«Τι έχεις να μου δείξεις;» ρώτησε η Σοφία και ακολούθησε την πεταλούδα μέσα στο λιβάδι.
Ακόμα δεν είχε καταλάβει αν έβλεπε όνειρο ή αν υπήρχε κάποιος λόγος που αυτή η πεταλούδα είχε μπει τόσο μυστήρια μέσα στο αυτοκίνητο και είχε διαλέξει να κάτσει στην αγκαλιά της. Όσο την ακολουθούσε τόσο της φαινόταν γνωστό το μέρος που πήγαιναν.
«Μαμά!»
Η Σοφία κατάλαβε πού ήταν. Στην αυλή της γιαγιάς της. Εκεί που όλη η οικογένεια μαζευόταν στις διακοπές. Εκεί που είχαν περάσει πολλά καλοκαίρια με τα ξαδέρφια της. Αυτές οι στιγμές πάντα είχαν μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά της. Μύριζαν ανεμελιά και νοσταλγία. Ήταν το ωραιότερο κομμάτι από τα παιδικά της χρόνια.
Η γιαγιά της καθισμένη σε μια κουνιστή καρέκλα διάβαζε ένα παραμύθι ενώ όλα τα παιδιά κάθονταν στο πάτωμα μπροστά στα πόδια της και την άκουγαν με προσοχή. Η μαμά της καθάριζε φρούτα και τάιζε όλα τα παιδιά. Η πεταλούδα πέταξε από πάνω τους και πέρασε από την πόρτα της αυλής. Η Σοφία κατάλαβε ότι έπρεπε να συνεχίσουν.
Από μακριά φαινόταν η θάλασσα. Όσο πλησίαζαν, η Σοφία άρχισε να ακούει τα κύματα, τα γέλια και τις παιδικές φωνές. Ήξερε τι θα δει. Ήταν τότε που η μαμά προσπαθούσε να τους μάθει να κολυμπάνε. Εκείνη όμως με την μικρή της αδερφή έπαιζαν στην άμμο γιατί φοβόντουσαν το νερό. Η μαμά τους με ένα πολύχρωμο ολόσωμο μαγιό προσπαθούσε να τις πείσει να μπουν μέσα. Χόρευε στα ρηχά και έκανε αστείες κινήσεις και εκείνες ξεκαρδίζονταν στα γέλια.
«Μπορώ να της μιλήσω;» ρώτησε την πεταλούδα αλλά εκείνη πέταξε μακριά και η Σοφία έπρεπε να τρέξει για να την προλάβει.
Κατέβηκαν στην αγορά. Εκεί είδε την μαμά της να διαλέγει φορέματα για το πάρτι γενεθλίων που ετοίμαζε στα κορίτσια. Πάντα τους τα έκανε μαζί. Η Σοφία ήταν δέκα ετών. Η αδερφή της ένα χρόνο μικρότερη. Ήταν η μέρα που είδαν τον πατέρα τους να περνάει από δίπλα τους. Η μαμά της κοίταξε τα κορίτσια για να δει πώς θα αντιδράσουν. Αυτός ο άνθρωπος ζούσε σαν να μην είχε κάνει ποτέ παιδιά. Δεν ήθελε καμία επαφή μαζί τους. Δεν είχε συμβεί να τον συναντήσουν ξανά τυχαία. Ήταν σαν να τις ξέχασε. Η απογοήτευση στο πρόσωπο της μαμάς έμεινε χαραγμένη μέσα στο μυαλό των κοριτσιών για πολλά χρόνια. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδαν.
«Δεν πειράζει, μαμά, έκανες ό,τι μπορούσες», ψιθύρισε η Σοφία και συνέχισε.
Στην πλατεία, είδε την μαμά της να παίζει κυνηγητό μαζί τους, να τους περιποιείται τα τραύματα στα πόδια όταν έπεφταν, να συζητάει για όσα τις απασχολούσαν, να τις συμβουλεύει, να τις υπερασπίζεται. Εκείνη τη μέρα είχε συνειδητοποιήσει ότι η μαμά της ήταν κάτι περισσότερο από μαμά. Ήταν φίλη, προστάτιδα, ηρωίδα στα παιδικά της μάτια. Ήταν η καλύτερη μαμά που θα μπορούσε να ζητήσει.
Η πεταλούδα χάθηκε μέσα στον κόσμο. Σαν να ήθελε να χαιρετίσει και άλλους ανθρώπους. Η Σοφία προχώρησε και μπήκε μέσα σε μια εκκλησία. Της φάνηκε γνώριμη. Τα λουλούδια, το φως που έμπαινε από τα παράθυρα, το τρεμόπαιγμα των κεριών, το βουβό κλάμα. Σε μια γωνία είδε να στέκεται ο νεαρός γείτονας της, ο Μάνος. Δεν σήκωνε το κεφάλι του παρά μόνο για να κοιτάζει την Σοφία. Θυμήθηκε ποια μέρα ήταν. Ήταν η κηδεία της γιαγιάς της.
«Δεν θα αντέξω να το ζήσω αυτό και με την μαμά μου. Δεν είμαι έτοιμη ακόμα. Δεν την χόρτασα!»
Μπήκε ξανά στο σχολείο της, στο πανεπιστήμιο, στην πρώτη της δουλειά, στο πρώτο της ραντεβού με τον Μάνο. Είδε τα βράδια που η μαμά της ξενυχτούσε από την αγωνία μέχρι να ακούσει το κλειδί στην πόρτα. Είδε τα βράδια που συζητούσαν στο κρεβάτι για αυτό το αγόρι, για τα σχέδιά τους, για το μέλλον. Είδε την μαμά της να κλαίει από χαρά στον γάμο τους. Την αδερφή της να προοδεύει και να κάνει και εκείνη την δική της οικογένεια. Την ημέρα που πήρε προαγωγή και μετάθεση για άλλη πόλη, μακριά από το πατρικό της. Πώς ταλαντευόταν ανάμεσα στην σωστή απόφαση. Είχε πάντα την στήριξη όλων. Η επιλογή έπρεπε να είναι δική της. Ήθελε να ανοίξει τα φτερά της, να δοκιμάσει κάτι καινούργιο. Έτσι, πήρε την απόφαση να ζήσει μακριά το μέρος που μεγάλωσε και τους ανθρώπους που αγαπούσε.
Μπήκε στο νοσοκομείο. Εκεί η πεταλούδα πέρασε πάνω από όλα τα κρεβάτια. Αυτό το δωμάτιο είχε γίνει πια το δεύτερο σπίτι της μαμάς της. Η πιο δυνατή γυναίκα που ήξερε ήταν πια ένα μικρό κοριτσάκι. Η αδερφή της πάντα στο πλάι της να την εξυπηρετεί. Το τηλέφωνο χτυπούσε κάθε λίγες ώρες. Ήταν η Σοφία που ήθελε να μιλάει με την μαμά της. Η απόσταση την διέλυε. Είχε εξαντλήσει τις άδειές της. Την παρηγορούσε να ακούει την φωνή της. Η αδερφή της την ενημέρωνε για όλα χωρίς να ακούει η μαμά τους. Δεν υπήρχε ελπίδα. Δεν υπήρχε χρόνος. Η Σοφία ήξερε ότι σύντομα θα χτυπούσε το τηλέφωνο και θα άκουγε αυτό που κανένα παιδί δεν θέλει να ακούσει. Ότι χάνει την μαμά του.
Βγήκε στον δρόμο χωρίς να δει πού είναι η πεταλούδα. Ήθελε να πάει στο σπίτι της. Έπρεπε να πάει αμέσως. Έπρεπε να προλάβει την μαμά της ζωντανή. Μπήκε σε στενά που δεν είχε ξαναδεί, δυσκολευόταν να περπατήσει, ένιωθε σαν πάγωσε ο χρόνος, σαν να ήταν έτοιμη να ξυπνήσει. Στο βάθος, εκεί ήταν το σπίτι. Έφτασε στον κήπο και άνοιξε διάπλατα τις πόρτες. Άρχισε να φωνάζει την μαμά της.
Η πόρτα του πατρικού της άνοιξε. Η μαμά της, πιο χαμογελαστή από ποτέ, την υποδέχτηκε.
«Σε περίμενα, αγάπη μου»
«Μαμά! Μαμά!»
Η Σοφία έπεσε στην αγκαλιά της. Επιτέλους, την άγγιζε, την φιλούσε, την έσφιγγε πάνω της. Μύριζε όπως πάντα σαν γλυκό τριαντάφυλλο. Η πιο γλυκιά μυρωδιά είναι της μαμάς. Χάιδεψε τα μαλλιά της, ρούφηξε το άρωμά τους. Κοίταξε το πρόσωπό της. Τι όμορφη που ήταν! Δεν είχε ούτε μια ρυτίδα, ούτε ένα σημάδι που να μαρτυρούσε τον χρόνο. Το σώμα της, τόσο δυνατό, τα μάτια της, τόσο γελαστά, έσφυζε ολόκληρη από ζωή. Δεν πίστευε αυτό που έβλεπε. Ήταν τόσο όμορφη, σαν άγγελος.
«Είσαι καλά, μαμά; Πονάς;»
«Όχι, αγάπη μου. Γιατί να πονάω; Νιώθω υπέροχα. Η ψυχή μου πετάει ελεύθερη. Εσύ, γιατί πονάς;»
«Δεν θέλω να σε χάσω. Δεν μπορώ. Όχι ακόμα…»
«Μην κλαις, αγάπη μου. Μην στεναχωριέσαι. Είμαι καλά, σου λέω αλήθεια. Είμαι εδώ και πάντα θα είμαι. Ποτέ δεν θα σε αφήσω. Γίνεται να σε ξεχάσει η ψυχή μου; Ποτέ! Ποτέ δεν θα σε αφήσω. Σε κάθε σου βήμα, σε κάθε σου στιγμή, θα είμαι εκεί. Θα είμαι μαζί σου. Μου υπόσχεσαι ότι θα γελάς; Ότι θα χαίρεσαι; Να ζήσεις, αγάπη μου! Να ζήσεις! Μου το υπόσχεσαι;»
«Ναι… Θα το κάνω, μαμά. Συγγνώμη που δεν ήμουν κοντά σου»
«Ήσουν, πάντα ήσουν. Θέλω να προσέχεις την αδερφή σου. Και τον άντρα σου. Να είστε πάντα αγαπημένοι. Είδες πόσα ζήσαμε μαζί; Να τα θυμάσαι πάντα. Όλα τα όμορφα να τα κρατάς στην καρδιά σου. Για αυτό ήθελα να τα δεις. Ό,τι σου έχω μάθει να το θυμάσαι. Να δίνεις αγάπη. Να ζεις με αγάπη. Και εγώ… Εγώ θα σε καμαρώνω πάντα!»
Η πεταλούδα, αργοπορημένη, έφτασε και κάθισε πάνω στον ώμο της μαμάς της. Τέντωσε τα φτερά της και κοίταξε την Σοφία. Ήταν η ώρα.
«Πρέπει να φύγω, αγάπη μου. Είσαι έτοιμη. Να έχεις την καρδιά σου ανοιχτή. Θα έρχομαι. Θα σε βλέπω. Θα σε προσέχω. Θα ζω κοντά σου. Γιατί η ψυχή δεν πεθαίνει ποτέ. Έτσι το έκανε ο Θεός για να μην χωριζόμαστε. Θα είμαι πάντα μαζί σου. Θα δεις. Θα με δεις ότι θα χαμογελάω!»
Η Σοφία άνοιξε απότομα τα μάτια της. Κοίταξε γύρω της αμέσως. Ήταν μέσα στο αυτοκίνητο. Είχαν σταματήσει έξω από τον κήπο του πατρικού της.
«Φτάσαμε, αγάπη μου», της είπε απαλά ο Μάνος. Την είδε ότι θυμήθηκε την πεταλούδα που καθόταν στην αγκαλιά της και την έψαξε. Αλλά τα χέρια της ήταν άδεια. «Έφυγε κάποια στιγμή, δεν ξέρω πώς», της εξήγησε.
Η Σοφία και ο Μάνος βγήκαν από το αμάξι. Την είδε ότι είχε μια αλλιώτικη ηρεμία. Δεν βιαζόταν πια. Δεν ανησυχούσε.
«Έφυγε η μαμά μου, Μάνο», του είπε και κλείστηκε στην αγκαλιά της.
«Πώς; Λυπάμαι, αγάπη μου. Συγγνώμη που δεν πρόλαβα να σε φέρω νωρίς»
«Την είδα στον ύπνο μου», μουρμούρισε μέσα στην αγκαλιά του. «Την αποχαιρέτησα».
Μπήκαν στο σπίτι και ανέβηκαν στο υπνοδωμάτιο. Η αδερφή της καθόταν δίπλα στο κρεβάτι και χάιδευε το κεφάλι της μαμά της. Τα δύο κορίτσια αγκαλιάστηκαν σφιχτά. Η αδερφή της προσπάθησε να της εξηγήσει ότι δεν πρόλαβε και η μαμά έφυγε. Η Σοφία κούνησε το κεφάλι γιατί το ήξερε. Η αδερφή της ανακουφίστηκε που ήταν πάλι όλοι μαζί. Φοβόταν την αντίδραση της Σοφίας. Είχε χάσει πολλές στιγμές με την μαμά. Πίστευε ότι οι τύψεις θα την σκότωναν. Είδες όμως μια συμφιλίωση μέσα της που μαλάκωσε και την δική της καρδιά. Σαν να μοιράστηκαν μια ελπίδα. Ότι η μαμά θα ήταν πάντα μαζί τους.
«Τι είναι αυτό;» έδειξε ο Μάνος με το χέρι του.
«Είναι ώρα εδώ, δεν φεύγει», είπε η αδερφή της.
«Μοιάζει με αυτήν που ήταν μαζί μας στο αμάξι, σε όλη την διαδρομή μέχρι να έρθουμε εδώ», κοίταξε την Σοφία για επιβεβαίωση.
«Όχι, δεν νομίζω, Μάνο. Κάθεται στον ώμο της μαμάς όλη μέρα».
«Έχει μια λευκή βούλα στο φτερό;»
«Ναι, πού το ξέρεις;»
«Αυτή πρέπει να είναι! Μα γιατί;»
Κοίταξαν και οι δύο την Σοφία. Εκείνη όμως δεν απάντησε. Πλησίασε και κάθισε δίπλα στην μαμά της. Την φίλησε. Κοίταξε το πρόσωπό της. Είδε ότι χαμογελούσε. Όπως ακριβώς της το είχε υποσχεθεί.
CC
Τέλος
