Τσιγγάνα την έλεγαν γιατί είχε μακριά μπερδεμένα μαλλιά και λείο σκούρο δέρμα. Κανείς δεν ήξερε από πού είχε έρθει. Δεν της μιλούσε ψυχή και άνθρωπος δεν είχε δει το χρώμα των ματιών της. Μα και αυτή πάντα περπατούσε σκυφτή σαν να ήταν το χώμα ο ουρανός της. Μυστική κρατούσε την φωνή της και φυλαχτό το βλέμμα της. Πολλά ακούγονταν για αυτήν την γυναίκα αλλά κανείς δεν ήξερε την αλήθεια.
Καταραμένη την έλεγαν και έπεφτε βαριά σιωπή από όπου περνούσε. Χόρευαν στα βήματά της τα μακριά φορέματα που φορούσε. Κεντημένα ήταν με περίτεχνα σχέδια από τα δικά της χέρια. Τα έντονα χρώματα τύφλωναν την ζήλια των γυναικών. Αυτές είχαν φροντίσει να διαδώσουν τους ψιθύρους γύρω από την μυστήρια ύπαρξη αυτής της γυναίκας. Δεν άφηναν τους άντρες τους ούτε να αναπνέουν τον αέρα από εκεί που περνούσε. Μακριά της, όσο πιο μακριά γινόταν έπρεπε να στέκουν. Και όταν περνούσε από κοντά τους, έπρεπε να γυρνάνε το κεφάλι από την άλλη και να σταυροκοπιούνται. Έτσι τους είχαν ορμηνέψει οι γυναίκες τους να κάνουν μη τύχει και τους κοιτάξει πρώτη αυτή και τους πλανέψει με την ομορφιά της. Ένας άντρας όμως, νεαρός και ξεροκέφαλος όπως ήταν, παράκουσε τις εντολές τους.
Μια μέρα, ενώ η γυναίκα περνούσε έξω από το καφενείο, έπεσε σύρμα να σκύψουν όλοι τα κεφάλια τους. Μέσα στην απόλυτη σιωπή, κανείς δεν τολμούσε να κουνήσει. Λες και μονομιάς σταμάτησε ο χρόνος, κόλλησε ο καπνός στον αέρα, τα ζάρια απόμειναν μέσα στις χούφτες τους, οι φωνές σώπασαν και το κρασί πάγωσε μέσα στα ποτήρια. Εκείνος όμως ο νεαρός σήκωσε τα μάτια του πάνω της. Αυτό ήταν. Μαγεύτηκε. Τώρα το μόνο που ακουγόταν ήταν το καρδιοχτύπημά του. Και σαν να το άκουσε αυτή περνώντας, σήκωσε τα μάτια της και τα κάρφωσε πάνω του. Του τρύπησε την καρδιά με το βαθύ μπλε των ματιών της και διάβασε κάθε κρυφή του επιθυμία. Παίρνοντας την ματιά της ξεγύμνωσε όλο του το κορμί και το άφησε να χαροπαλεύει. Τέτοιος έρωτας τον χτύπησε ξαφνικά που δεν μπορούσε ούτε ανάσα να πάρει. Ήταν σαν να είχε διατάξει το σώμα του να ζει μόνο για αυτήν πια. Δεν γινόταν αλλιώς, έπρεπε να την κάνει δική του.
«Θα σε σκοτώσω! Με τα ίδια μου τα χέρια θα το κάνω, Κωστή. Εγώ σου έδωσα ζωή, εγώ θα στην πάρω πίσω!»
«Τι είναι αυτά τα λόγια, μάνα!»
«Θα σε σκοτώσω και το ξέρεις! Και εσένα και αυτήν την μάγισσα!»
Ο γιος της ξεροκατάπιε και σιώπησε. Ήξερε τι γυναίκα ήταν η μάνα του. Σμυρνιά, γεροδεμένη, πλασμένη από πόνο και αίμα. Ξεροκέφαλη σαν αυτόν, δεν άλλαζε γνώμη με τίποτα. Ο λόγος της δεν ήταν απειλή. Ήταν υπόσχεση.
«Την αγαπάω, μάνα», τόλμησε να πει και βούρκωσαν τα μάτια του από τον φόβο.
«Όχι», χτύπησε το χέρι στο τραπέζι και τα πιάτα αναπήδησαν. «Μετρημένες είναι οι μέρες της στο χωριό και οι ώρες σου αν την πλησιάσεις. Τα χρόνια που σας χωρίζουν δεν τα μετράς; Κατέχεις από πού ήρθε ή πώς έκανε τα λεφτά και πήρε το σπίτι του γαλατά; Γιατί στολίζεται με όλα αυτά τα χρώματα και τα χρυσαφικά και δεν φορεί τα μαύρα; Το μόνο μαύρο πάνω της είναι η ψυχή της. Αυτήν θαρρείς πεθύμησα για νύφη μου; Τόσο ανόητος είσαι; Δεν θα έδινα την ευχή μου ούτε πεθαμένη. Κοίτα να συνέλθεις και να συνετιστείς. Και μην σε ακούσω ξανά να λες πως αγαπάς την ξενομερίτισσα! Γιατί θα σε σκοτώσω και θα σε θάψω δίπλα από τον πατέρα σου!»
Ο Κωστής είχε ορφανέψει από πατέρα αλλά την θέση του δεν την πήρε ποτέ στο σπίτι. Η μάνα του έκανε κουμάντο, αυτή είχε τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Στα 19 του ένιωθε σαν να τους έδενε ακόμα ο ομφάλιος λώρος και με αυτόν τον τραβούσε όπου εκείνη ήθελε.
Ποτέ δεν της είχε ζητήσει τίποτα. Εκτός από τώρα. Για άλλη μια φορά όμως τον αντιμετώπισε σαν να ήταν ακόμα μικρό παιδί. Την έβλεπε να ωρύεται σαν θηρίο άγριο μέσα στην πάλη του ίδιου του εαυτού. Γιατί η μάνα του κάτι είχε ξεχάσει. Κάτι κοινό που είχε με την γυναίκα που τόσο πολύ μισούσε.
Ξάφνου άνοιξαν οι ουρανοί μέσα στο κατακαλόκαιρο. Σαν να ήθελε ο ουρανός να ξεπλύνει την ντροπή αυτού του χωριού. Σύνηθες ήταν να απομονώνουν όσους δεν συμπαθούν μα δικαίωμα να κρίνει δεν έχει κανένας άνθρωπος. Έτσι έγινε εκείνο το βράδυ και πάνω στον καβγά, γύρισε η μάνα του να τρέξει να μαζέψει τα ρούχα πριν βραχούν. Και όπως ήταν φορτωμένη από το μίσος στις πλάτες της, παραπάτησε και έπεσε από τις σκάλες.
«Μάνα!» ούρλιαξε ο Κωστής μόλις άκουσε τον χτύπο.
Έτρεξε κοντά στην μητέρα του και την είδε πεσμένη καταγής με μια μεγάλη λίμνη αίματος σαν στεφάνι γύρω από το κεφάλι της.
«Βοήθεια, χωριανοί!» φώναξε και έπεσε στα γόνατα σιμά της.
Βγήκαν οι γείτονες μεμιάς να δουν τι είχε γίνει. Άρχισαν οι γυναίκες αμέσως το μοιρολόι. Με τόσο αίμα, σωτηρία δεν φαινόταν να υπήρχε. Ήταν η ώρα του θρήνου. Το μοιρολόι μοιράστηκε από στόμα σε στόμα. Ταξίδεψε σε όλα τα σπίτια του χωριού. Ξύπνησε τα μπλε μάτια της ξενομερίτισσας.
Σαν σκιά πέρασε ανάμεσα από τον κόσμο. Κανείς δεν αντιλήφθηκε την άφιξή της. Το άρωμά της τους τύλιξε. Τότε κατάλαβαν ποια ήταν ανάμεσά τους. Την είδαν να πέφτει στα γόνατα και να αγγίζει τον λαιμό της γυναίκας. Κάποιοι πήγαν να την σταματήσουν μα ο Κωστής τους εμπόδισε με το χέρι του. Την είδαν να παίρνει τα σκισμένα πανιά, να τα μουλιάζει στον κουβά με το νερό και να καθαρίζει το αίμα. Στο τέλος, έραψε και έδεσε το κεφάλι της γυναίκας και σταμάτησε την αιμορραγία.
Τα ρούχα της είχαν ποτιστεί από την βροχή και το αίμα. Τα μάτια της είχαν θολώσει από τα δάκρυα. Προσευχόταν στον Θεό να ζήσει αυτή η γυναίκα, να πάρει και άλλα χρόνια. Όπως έκανε πάντα. Όπως έκανε τότε που δούλευε στο σανατόριο και έβλεπε το χτικιό να παίρνει τις ζωές των ανθρώπων. Ήξερε καλά τι θα πει πόνος, είχε μάθει να παλεύει με τον φόβο, είχε συνηθίσει την μοναξιά. Δεν λύγιζε μπροστά στον θάνατο, μόνο γονάτιζε μπροστά στην ζωή.
«Ανοίγει τα μάτια!» φώναξε μια γυναίκα και είπε στους άντρες να την σηκώσουν να την πάνε στο κρεβάτι.
«Ο γιατρός θα έρθει ξανά το πρωί στο χωριό. Είναι στο μεγαλοχώρι για μια γέννα»
«Να βγάλει την νύχτα, Παναγία μου», ευχήθηκε μια γυναίκα.
«Να είσαι καλά, ξένη. Το καλό που έκαμες να το βρεις διπλό»
«Ο Θεός σε έστειλε στον τόπο μας. Και εμείς οι τυφλοί δεν βλέπαμε τίποτα εκτός από μια ξένη που δεν είχε θέση ανάμεσά μας. Δεν είχαμε δει την καλοσύνη της ψυχής σου μέχρι που χρειάστηκε να σώσεις έναν από εμάς»
Όλοι συμφώνησαν. Όλοι μετάνιωσαν. Μια γυναίκα βγήκε από το σπίτι και φώναξε στον Κωστή ότι η μάνα του τον ζητούσε. Και αυτόν και την ξενομερίτισσα. Οι υπόλοιποι έφυγαν με το κεφάλι σκυφτό αλλά αυτή την φορά δεν μπορούσαν να κοιτάξουν την γυναίκα από ντροπή. Την περηφάνια τους την κατάπιαν μονορούφι κι ας ήταν το πιο πικρό ποτό. Και άλλη φορά θα το θυμούνταν να μην κρίνουν άλλον άνθρωπο και να κοιτάνε πρώτα την δική τους την ψυχή.
«Μάνα, μας ζήτησες;» έσκυψε από πάνω της ο Κωστής.
Πίσω του στεκόταν η ξενομερίτισσα. Εκείνη που έλεγαν τσιγγάνα. Εκείνη που έλεγαν καταραμένη. Εκείνη που κανένας δεν ήξερε από πού είχε έρθει. Η γυναίκα με τα μακριά μπερδεμένα μαλλιά, το λείο σκούρο δέρμα και τα πολύχρωμα φορέματα. Εκείνη που περπατούσε πάντα σκυφτή σαν να ήταν το χώμα ο ουρανός της. Εκείνη που κρατούσε μυστική την φωνή της και φυλαχτό το βλέμμα της. Η γυναίκα με τα μπλε μάτια. Εκείνη που κανένας δεν ήξερε το όνομά της.
«Θέλω να σου δώσω την ευχή μου, γιε μου. Να έχεις την ευχή μου. Και εσύ, κορίτσι μου, συγχώρα με. Ξέχασα πως κάποτε και εγώ ήμουν ξενομερίτισσα».
CC
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

One response to “Ξενομερίτισσα”
[…] Μια ακόμα απειλή για τον Στέλιο Ξενομερίτισσα […]