήσουν εσύ, θα είχα φύγει προ πολλού να πάω να συναντήσω τη μάνα σας. Ξέρω πως μ’ αγαπάς και πως με πονάς και πως πολλές φορές ένιωθες αδικημένη που μέσα στους πόνους μου ήταν φορές που φώναζα το όνομα της αδερφής σου. Συγχώρα με κόρη μου… είσαι μάνα και ξέρω πως κάποια στιγμή θα καταλάβεις πως όποιο δάχτυλο κι αν κόψεις, πονάει το ίδιο.
Να έχεις την ευχή μου παιδί μου… Λυπάμαι που σε ταλαιπώρησα τόσο… μακάρι να είχα επιλογή…
Στην ντουλάπα της κρεβατοκάμαρας, στο τελευταίο συρτάρι, σε μια μπλε σακούλα βρίσκεται η μπιζουτιέρα της μαμάς. Δεν είναι αξίας τα λίγα κοσμήματα που υπάρχουν εκεί, αλλά για μένα ήταν ό,τι μου άφησε φεύγοντας. Ξέρω πως θα ήθελε να τα έχεις.
Θέλω να πας και να τα πάρεις αμέσως μετά την κηδεία μου, πριν η Στέλλα μπει στο σπίτι και μαλώσετε πάλι. Λυπάμαι που δεν καταφέρατε ποτέ να τα βρείτε οι δυο σας… Έκανα ό,τι μπορούσα μετά το θάνατο της μάνας σας, να σας μεγαλώσω καλά κι αγαπημένες. Φαίνεται πως δεν τα κατάφερα… Λυπάμαι, κόρη μου.
Σ’ αγαπώ πάντα,
ο μπαμπάς σου”
Η Στέλλα σήκωσε το βλέμμα απ’ το χαρτί και κοίταξε την αδερφή της. Τα βλέμματά τους παρέμειναν κολλημένα το ένα στο άλλο και παρότι είχε τόσα χρόνια να συμβεί αυτό, καμία δεν απομάκρυνε το δικό της.
– Μπερδευόταν τελευταία; ψιθύρισε σχεδόν η Στέλλα
– Όχι! Πονούσε, δυσκολευόταν να κουνηθεί αλλά το μυαλό του… όχι…
Η Έλσα σηκώθηκε και πήγε στο χολ, σήκωσε τη μπλε σακούλα απ’ το πάτωμα κι επέστρεψε στο σαλόνι. Κάθισε δίπλα στην αδερφή της κι άνοιξε τη σακούλα. Χάιδεψε το γαλάζιο βελούδο με τα ακροδάχτυλά της και την άνοιξε. Στο πάνω μέρος υπήρχε ένας λευκός φάκελος. Κοίταξε απορημένη την Στέλλα και τον άνοιξε.
“Παιδιά μου…
Έκανα ό,τι μπορούσα για να σώσω τη γυναίκα μου, τη μητέρα σας. Πούλησα τα πάντα, ακόμη και τα κοσμήματά της, μα φαίνεται πως ο Θεός την ήθελε κοντά του. Κι έτσι μείναμε οι τρεις μας… Εγώ, ο ανίκανος, που δεν ήξερα να βράσω ούτε αυγό, μ’ ένα κοριτσάκι έξι χρονών, την Έλσα μου κι ένα άλλο κοριτσάκι μόλις τρία, τη Στέλλα μου.
Ήταν δύσκολα, μα τώρα πια τίποτα απ’ αυτά δεν έχει σημασία. Σημασία έχει πως τα καταφέραμε. Σημασία έχει πως μεγαλώσατε και πήρατε η καθεμιά το δρόμο της κι εγώ έμεινα γερός για χρόνια να σας καμαρώνω και να σας αγαπώ.
Γράμματα πολλά δεν έμαθα, μα ξέρω τούτο… το αίμα νερό δεν γίνεται κι αν γίνεται δεν πίνεται… Εύχομαι να κατάφερα έστω και τώρα να σας έφερα δίπλα δίπλα και για χάρη μου… σας παρακαλώ, παιδιά μου… δώστε μια ευκαιρία η μία στην άλλη.
Κι αν δεν κατάφερα τίποτα να σας αφήσω με το θάνατό μου, σας αφήνω από ένα δαχτυλίδι της μάνας σας, αυτά τα δυο μπόρεσα να κρατήσω μέσα στα χρόνια. Και σας αφήνω και την αγάπη μου. Και μια ευχή… να προσπαθήσετε να βρείτε μέσα σας όσα σας ενώνουν και να αφήσετε στην άκρη όσα σας χώρισαν.
Θα με μαλώσει η μάνα σας τώρα που πάω να τη βρω, το ξέρω, που δεν το μπόρεσα να σας κρατήσω μια γροθιά. Μα έστω και τώρα… την τελευταία στιγμή, γίνετε αυτό που θα έπρεπε να είστε.
Σας αγαπώ πάντα,
ο μπαμπάς σας”
Κοίταξαν ταυτόχρονα το εσωτερικό της μπιζουτιέρας. Δυο χρυσά, λεπτά δαχτυλίδια, τοποθετημένα προσεχτικά στο γαλάζιο βελούδο της.
Η σιωπή στο μικρό σαλόνι ηχούσε εκκωφαντικά στ’ αυτιά τους.
Η Έλσα πήρε με προσεχτικές κινήσεις στο χέρι της τα δαχτυλίδια και τα ακούμπησε ευλαβικά στην παλάμη της.
“Ποιο θέλεις;”, ρώτησε με σβησμένη φωνή.
“Διάλεξε εσύ πρώτη…”, ψιθύρισε η Στέλλα κι ακούμπησε απαλά την παλάμη της, πάνω σ’ αυτή της αδερφής της…
Κική Γιοβανοπούλου
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
