Καλημέρα, γλυκέ μου

Καλημέρα, γλυκέ μου. Τι όμορφη ημέρα ξημέρωσε ο Θεός και σήμερα! Μπήκε για τα καλά η άνοιξη. Λιάζει ο τόπος, μοσχοβολάει η πλάση. Μυρίζει μια παλιά νοσταλγία και μια ελπίδα νέα. Τα σύννεφα όμως ακόμα με κυκλώνουν. Περιμένω και εγώ την σειρά μου.

Η κόρη μας ακόμα δεν μου μιλά. Έφυγε από το σπίτι και έκοψε κάθε επαφή. Μου το ξεκαθάρισε, δεν θέλει να με ξαναδεί. Μάζεψε τα πράγματά της και βρόντηξε πίσω της την πόρτα. Ούτε να κάτσει να με ακούσει δεν ήθελε. Τόσο πολύ θύμωσε μαζί μου. Και από τότε δεν έχω νέα της. Δεν ξέρω τι να κάνω για να με συγχωρέσει. Εσύ τι λες;

Πώς κατάφερες εσύ να με συγχωρέσεις; Ήξερες ότι δεν είναι κόρη σου. Όχι από την αρχή. Το κατάλαβες όμως κάποια στιγμή. Δεν ξέρω πότε ακριβώς, αλλά είδα τα σημάδια. Άρχισες να μαζεύεσαι σαν να είχες μια πληγή που ήθελες να προστατέψεις. Άρχισες να μένεις σιωπηλός σαν να φοβόσουν πως αν μιλήσεις θα καταρρεύσουν όλα γύρω σου. Κάποιες στιγμές απέφευγες το άγγιγμά μου σαν να σε πονούσε. Άλλες φορές δεν μπορούσες να σηκώσεις τα μάτια σου πάνω μου σαν να ντρεπόσουν για εμένα. Έτσι νόμιζα και απλά περίμενα την στιγμή της αποκάλυψης. Δεν ήρθε όμως ποτέ. Σαν να κατάπιες όλον τον πόνο με μια γουλιά γλυκό κρασί που έπινες τα απογεύματα στην βεράντα. Και όλα έγιναν πάλι φυσιολογικά.

Πότε συμφωνήσαμε ότι είμαστε εντάξει μεταξύ μας; Ούτε που κατάλαβα. Ίσως το μυστικό να ήταν κρυμμένο σε ένα βλέμμα ή ένα χάδι. Ίσως μέσα σε μια αγκαλιά να έγινε η συμφωνία σιωπηλά. Ίσως οι καρδιές μας να το κανόνισαν μόνες τους. Το μόνο που κατάλαβα ήταν πως ένα πρωί ήταν όλα όπως πριν. Σηκώθηκες πρώτος, έφτιαξες καφέ και βρήκα την κούπα μου να με περιμένει αχνιστή πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Δεν είπα τίποτα από φόβο μην είναι όνειρο και ξυπνήσω απότομα. Θυμάμαι την έπιασα στα χέρια μου και ένιωσα τα δάχτυλά μου να καίνε αλλά δεν μπορούσα να την αφήσω, δεν μπορούσα να κουνήσω. Ήθελα να ζήσω εκείνη τη στιγμή σαν να ήταν η τελευταία.

«Καλημέρα, αγάπη μου», με καλημέρισες με το όμορφο χαμόγελό σου.

«Καλημέρα, γλυκέ μου», απάντησα και εγώ όπως κάθε φορά.

Έσκυψες και μου έδωσες ένα πεταχτό φιλί στα χείλη. Ύστερα με ενημέρωσες για τις δουλειές σου, πόσο θα λείψεις, πού θα πας, αν θα ήθελα να μου φέρεις κάτι επιστρέφοντας. Όπως κάναμε πάντα. Και θυμάμαι σου είπα ότι δεν ήθελα τίποτα μόνο να γυρίσεις καλά στο σπίτι μας. Με ρώτησες αν χρειάζεται κάτι η μικρή και σου απάντησα εσένα μόνο θέλει το παιδί.

Ποτέ δεν ρώτησες και ποτέ δεν έμαθες για τον βιολογικό της πατέρα. Τι να σου έλεγα άλλωστε; Αυτήν την αλήθεια προσπαθούσα να την θάψω όσο πιο βαθιά μέσα μου μπορούσα. Ούτε το όνομά του δεν θυμάμαι πια. Ξέγραψες ολόκληρη την ύπαρξή του. Πώς το κατάφερες αυτό; Τα έκανες όλα πολύ. Φρόντισες την Έλενα τόσο πολύ, την αγάπησες τόσο βαθιά που τον εξαφάνισες. Έκανες κάτι που δεν θα μπορούσε να κάνει κανείς άλλος. Την έκανες αίμα δικό σου.

Πώς το έμαθε η Έλενα; Μη με ρωτήσεις, ούτε αυτό το ξέρω. Ήρθε μια μέρα και μου δήλωσε ότι τα ξέρει όλα. Δεν μπορούσα να το αρνηθώ. Δεν μπόρεσα να την κοιτάξω στα μάτια και να της πω ψέματα. Ήταν ανώφελο. Έσκυψα το κεφάλι και τα παραδέχτηκα όλα. Πως όταν σε γνώρισα ήμουν ήδη έγκυος από αυτόν. Πως δεν σου είπα ποτέ την αλήθεια. Και θύμωσε. Θύμωσε πολύ το παιδί. Μου είπε πως μια ζωή σε κορόιδευα. Πως σε εξαπάτησα. Με πόνεσε αυτή η κουβέντα. Προσπάθησα να αμυνθώ μα με ξεγύμνωσε η αλήθεια. Σε υπερασπίστηκε και με καταδίκασε. Η τιμωρία μου ήταν βαριά. Να μάθω να ζω χωρίς το παιδί μου.

Ονειρεύομαι μια μέρα που δεν θα πονάω πια. Μα ο χρόνος δεν γυρνάει πίσω. Πέρασαν τα χρόνια που η αγκαλιά μου ήταν γεμάτη από τα χάδια σας. Τότε που το σπίτι μας έσφυζε από ζωή και τα γέλια σας γέμιζαν το κενό στην καρδιά μου. Τα φιλιά σας ήταν τα στολίδια στο πρόσωπό μου. Τα χαμόγελά σας το μεγαλύτερο δώρο του Θεού. Το παιδί μου ήταν ευτυχισμένο και αυτό το οφείλω σε εσένα, γλυκέ μου.

«Το είχες πει στον μπαμπά;», με ρώτησε.

«Όχι», απάντησα με το κεφάλι σκυφτό.

Πώς να της εξηγήσω ότι ήξερες χωρίς να στο πω; Πώς να της πω ότι ίσως με ένα μόνο βλέμμα κατάφερες να με συγχωρέσεις; Ότι ζήσαμε έτσι αγαπημένοι όλη μας την ζωή; Τόσο υπέροχος άνθρωπος ήσουν. Τόσο μεγάλη ήταν η καρδιά σου. Ίσως αν το έλεγα έτσι να με πίστευε το παιδί. Γιατί αν κάποιος ήξερε ποιος ήσουν, ήταν η Έλενα.

«Μαμά…»

Η Έλενα που στεκόταν τόση ώρα πίσω της κρατώντας μια ανθοδέσμη στα χέρια, τα άκουσε όλα. Άφησε απαλά τα λουλούδια πάνω στο μνήμα και σήκωσε την μητέρα της στην αγκαλιά της. Την έσφιξε πάνω της και της υποσχέθηκε πως δεν θα την αφήσει ποτέ ξανά.

«Αύριο θα έρθω πάλι. Να πούμε καλημέρα, γλυκέ μου. Αύριο θα έρθω με την κόρη μας».

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading