Plan A, plan B. Τι σημασία έχει; Μόνο η ίδια η ζωή – Μέρος 1ο

Το τηλέφωνο χτύπησε πάνω από δέκα φορές. Η Μαντώ δεν είχε καμία όρεξη να απαντήσει. Καθόταν στην πολυθρόνα της, ακόμη φορούσε τις πιτζάμες της κρατώντας ένα ποτήρι κρασί στο χέρι. Τι κι αν ήταν δέκα το πρωί; Για αυτήν ήταν ήδη μεσημέρι. Ή τουλάχιστον έτσι έλεγε στον εαυτό της για να δικαιολογήσει τις καταχρήσεις από τόσο νωρίς. Το μυαλό της ήδη θολό από την βραδινή κατανάλωση κρασιού. Δεν χρειαζόταν πια υπερβολικές ποσότητες πιοτού, ένα μπουκάλι για λίγες ώρες της ήταν αρκετό.

Στο αίμα της κυλούσε το αλκοόλ εδώ και πέντε χρόνια. Δεν ήταν έτσι εκείνη, όχι. Πρώην αθλήτρια, δεν άγγιζε ούτε το χείλος του ποτηριού με οποιοδήποτε είδος ποτού. Τώρα πώς έφτασε σε αυτήν την κατάσταση, αυτό ήταν που της τρύπαγε την καρδιά.

Το τηλέφωνο σταμάτησε για να ξαναρχίσει το κουδούνισμα λίγο μετά. Στο τέλος αναγκάστηκε να απαντήσει γιατί την εκνεύριζε πολύ. Δεν πρόλαβε να το σηκώσει και από την άλλη άκρη μία γνώριμη φωνή ακούστηκε σε δευτερόλεπτα.
-Έλα αγάπη, Ντέμη εδώ. Πού σε βρίσκω; Έχω νέα να σου πω. Συνάντησα την συμμαθήτριά μας την Ελένη, την θυμάσαι; Ναι, αυτή με την μεγάλη μύτη. Άμα την δεις τώρα δεν θα την γνωρίσεις, Μια κούκλα, η μεγάλη μύτη εξαφανίστηκε, σαν να την κατάπιε το νυστέρι του χειρούργου, χα χα. Ε, αυτή μας κάλεσε στο σπίτι της στην Βάρκιζα. Αύριο βράδυ στις οκτώ. Θα περάσω να σε πάρω, εντάξει; Μου είπε να το πω και στην Κάτια.

Η Μαντώ την άκουγε και απορούσε πώς μπόρεσε να τα ξεφουρνίσει όλα αυτά μέσα σε ένα λεπτό. “Παναγία μου, τα χείλια της πάλλονται με ταχύτητα φωτός!”.

-Βρε κορίτσι μου, δεν σε προλαβαίνω, της απάντησε η Μαντώ με την φωνή γεμάτη βαρεμάρα. Ποια είπες ότι συνάντησες; Ααα, εκείνη την καμήλα; Με την μύτη, ναι, την θυμάμαι. Καλά, μου τα ξαναλές αύριο στον δρόμο, δεν συγκράτησα τίποτα από ό,τι μου αράδιασες. Εντάξει, θα σε περιμένω.

Η Ντέμη αντιλήφθηκε την κατάσταση της φίλης της, πάλι θα ήταν με ένα ποτήρι στο χέρι, σκέφτηκε. Και είναι ακόμη πρωί.
-Ωραία, πριν ξεκινήσω θα σε πάρω τηλέφωνο να αρχίσεις να ετοιμάζεσαι. Μην και δεν το σηκώσεις αμέσως!
-Έγινεεεε. και το τηλέφωνο έκλεισε στο λεπτό.

Η Κάτια δέχτηκε το ίδιο τηλεφώνημα από την Ντέμη. Την βρήκε στο γυμναστήριο να χτυπιέται πάνω σε έναν διάδρομο, να κάψει τις ελάχιστες θερμίδες που είχε καταναλώσει την προηγούμενη μέρα. Ίσα που την άκουγε.
– Εντάξει θα σε περιμένω να με μαζέψεις αύριο βράδυ. Ναι, θα είμαι έτοιμη.

Τρεις γυναίκες, τρεις φίλες από το δημοτικό. Η καθεμία είχε την χάρη της, με τα προσόντα της, με τα ελαττώματά της.

Τρεις φίλες, μία γροθιά. Από την πρώτη στιγμή που συναντήθηκαν στο προαύλιο του παιδικού σταθμού ντυμένες με τα φορεματάκια τους και τις κορδέλες στα μαλλιά, κάτι σκίρτησε μέσα τους. Σαν από ένστικτο η μία βρέθηκε δίπλα στην άλλη, από την ώρα του αγιασμού. Όταν ο παπάς ράντισε με τον βασιλικό τα κεφαλάκια τους, εκείνες κοιτάχτηκαν στα μάτια σαν να γνωρίζονταν από πριν και έβαλαν τα γέλια. Τους είχε φανεί τόσο αστείο.

Από εκείνη την ημέρα μέχρι και σήμερα, τα κορίτσια, που πια είναι ολόκληρες γυναίκες, έχουν μοιραστεί μεταξύ τους μια ολάκερη ζωή. Επιτυχίες, αποτυχίες, έρωτες, σχέδια για το μέλλον. Αυτό το τελευταίο ήταν το πιο δύσκολο, ειδικά στην ζωή της Μαντώς.

Όταν τελείωσε το λύκειο, αυτό που την ενδιέφερε ήταν μία αθλητική καριέρα. Είχε θυσιάσει τα πάντα για να μπορεί να φιγουράρει σε μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις, ειδικά του ανοιχτού στίβου. Στόχος της οι επόμενοι Ολυμπιακοί αγώνες της Ατλάντα, ήταν αθλήτρια του επτάθλου, πολύ δύσκολο να το διαχειριστεί, με ελάχιστες ευκαιρίες να μπορέσει να διακριθεί και να γίνει μέλος της εθνικής ομάδας. Το έπταθλο δεν είναι τόσο δημοφιλές στην Ελλάδα κυρίως. Τώρα γιατί το επέλεξε; Η απάντηση είναι μία: Ήταν πολύ καλή σε όλα αυτά τα αθλήματα και δεν μπορούσε να επιλέξει ποιο θα ήταν το κυρίαρχο. Οπότε αποφάσισε να κάνει επτά αθλήματα μαζί. Όμως η ζωή δεν της τα έφερε όπως τα ήθελε. Ένα ατύχημα και μία επέμβαση στην μέση, της στοίχισε δύο ολόκληρες σαιζόν και την άφησε εκτός αθλητικής δράσης με αποτέλεσμα να μην βρει μετά διαθέσιμο προπονητή να την αναλάβει. Δεν είχε και υποστήριξη από την οικογένειά της που την ήθελαν σπουδαγμένη και τακτοποιημένη αλλιώς. Δεν θέλει και πολύ ο άνθρωπος και ιδιαίτερα ο ευαίσθητος όπως εκείνη για να τα δει όλα ανάποδα. Παραιτήθηκε τελείως από τα θέλω της, από αυτά που την έκαναν χαρούμενη. Το ένα ποτηράκι κρασί έγινε δύο, μετά τρία, μετά μπουκάλι. Και φτάσαμε στο σήμερα, να την βρίσκει το δειλινό με το ποτήρι γεμάτο και μέχρι να σηκωθεί ό ήλιος να κατεβάζει το ‘’οινόπνευμα’’ αχόρταγα. Η μέρα είχε γίνει νύχτα. Κανένα ενδιαφέρον για την ζωή, καμιά χαρά, μόνο απογοήτευση.

Από την άλλη μεριά, η Ντέμη πέρασε νομική που τόσο ποθούσε η ψυχή της, γιατί και γνωριμίες είχε ο πατέρας της και εκείνη ήταν παραπάνω από όσο έπρεπε φιλόδοξη. Από την εφηβεία της ονειρευόταν τον εαυτό της να πρωτοστατεί στις πιο δύσκολες δικαστικές υποθέσεις, μέχρι και “Άρχοντα” του Αρείου Πάγου την φανταζόταν φορώντας την τήβεννο με τα κόκκινα σιρίτια. Αυτή της η φιλοδοξία είχε και το κόστος της. Μία ζωή σκυμμένη πάνω από τους χοντρούς τόμους νομικών βιβλίων από την φοιτητική της εποχή μέχρι και σήμερα. Καμία επιθυμία για ζωή. Για φλερτ, για άντρες, για μία εκδρομή. Μόνο διάβασμα, αγορεύσεις στα δικαστήρια και τίποτε άλλο. Σε όλο αυτό το δρώμενο συντέλεσαν θετικά και οι γονείς της. Σε αντίθεση με τους γονείς της Μυρτώς, εκείνοι έσπρωχναν την κόρη τους σε αυτόν τον τρόπο ζωής γιατί ήταν και εκείνοι φιλόδοξοι και καμάρωναν σαν παγώνια για τις επιτυχίες της.

Η Κάτια ήταν μία καλλιτεχνική φύση. Από μικρή της άρεσε να ζωγραφίζει, τα χέρια της πάντα ήταν λερωμένα από τις μπογιές και τα πινέλα. Κατάφερε να περάσει στην σχολή Καλών Τεχνών και στον πρώτο χρόνο της φοίτησής της ερωτεύτηκε τον Μάνο Καραχάλιο. Ποιος ήταν αυτός; Μα ο πιο διάσημος ζωγράφος της χώρας, με σπουδές στο εξωτερικό, εκθέσεις, βραβεία, διακρίσεις. Ήταν ένας από τους καθηγητές της και η μικρή σαν άβγαλτη που ήταν και υπέρμετρα ρομαντική, τον ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Γοητευτικός με γκρίζους κροτάφους, αθλητικό παρουσιαστικό, έμοιαζε με αρχαίο άγαλμα. Όλες οι φοιτήτριες τον κοιτούσαν στα μάτια και έλιωναν, το ίδιο και η Κάτια. Δεν πέρασε μισός χρόνος και οι δύο τους βρέθηκαν να συγκατοικούν, στην πραγματικότητα αυτή μετακόμισε στο σπίτι του, μία βίλα στα βόρεια προάστεια με κήπο, αίθριο, τεράστιο σαλόνι με δύο τζάκια. Ο χώρος που ξεχώριζε ήταν το εργαστήρι του, ένα απομονωμένο δωμάτιο στην άκρη του σπιτιού, με το δικό του τζάκι και την τεράστια τζαμαρία για να μπαίνει άπλετο το φως του ήλιου. Όταν η Κάτια έμεινε έγκυος, ο Μάνος χάρηκε, γιατί αυτή η κοπέλα ήταν ιδιαίτερη. Είχε τον αέρα του εξωτικού, ήταν όμορφη και προπάντων χαμηλών τόνων. Η πρόταση γάμου δεν άργησε να έρθει και η είδηση ότι ο γνωστός εργένης θα πέρναγε το κατώφλι της εκκλησίας δυσαρέστησε πολλές γυναίκες. Η νεόνυμφη παράτησε την σχολή στην μέση.

-Τώρα πια δεν θα χρειάζεται να κάνεις τίποτα, εγώ είμαι εδώ για σένα. Μόνο το παιδί να φροντίζεις και φυσικά και μένα. αυτά τα λόγια την καθησύχασαν, εξάλλου σε τι θα της χρησίμευε ένα πτυχίο από την σχολή αυτή; Μόνο για δικούς της προσωπικούς λόγους, δηλαδή τίποτα σπουδαίο.

Μάταια οι άλλες δύο φίλες της προσπάθησαν να την μεταπείσουν.
– Μα καλά, δεν θα είσαι ούτε η πρώτη ούτε και η τελευταία που θα έχεις οικογένεια και παράλληλα θα σπουδάζεις, είναι κρίμα να θάψεις το ταλέντο σου και μαζί με αυτό και τον εαυτό σου.

Δυστυχώς δεν τις άκουσε, μετά τον πρώτο χρόνο που γεννήθηκε το παιδί, αγόρι κιόλας, ο Μάνος ξαναγύρισε στις παλιές του συνήθειες. Τα μοντέλα έμπαιναν και έβγαιναν στο εργαστήρι σε πολύ ακατάλληλες ώρες. Η Κάτια μπορεί να ήταν κοπέλα ταπεινή και ήσυχη, αλλά χαζή δεν την έλεγες. Μετά από λίγο καιρό αντιλήφθηκε το τι συνέβαινε πίσω από την ξύλινη πόρτα κυρίως τα βράδια δίπλα στο τζάκι. Το αποτέλεσμα φάνηκε γρήγορα, σαν να τιμωρούσε τον εαυτό της για αυτήν την κατάσταση σταμάτησε να τρέφεται κανονικά, βουλιμία, εμετοί και ατελείωτες ώρες στο γυμναστήριο, να γίνει επιθυμητή και ξανά όμορφη, να διώξει τα λίγα παραπάνω κιλά της εγκυμοσύνης που της πήγαιναν κιόλας.

Η επόμενη μέρα για την συνάντηση, που ξανάδωσε νέα πνοή στην ζωή των τεσσάρων γυναικών, της Μυρτώς, της Ντέμης, της Κάτιας και τέλος της Ελένης, δεν άργησε να φανεί. Κατά περίεργο τρόπο η Μυρτώ ήταν έτοιμη και ντυμένη πολύ ωραία, η Κάτια έμοιαζε να είχε κοιμηθεί καλά και η Ντέμη ήταν χαλαρή και ήρεμη. Όταν το αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από το σπίτι της τελευταίας, όλες αναρωτήθηκαν πού βρήκε τόσα χρήματα για να μπορεί να μένει σε ένα τέτοιο οροφοδιαμέρισμα με θέα το γαλάζιο του Σαρωνικού.

Χτύπησαν το κουδούνι και το σοκ που ένιωσαν όταν αντίκρυσαν την γυναίκα απέναντί τους ήταν πολύ δυνατό. Καμία σχέση με αυτό που θυμόντουσαν από το σχολείο.

Η Ελένη τις καλωσόρισε και τις αγκάλιασε με θέρμη. Πρόσφεραν στην οικοδέσποινα μία γλάστρα στολισμένη με γαρδένιες που η μυρωδιά και μόνο σε ζάλιζε και ένα μπουκάλι λευκό κρασί. Κάθισαν στον δερμάτινο καναπέ οι τρείς τους η μία δίπλα στην άλλη σαν να ήταν έτοιμες για ανάκριση. Στην απέναντι πολυθρόνα χώθηκε η οικοδέσποινα.

Οι τρεις φίλες με κόπο κρατούσαν το στόμα τους κλειστό από την έκπληξη. Η ίδια σκέψη πέρασε από το μυαλό τους ταυτόχρονα: πώς ήταν δυνατόν αυτή η άσχημη κοπέλα τόσο χαμηλών τόνων να βρίσκεται τώρα μπροστά τους απίστευτα όμορφη, υπέρ του δέοντος λαμπερή και να μένει σε ένα τέτοιο παλάτι; Κοιτάχτηκαν στα μάτια που μίλησαν σιωπηλά και έβγαλαν ένα μικρό γέλιο από τα βαμμένα χείλια τους. Για να σπάσει ο πάγος άρχισε να μιλάει πρώτα η Ελένη.

Δήμητρα Καμπόλη

Συνεχίζεται…

One response to “Plan A, plan B. Τι σημασία έχει; Μόνο η ίδια η ζωή – Μέρος 1ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading