«Έλα αμέσως! Η μαμά φεύγει!»
Η Σοφία έκλεισε απότομα το τηλέφωνο. Δεν πρόλαβε να απαντήσει στην αδερφή της. Φυσικά και θα πήγαινε αμέσως. Αλλά δεν μπόρεσε να βγάλει ούτε μια λέξη από το στόμα της.
Φυσικά και ήξερε από καιρό ότι η μαμά θα έφευγε. Αλλά τώρα που αυτή η στιγμή ήταν μπροστά της, το στομάχι της είχε δεθεί κόμπο. Νόμιζε ότι ήταν έτοιμη, ότι το είχε αποδεχθεί. Δεν μπορούσε να κάνει και τίποτα άλλο κανείς, η κατάσταση της μαμάς της ήταν μη αναστρέψιμη. Τώρα όμως είχε μουδιάσει ολόκληρη, δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Ευτυχώς ήταν μαζί της στο σπίτι ο Μάνος, ο άντρας της. Πήγε αμέσως κοντά της να την πιάσει πριν σπάσει σε κομμάτια. Μέσα στην αγκαλιά του άφησε τα δάκρυα να τρέξουν να μαλακώσει η καρδιά της. Όταν κατάφερε να την ηρεμήσει, τηλεφώνησε στην αδερφή της και της επιβεβαίωσε ότι θα κάνουν ό,τι μπορούν για να φτάσουν εγκαίρως. Έπειτα τηλεφώνησε στις δουλειές τους και πήρε άδεια για όσες μέρες χρειαζόταν. Μετά προσπάθησε να κλείσει τις θέσεις για να πάνε στο πατρικό της. Εκεί δεν φάνηκε να είναι η τύχη με το μέρος τους.
«Δεν υπάρχει πτήση σήμερα. Θα δω με πλοίο».
Η ανησυχία φάνηκε αμέσως στα μάτια της. Κάθε ώρα μετρούσε. Χωρίς αεροπλάνο ήταν όλα στον αέρα. Ο Μάνος της έδωσε αμέσως την εναλλακτική αλλά κατά βάθος ήξεραν και οι δύο ότι δεν θα προλάβαιναν με το καράβι.
«Τζίφος. Θα πάμε με το αμάξι».
Η Σοφία κούνησε θετικά το κεφάλι με μια μηχανική κίνηση σαν να συμφωνούσε αλλά ταυτόχρονα δεν καταλάβαινε και τίποτα. Απλά ακολουθούσε τις οδηγίες του άντρα της που ευτυχώς ήταν στο πλάι της. Την άφησε στο σαλόνι και της είπε να τον περιμένει εκεί. Μπήκε στο υπνοδωμάτιο και ετοίμασε τα πράγματά τους. Διάλεξε ένα σκούρο κοστούμι για εκείνον και το επίσημο μαύρο φόρεμα που είχε φορέσει η Σοφία στην κηδεία της γιαγιάς της. Δεν ήξερε πολλά από ρούχα, πάντα η γυναίκα του τον βοηθούσε με αυτά, αλλά τώρα του φάνηκε ότι ήταν μια ασφαλής επιλογή. Δεν είχε και άλλη. Πήρε παπούτσια να ταιριάζουν, πιτζάμες και ό,τι άλλο θα χρειάζονταν για μερικές μέρες. Επέστρεψε στο σαλόνι, σήκωσε την γυναίκα του που καθόταν ακόμα ακίνητη στον καναπέ και πήγαν στο αμάξι.
Η Σοφία έδεσε νευρικά την ζώνη της και κοίταξε τον άντρα της. Ο Μάνος την κοίταξε και αυτός. Δεν την άφησε να δει την δική του αγωνία αν θα τα καταφέρουν να φτάσουν εγκαίρως. Δεν την άφησε να δει τον φόβο ότι δεν θα προλάβει την μαμά της ζωντανή. Είχε μια πρωτόγνωρη αυτοκυριαρχία που η Σοφία την εκτίμησε πολύ και ποτέ δεν την ξέχασε. Γιατί σε εκείνη τη στιγμή, την πιο δύσκολη της ζωής της, ο άντρας της στάθηκε βράχος απέναντί της και ήταν η μεγαλύτερη απόδειξη της αγάπης του.
Ο δρόμος μπροστά τους ήταν ατελείωτος, οι ώρες μέχρι να φτάσουν έμοιαζαν αμέτρητες. Ο χρόνος ήταν εναντίον τους. Ο ήλιος έδυε πίσω τους βάφοντας χρυσό τον ουρανό. Το φως άρχισε να χάνεται. Ο Μάνος έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε. Ήταν εξαιρετικός οδηγός αλλά δεν μπορούσε να νικήσει το ρολόι.
Εκείνη τη στιγμή, από το μισάνοιχτο παράθυρο, μπήκε μια πεταλούδα. Μια μεγάλη καφέ πεταλούδα με μια λευκή βούλα πάνω στο ένα της φτερό. Πέταξε και έκατσε πάνω στα πόδια της Σοφίας. Εκείνη ξαφνιασμένη έκανε να την πιάσει. Η πεταλούδα δεν αντιστάθηκε. Έκατσε μέσα στα χέρια της ακίνητη. Μάλιστα της φάνηκε σαν να την κοιτούσε μες τα μάτια.
«Έχουμε συνταξιδιώτη μου φαίνεται», απόρησε ο Μάνος.
«Ναι. Φοβάμαι να την αφήσω έξω. Φυσάει πολύ».
«Κράτα την στην αγκαλιά σου. Ούτως ή άλλως εσένα διάλεξε. Έτσι δεν είναι;»
Έτσι ήταν. Φαινόταν σαν όντως να διάλεξε την Σοφία. Άγνωστο πώς η πεταλούδα κατάφερε να πετάξει με τόσο αέρα, να μπει από το παράθυρο και να κάτσει στην δική της αγκαλιά. Ήταν παράξενο μα η γυναίκα δεν είχε την δύναμη να το αναλύσει. Το μόνο που ήθελε ήταν να κλείσει τα μάτια της και όταν τα ανοίξει να δει την μαμά της.
Ο άντρας της την παρότρυνε να κοιμηθεί. Θα βοηθούσε να περάσει η ώρα πιο ανώδυνα. Το μεγάλο ταξίδι ήταν πολύ κουραστικό αλλά δεν μπορούσε να το διακινδυνέψει κάνοντας στάση για ξεκούραση. Τουλάχιστόν ας κοιμόταν εκείνη. Η Σοφία του χαμογέλασε με ευγνωμοσύνη και έγειρε το κεφάλι στα πλάγια πριν πέσει σε βαθύ ύπνο. Η ψυχή της είχε εξαντληθεί από τον πόνο. Το μόνο που ήθελε ήταν να πετάξει μακριά εκεί που δεν υπάρχει θλίψη και φόβος. Εκεί που δεν υπάρχει πια πόνος.
Στο όνειρό της, είδε ότι περπατούσε σε ένα απέραντο λιβάδι. Χάιδευε τα λουλούδια που συναντούσε στο πέρασμά της και ένιωθε το γρασίδι απαλό στα πόδια της. Κοίταξε τα ρούχα της και φορούσε ένα μαύρο φόρεμα. Το άγγιξε και κατάλαβε ότι ήταν εκείνο που είχε φορέσει στην κηδεία της γιαγιάς της. Ξαφνικά ένιωσε σαν να την τσίμπησε η πραγματικότητα. Φώναξε το όνομα του Μάνου. Δεν ήταν πια σίγουρη ότι ήταν όνειρο. Ξαφνικά είδε μπροστά της την πεταλούδα. Την ίδια μεγάλη καφέ πεταλούδα με την λευκή βούλα στο φτερό. Εκείνη που καθόταν στην αγκαλιά της μέσα στο αυτοκίνητο. Πετούσε μπροστά της και την κοίταζε. Η Σοφία κατάλαβε ότι έπρεπε να την ακολουθήσει.
CC
Συνεχίζεται…

One response to “Η πεταλούδα – Μέρος 1ο”
[…] Προηγούμενο […]