Να σε λέω, “παππού”;

Περίμενε πώς και πώς την ενηλικίωσή του ο Νικήτας, που πλησίαζε. Όνειρό του να πάρει δίπλωμα οδήγησης αυτοκινήτου και μοτοσικλέτας ταυτόχρονα. Οι ρόδες και η ταχύτητα ήταν πάντα η αδυναμία του. Από μικρό παιδί ήθελε να ανεβαίνει στα ποδήλατα των μεγαλύτερων, τα παιδικά ποδήλατα του ήταν μικρά, έκλαιγε για να τον αφήσουν να οδηγήσει εκείνα με τις μεγάλες ρόδες, τα ψηλά, που δεν έφταναν καν τα ποδαράκια του να πατάει στο έδαφος. Στα μαθήματα πολύ μέτριος, αδιάφορος. Από μικρός, τα καλοκαίρια δούλευε στο μανάβικο του θείου του για να έχει τα χαρτζιλίκια του.

Είχε συνεννοηθεί με το Ιταλικό μαγαζί απέναντι από το σπίτι του, να δουλέψει delivery μετά την απόκτηση του διπλώματος. Δεν άκουγε, δεν ένιωθε την αγωνία της μαμάς του, που τον παρακαλούσε να δουλέψει αλλού, όχι με το μηχανάκι στους δρόμους. Του είχαν υποσχεθεί καλό μισθό, συν τα μπουρμπουάρ του κόσμου.

Η πρώτη μέρα με το μηχανάκι ήταν ένα μικρό όνειρό του που πραγματοποιήθηκε. Χτυπούσε κουδούνια γνωστών και αγνώστων στη γειτονιά αλλά και σε ολόκληρη την πόλη. Ήταν χαμογελαστός, ευγενικός, πρόθυμος.

Περνούσαν οι μέρες και ήταν πολύ ευχαριστημένος, ένιωθε ανεξάρτητος πια, ήταν πάνω σε ρόδες, που τόσο του άρεσε πάντα και η επαφή με τον κόσμο, εύκολη υπόθεση. Του άνοιγαν την πόρτα, νεαροί που μαζεύονταν για αγώνες και τους ρωτούσε το σκορ, μαμάδες που του φερόταν μητρικά, με ζεστασιά, μπαμπάδες που ήταν ευγενικοί, μα ταυτόχρονα δεν ήθελαν και πολλά πολλά, νεαρές κοπέλες που από κάποιες σα να υπήρχε μια διάθεση φλερτ, ηλικιωμένοι άνθρωποι που στα μάτια τους έβλεπε την μοναξιά και την ανάγκη περισσότερο να χορτάσουν την ψυχή τους, από την παρουσία κάποιου, έστω κι εκείνα τα λίγα λεπτά, παρά το στομάχι τους με την πίτσα ή τις μακαρονάδες. Εκείνους, τους είχε μια αδυναμία παραπάνω.

Σε κάποια σπίτια πήγαινε αρκετά συχνά. Ένα τέτοιο σπίτι ήταν και του μοναχικού κυρίου Χρόνη. Από την πρώτη φορά που του άνοιξε, του συστήθηκε, ρώτησε και το δικό του όνομα και κάθε φορά, του ζητούσε συγνώμη που τον κουράζει, αφού το σπίτι του ήταν λίγο μακριά και του έλεγε πόσο χαιρόταν που τον έβλεπε.

Ο Νικήτας δεν γνώρισε κανέναν από τους παππούδες του. Είχαν πεθάνει και οι δύο, πριν γεννηθεί εκείνος και στο πρόσωπο του κυρίου Χρόνη, έβλεπε τον παππού που θα ήθελε να είχε. Ασπρομάλλης, με βαθιές ρυτίδες, που κουβαλούσαν όλη την εμπειρία της ζωής, μικρόσωμος, με ένα τρέμουλο στα χέρια, μα με μεγάλη ψυχή και λεβεντιά, με ένα βλέμμα που πίσω από την θλίψη, έκρυβε στοργή, νοιάξιμο, αλήθεια και καθαρότητα.

Αυτό το “να προσέχεις, γιε μου”, κάθε φορά πριν φύγει και το “μακάρι να είχα να σου δώσω παραπάνω”, με το ένα ευρώ μπουρμπουάρ, τον έκαναν να βουρκώνει. Ο Νικήτας με τα χέρια του, τύλιγε το δικό του που έτρεμε και του ανταπέδιδε την γεμάτη τρυφερότητα ματιά.

Ρώτησε τα αφεντικά του, που ήταν μεγάλης ηλικίας και ήξεραν πολλούς κατοίκους της πόλης κι έμαθε ότι ήταν ένας μοναχικός άνθρωπος, που δεν είχε παντρευτεί ποτέ, γιατί όταν ήταν νέος, αγαπούσε μια κοπέλα, που την πάντρεψαν με άλλον οι γονείς της και δεν την ξεπέρασε ποτέ. Έμεινε μια ζωή μόνος και θλιμμένος. Στα μάτια του Νικήτα, ανέβηκε ακόμα πιο ψηλά, ο αγαπημένος του γεράκος.

Είχε πάλι να κάνει μια παράδοση, στο σπίτι του κυρίου Χρόνη, με την γνωστή παραγγελία, ριζότο με μανιτάρια. Πόση εντύπωση του έκανε την πρώτη φορά, που συνειδητοποίησε ότι ένας υπερήλικας, ήξερε το ριζότο και αποτελούσε το αγαπημένο του γεύμα. Χαριτολογώντας σε μια παράδοση μέρες μετά, του είπε “κύριε Χρόνη, ξέρεις να τρως”, για να πάρει για απάντηση “γιε μου, έχασα πολλές απολαύσεις στη ζωή μου, ας είναι αυτό το ριζότο, πώς το λέτε, η τελευταία μου απόλαυση”. Ο Νικήτας, του έσφιξε τον ώμο και του χαμόγελασε χωρίς να πει τίποτα. Πώς κατάφερνε αυτός ο άνθρωπος να κάνει τα μάτια του να βουρκώνουν.

Όταν άνοιξε η πόρτα, μπροστά του δεν ήταν ο γλυκός, χαμογελαστός, ζωντανός άνθρωπος, αλλά ένας τρομαγμένος, κατάχλωμος, αγέλαστος.

– Κύριε Χρόνη, είσαι καλά;
– Καλά, καλά γιε μου.

Βιαζόταν να τον πληρώσει και να κλείσει την πόρτα. Ούτε διάθεση για τις λίγες κουβέντες που αντάλλασσαν πάντα, ούτε “να προσέχεις”, ούτε μπουρμπουάρ, όχι πως τον ένοιξε το χαμένο ευρώ.

Έφυγε ο Νικήτας, τελείωσε την βάρδιά του, γύρισε σπίτι, με τον ηλικιωμένο άντρα συνέχεια στο νου του. “Τι να του συμβαίνει; Γιατί ήταν τόσο απόμακρος; Τόσο βιαστικός; Σα να φοβόταν κάτι”.

Πέρασαν εννιά μέρες χωρίς να κάνει παραγγελία ο κύριος Χρόνης. Κάθε μέρα περίμενε να δει το όνομά του ο Νικήτας. Κάτι δεν του άρεσε σε όλο αυτό. Είχε μια παράδοση, δύο στενά πριν την πολυκατοικία του παππού. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, αντί να γυρίσει στο Ιταλικό, κατευθύνθηκε προς τα κει. Χτύπησε το θυροτηλέφωνο, χωρίς καμία απάντηση. “Μα δε μπορεί… Οχτώ η ώρα το βράδυ και να μην απαντάει; Αυτός σχεδόν δεν βγαίνει την μέρα. Όλα του τα φέρνουν με delivery”. Χτύπησε ξανά και ξανά, χωρίς απάντηση.

Από την οικοδομή, έβγαινε μια κυρία. Πριν κλείσει ξανά η πόρτα, μπήκε μέσα και ανεβαίνοντας δύο δύο τα σκαλιά, έφτασε στον δεύτερο όροφο. Δεν χτύπησε κατευθείαν το κουδούνι. Ακούμπησε το αυτί του στην πόρτα, να αφουγκραστεί, αν υπήρχε παρουσία στο σπίτι. Από μέσα ακουγόταν η τηλεόραση. Έβαλε το χέρι στο κουδούνι και χτυπούσε επανειλημμένα. Άρχισε πια να φοβάται ότι κάτι είχε πάθει ο ηλικιωμένος άντρας.

Η πόρτα άνοιξε και ο κύριος Χρόνης εμφανίστηκε μπροστά του. Ο Νικήτας μες στη χαρά, που ήταν ζωντανός ο αγαπημένος του παππούς, έπεσε στην αγκαλιά του.

– Κύριε Χρόνη, με κατατρόμαξες. Είσαι καλά;
– Τι γυρεύεις εδώ, γιε μου;
– Έχεις μέρες να κάνεις παραγγελία. Την τελευταία φορά, κάπως σε είδα. Δεν ξέρω, όλα μαζί. Ανησύχησα. Γιατί δεν άνοιγες το θυροτηλέφωνο;

Τα έλεγε όλα μαζεμένα, με την φούρια της νιότης, του ενδιαφέροντος και της χαράς, που οι φόβοι του δεν ίσχυαν.

– Γύρνα στη δουλειά σου, γιε μου. Καλά είμαι, σε ευχαριστώ. Είσαι πολύ καλό παιδί. Καλό βράδυ. Να προσέχεις.

Ο Νικήτας, στο βλέμμα του είδε πάλι εκείνη την θλίψη που είχε πάντα, εκείνη την καλοσύνη που είχε πάντα, μα πάλι βιαζόταν να τον διώξει, κάτι τον βασάνιζε… το έβλεπε, το ένιωθε. Δεν ήθελε να τον ενοχλεί, του έφτανε ότι ήταν καλά.

– Καλό βράδυ, κύριε Χρόνη.

Έκλεισε την πόρτα ο γεράκος, αλλά ο Νικήτας έκανε ότι έφυγε. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, στις μύτες των ποδιών, ήταν πάλι εκεί, προσπαθώντας να ακούσει. Άκουσε μια φωνή με σπαστά Ελληνικά να λέει “φύγε για ύπνο τώρα”. Τρελάθηκε. Ποιος ήταν αυτός; Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Θαρραλέα, πήρε τηλέφωνο στο αφεντικό του, του είπε ότι δεν ένιωθε καλά κι ότι δεν μπορούσε να γυρίσει στη δουλειά και πήγε στην αστυνομία. Τους εξιστόρησε όσα έγιναν και τους φόβους του. Τους παρακάλεσε να κάνουν κάτι.

Λίγη ώρα μετά, χτυπούσε πάλι την πόρτα του. Ο κύριος Χρόνης αναστατωμένος, άνοιξε.

– Τι έγινε, παιδί μου;
– Ήθελα να δω ότι είσαι καλά.
– Πάνε στην ευχή του Θεού. Καλά είμαι.

Και τότε, τρεις αστυνομικοί, εμφανίστηκαν από το πουθενά, παραμέρισαν τον έκπληκτο γέρο και όρμηξαν στο σπίτι. Ένας αλλοδαπός τριάντα χρονών και δύο Έλληνες σαραντάρηδες, είχαν κάνει κατάληψη στο σπίτι του. Καταζητούνταν σε διάφορες πόλεις, ως μέλη μιας σπείρας, που τηλεφωνικά αποσπούσε μεγάλα χρηματικά ποσά από τα θύματά τους, παριστάνοντας άλλοτε τους υπαλλήλους του Ίκα, στο τμήμα συντάξεων, άλλοτε υπαλλήλους της ύδρευσης, για προβλήματα του δικτύου, άλλοτε σαν αστυνομικοί που ήταν παρόντες σε τροχαίο ατύχημα που προκάλεσαν μέλη της οικογένειας των θυμάτων τους. Από κάθε ψεύτικη θέση, με περίτεχνο τρόπο, έπειθαν τους ανυποψίαστους ανθρώπους να τους συναντήσουν, με τα μετρητά στο χέρι.

Με τον ίδιο τρόπο προσπάθησαν να ξεγελάσουν και τον κύριο Χρόνη, που δεν είχε μαζεμένο ποσό να τους δώσει, όμως τους είχε αναφέρει τα στοιχεία του και ότι ζει μόνος του, οπότε ήταν η ιδανική περίπτωση να κρυφτούν για ένα διάστημα στο σπίτι του, απειλώντας τον για την ίδια του τη ζωή, μέχρι να χάσουν τα ίχνη τους οι αστυνομικοί, που λίγες μέρες πριν, τους έχασαν έπειτα από ανθρωποκυνηγητό στην πόλη. Μία γυναίκα, που είχε ακούσει για την δράση τους, κατάλαβε την απάτη και τους ειδοποίησε ότι έχει ραντεβού μαζί τους, να τους δωσει το ποσό που της ζήτησαν. Πριν προλάβουν να επέμβουν, κατάλαβαν την ενέδρα των αστυνομικών και ξέφυγαν, βρίσκοντας καταφύγιο στο σπίτι του μοναχικού άντρα, που ήταν κοντά στο σημείο που έγινε η συνάντηση.

Όταν έμειναν μόνοι, ο ηλικιωμένος άντρας, με δάκρυα στα μάτια, δεν άφηνε τον Νικήτα από την αγκαλιά του.

– Υπάρχουν άραγε λέξεις να σου εκφράσω πόσο σε ευχαριστώ;
– Ησύχασε, κύριε Χρόνη. Ο καθένας στη θέση μου θα το έκανε.
– Όχι, γιε μου. Όχι, δεν θα το έκανε ο καθένας. Οι άνθρωποι αδιαφορούν. Ίσως όχι από κακό. Απλά, δεν τους νοιάζει.
– Φαινόσουν διαφορετικός, βιαστικός, άχρωμος. Κατάλαβα ότι κάτι είχες.
– Επειδή νοιάστηκες. Επειδή είδες πέρα από αυτό που έδειχνα, επειδή άκουσες πέρα από αυτά που έλεγα. Επειδή κατάλαβες την διαφορά. Είναι σπουδαίο να μένεις στις λεπτομέρειες, που κάνουν την διαφορά. Την ημέρα που μου έφερες το ριζότο, λίγα λεπτά μόνο πριν, εισέβαλλαν στο σπίτι μου, αφού χτυπώντας την πόρτα, μου είπαν ότι είναι από την ΔΕΗ, για μία βλάβη. Μόλις άνοιξα, με έσπρωξαν βίαια και…
– Μη τα σκέφτεσαι τώρα. Όλα τελείωσαν.
– Εγώ πια είμαι γέρος, γιε μου. Τελειώνει η παρουσία μου εδώ. Όταν σε είδα στην πόρτα μου, φοβήθηκα μη σου κάνουν κακό. Αυτό δεν θα το σήκωνε η συνείδησή μου. Ο Θεός να σε έχει καλά. Είσαι παιδί διαμάντι.
– Κύριε Χρόνη, μπορώ να σε λέω “παππού”; Δεν είχα την ευλογία να γνωρίσω τους δικούς μου.
– Θα ήταν μεγάλη μου τιμή, γιε μου.

Κάθε μέρα, πήγαινε ο Νικήτας στον υπερήλικα, που πια αποκαλούσε παππού. Έμαθε για τη ζωή του, για την γυναίκα που τον σημάδεψε και αποφάσισε να μη μοιραστεί τη ζωή του με καμία, παρά μόνο με τις μνήμες εκείνης, για την σκληρή δουλειά στα βυρσοδεψεία, για τα ταξίδια που του άρεσε να κάνει ανά την Ελλάδα, για την μεγάλη του αγάπη, το ψάρεμα, που του έλειπε πολύ, για την ενασχόλησή του ακόμα και επαγγελματικά με το ποδόσφαιρο, στην τοπική ομάδα της πόλης. Του έδειχνε φωτογραφίες, τρώγανε μαζί, έβλεπαν αγώνες στην τηλεόραση.

Πέρασαν οχτώ μήνες με τους δυο τους, να απολαμβάνουν ο ένας την παρέα του άλλου κι έφτασαν τα γενέθλια του κυρίου Χρόνη. Ο Νικήτας, είχε ζητήσει ρεπό για να του κάνει έκπληξη. Το πρωί, πήγε στο σπίτι του και του ζήτησε να κατέβει κάτω μαζί του. Τον έβαλε στο αμάξι, που το ζήτησε από τον μπαμπά του και ξεκίνησαν.

– Πού πάμε;
– Θα δεις.

Έφτασαν στην αγαπημένη παραλία του γεράκου και ο Νικήτας είχε μαζί του τα σύνεργα του ψαρέματος. Δύο καρεκλάκια, δύο καλάμια, δολώματα, ψυγειάκι με αναψυκτικά και δύο συσκευασίες ριζότο μανιταριών.

Ο κύριος Χρόνης χάιδευε τα μαλλιά του νεαρού και δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Όταν το απόγευμα γύρισαν σπίτι, του έδωσε έναν φάκελο και του ζήτησε να τον ανοίξει μόνο όταν θα πέθαινε.

– Παππού, τι είναι αυτά που λες;
– Πόσο να ζήσω, γιε μου; Είμαι επίσημα, ενενήντα έξι χρονών. Και οι τελευταίοι μήνες, είναι η καλύτερη αυλαία που θα μπορούσα να ζητήσω. Ειδικά η σημερινή μέρα. Χάρη σε σένα. Σε ευχαριστώ πολύ αγόρι μου. Σε αγαπώ πολύ.
– Κι εγώ σε αγαπώ παππού.

Την επόμενη μέρα, μετά τη δουλειά, πέρασε από το σπίτι. Χτυπούσε το θυροτηλέφωνο, μα δεν άνοιγε η εξωτερική πόρτα. Έντρομος, έκανε χρήση του κλειδιού που του είχε δώσει. Γρήγορα, άνοιξε και το διαμέρισμα. Τον βρήκε στην πολυθρόνα, απέναντι από την ανοιχτή τηλεόραση, νεκρό. Γονάτισε μπροστά του. Του φιλούσε τα χέρια κι έκλαιγε.

Όταν άνοιξε τον φάκελο, βρήκε την διαθήκη του, που του άφηνε το σπίτι του, 800 € κι ένα γράμμα.

“ Σε ευχαριστώ που μου θύμισες ότι υπάρχουν ακόμα άνθρωποι. Σε ευχαριστώ που έκανες το τελευταίο μου διάστημα σε αυτό τον κόσμο, τόσο όμορφο. Μακάρι να έκανα οικονομία από το ριζότο τόσα χρόνια και να είχα περισσότερα λεφτά να σου αφήσω, αλλά ήταν η απόλαυσή μου το άτιμο. Ούτε ξέρω αν φτάνουν τα λεφτά για την κηδεία μου. Το σπίτι μου, σπίτι σου πια. Να με θυμάσαι. Εγώ θα σε κουβαλώ πάντα στην ψυχή μου. Αντίο, γιε μου. Σε αγαπώ”.

Χρυσούλα Καμτσίκη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading