Το ρολόι στον τοίχο του γραφείου κίνησης στον μικρό, απομονωμένο σταθμό του Corrour, βαθιά μέσα στα σκωτσέζικα Χάιλαντς, έδειχνε 23:45. Ο Γιάννης άφησε την κούπα με τον ζεστό καφέ πάνω στο ξύλινο γραφείο και πλησίασε το παράθυρο κοιτάζοντας το απόλυτο σκοτάδι που είχε τυλίξει τα πάντα έξω. Η υγρασία του Ιανουαρίου είχε δημιουργήσει ένα λεπτό στρώμα πάγου πάνω στα τζάμια, κάνοντας το φως των εξωτερικών προβολέων να διαχέεται σαν θαμπή, απόκοσμη λάμψη.
Είχαν περάσει σχεδόν τέσσερις μήνες από τις αρχές του φθινοπώρου, όταν έφτασε εδώ.Η μετάβαση από έναν πολυσύχναστο σταθμό της κεντρικής Ελλάδας σε αυτό το ερημικό σημείο της Σκωτίας, όπου το τρένο αποτελούσε τη μοναδική σύνδεση με τον πολιτισμό, ήταν ένα σοκ για τον οργανισμό του. Τις πρώτες εβδομάδες, η σιωπή των Χάιλαντς τον έπνιγε. Η νυχτερινή βάρδια φαινόταν ατελείωτη, ένας βαρύς χρόνος που κυλούσε αργά, με μοναδική συντροφιά τον ήχο του ανέμου που σφύριζε ανάμεσα στις βουνοκορφές και το περιστασιακό τρίξιμο των σιδηροδρομικών σταθμών.
Η ρουτίνα αυτή άλλαξε ριζικά λίγες εβδομάδες μετά, εξαιτίας ενός δρομολογίου που δεν ήταν καν προγραμματισμένο να σταματά στον σταθμό του. Το τρένο των 23:45.
Δεν επρόκειτο για επιβατικό της γραμμής, που εκτελούσε κανονική στάση. Ήταν μια ειδική, νυχτερινή διέλευση, ένα τρένο που μετέφερε προσωπικό και υλικά, συνδέοντας την πόλη του Εδιμβούργου με τις πιο απομακρυσμένες βόρειες περιοχές. Λόγω της διαρρύθμισης των γραμμών και των κανονισμών ασφαλείας στο συγκεκριμένο σημείο, το τρένο αυτό δεν ανέπτυσσε ποτέ μεγάλη ταχύτητα. Αντίθετα μείωνε αισθητά τον ρυθμό του, περνώντας από την αποβάθρα του Corrour σε μια αργή, σχεδόν νωχελική διέλευση, σαν ένα σιδερένιο φάντασμα που σεβόταν την σιωπή του τόπου, πριν χαθεί και πάλι στο βαθύ σκοτάδι της νύχτας. Στο τελευταίο βαγόνι αυτού του τρένου καθόταν εκείνη.
Ο Γιάννης θυμόταν ακόμα την πρώτη φορά που την είδε, στις αρχές Σεπτεμβρίου. Ο καιρός ήταν ακόμη γλυκός κι εκείνος στεκόταν στην αποβάθρα για να επιβλέψει. Καθώς το τελευταίο βαγόνι πέρασε από μπροστά του, το εσωτερικό του φως φώτισε το παράθυρο. Εκεί καθόταν μια γυναίκα γύρω στα τριάντα. Φορούσε ένα χαρακτηριστικό σκούρο, πράσινο παλτό που έμοιαζε να ταιριάζει απόλυτα με τα χρώματα της σκωτσέζικης φύσης. Στα χέρια της κρατούσε ένα βιβλίο με φθαρμένο εξώφυλλο, αλλά τα μάτια της δεν ήταν στραμμένα στις σελίδες. Κοιτούσε απευθείας προς την αποβάθρα.
Όταν τα βλέμματά τους συναντήθηκαν για πρώτη φορά, εκείνη του χάρισε ένα απλό, φευγαλέο χαμόγελο. Ήταν ένα χαμόγελο ευγενικό, γεμάτο από την ζεστασιά των ανθρώπων που αναγνωρίζουν τη μοναξιά ενός άλλου μέσα στη νύχτα. Ο Γιάννης ξαφνιασμένος, δεν πρόλαβε να αντιδράσει πριν το βαγόνι χαθεί στο σκοτάδι. Την δεύτερη νύχτα, το σκηνικό επαναλήφθηκε με ακρίβεια δευτερολέπτου. 23:45. Το τρένο μείωσε ταχύτητα, η γυναίκα με το πράσινο παλτό εμφανίστηκε στο παράθυρο, το βιβλίο ήταν στα χέρια της και το χαμόγελο ήταν στα χείλη της. Αυτή την φορά ο Γιάννης ήταν προετοιμασμένος. Ανασήκωσε ελαφρά το χέρι του και της ανταπέδωσε το χαμόγελο. Ένιωσε μια παράξενη σπίθα να σπάει την παγωνιά της βάρδιας του.
Την τρίτη νύχτα, η συνάντηση αυτή είχε ήδη μετατραπεί σε μια άτυπη τελετουργία. Ο Γιάννης έπιανε τον εαυτό του να κοιτάζει το ρολόι από τις 23:00, νιώθοντας μια ανεπαίσθητη ανυπομονησία να μεγαλώνει μέσα του. Όταν το τρένο πέρασε, η ανταλλαγή των χαμόγελων δεν ήταν πλέον μια τυχαία ευγένεια, αλλά μια συνειδητή επιβεβαίωση «είμαι εδώ», έλεγε ο ένας στον άλλον και «σε περιμένω».
Αυτό το βουβό μοτίβο συνεχίστηκε αδιάκοπα για μήνες. Μέσα στο φθινόπωρο καθώς τα φύλλα έπεφταν και οι νύχτες μεγάλωναν κι έπειτα μέσα στον Δεκέμβρη, όταν το πρώτο χιόνι κάλυψε τις ράγες, η γυναίκα με το πράσινο παλτό έγινε η σταθερά του Γιάννη. Δεν ήξερε το όνομά της, δεν ήξερε πού πήγαινε, ούτε γιατί βρισκόταν σε εκείνο το τρένο κάθε βράδυ την ίδια ώρα ακριβώς. Όμως, η παρουσία της είχε γίνει η άγκυρά του στην απομόνωση των Χάιλαντς.
Όλα άλλαξαν μια νύχτα στα μέσα του Ιανουαρίου. Ο υδράργυρος είχε πέσει αρκετά κάτω από το μηδέν και ο αέρας λυσσομανούσε γύρω από το κτίριο του σταθμού. Ο Γιάννης βγήκε στην αποβάθρα, προστατεύοντας το πρόσωπό του με κασκόλ. Το τρένο εμφανίστηκε μέσα στην πυκνή ομίχλη, με τους προβολείς να σκίζουν το πυκνό πέπλο. Καθώς το τελευταίο βαγόνι πλησίαζε ο Γιάννης πήρε την γνώριμη θέση του. Περίμενε να δει το καθιερωμένο, αλλά όταν το παράθυρο έφτασε μπροστά του, παρατήρησε ότι το πρόσωπο της γυναίκας ήταν σοβαρό, γεμάτο από μια ένταση αποφασιστικότητας. Δεν κρατούσε το βιβλίο της. Αντίθετα, με μια γρήγορη, σχεδόν νευρική κίνηση, πίεσε ένα λευκό χαρτί Α4 πάνω στο τζάμι του παραθύρου. Ο Γιάννης μισοέκλεισε τα μάτια του μέσα στο ημίφως για να διαβάσει τα μεγάλα, μαύρα γράμματα που είχαν γραφτεί βιαστικά με μαρκαδόρο: «ΜΕ ΛΕΝΕ ΣΟΦΙΑ. ΕΣΕΝΑ;». Το σοκ ήταν ακαριαίο. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά γρήγορα. Το βαγόνι είχε ήδη αρχίσει να τον προσπερνά και ο χρόνος αντίδρασης του ήταν ελάχιστος. Χωρίς να σκεφτεί τις τυπικότητες ή την ασφάλεια, άρχισε να τρέχει πάνω στην αποβάθρα, παράλληλα με το κινούμενο τρένο. Τα πόδια του γλιστρούσαν ελαφρά στον παγετό, αλλά δεν τον ένοιαζε.
«Γιάννης!» φώναξε με όλη την δύναμη των πνευμόνων του, σκίζοντας την παγωμένη νύχτα. «Με λένε Γιάννη!». Μέσα από το τζάμι, είδε τα μάτια της Σοφίας να μεγαλώνουν. Άκουσε την φωνή του. Ένα τεράστιο, φωτεινό χαμόγελο, διαφορετικό από όλα τα προηγούμενα, γεμάτο ανακούφιση και παιδικό ενθουσιασμό, απλώθηκε στο πρόσωπό της. Σήκωσε το χέρι της σε έναν σύντομο χαιρετισμό καθώς το τρένο ανέπτυσσε ταχύτητα αφήνοντας τον Γιάννη λαχανιασμένο στην άκρη της αποβάθρας, με την ανάσα του να σχηματίζει λευκά σύννεφα στον αέρα.
Από την επόμενη κιόλας νύχτα, το παλιό βουβό μοτίβο έδωσε την θέση του σε μια ιδιότυπη, καταιγιστική αλληλογραφία. Ο Γιάννης δεν στεκόταν πια με τα χέρια στις τσέπες. Η προετοιμασία για τις 23:45 είχε γίνει ολόκληρη ιεροτελεστία. Είχε αγοράσει ένα μεγάλο μπλοκ με χοντρές λευκές σελίδες και τον πιο παχύ μαύρο μαρκαδόρο που μπορούσε να βρει στο κοντινότερο χωριό. Το παιχνίδι τους είχε έναν πολύ αυστηρό κανόνα: την ταχύτητα. Το τρένο περνούσε αργά, αλλά όχι αρκετά αργά ώστε να επιτρέπει μεγάλες προτάσεις. Είχαν στην διάθεση του οχτώ με εννιά δευτερόλεπτα οπτικής επαφής. Οι λέξεις έπρεπε να είναι ελάχιστες και γεμάτες νόημα. Έπρεπε να προλάβει ο ένας να διαβάσει το μήνυμα του άλλου και αν ήταν δυνατόν, να δείξει την δική του απάντηση.
Ο Γιάννης άρχισε να ζει για αυτές τις στιγμές. Κατά την διάρκεια της μέρας στο σπίτι όπου έμενε, έπιανε τον εαυτό του να σχεδιάζει τις απαντήσεις του. Δοκίμαζε λέξεις, τις έσβηνε, υπολόγιζε το μέγεθος των γραμμάτων. Ήταν ένας εθισμός, αλλά ο πιο ευχάριστος που είχε νιώσει ποτέ. Η μοναξιά των Χάιλαντς είχε υποχωρήσει κι είχε αντικατασταθεί από μια γλυκιά προσμονή. Οι νύχτες κυλούσαν και μαζί τους χτιζόταν μια ολόκληρη ιστορία κομμάτι – κομμάτι, λέξη – λέξη πάνω σε λευκά χαρτιά:
1η νύχτα: «ΑΠΟ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΓΙΑΝΝΗ;». Εκείνος έτοιμος σήκωσε το δικό του: «ΕΛΛΑΔΑ! ΕΣΥ;». Εκείνη πρόλαβε να γνέψει καταφατικά πριν χαθεί.
2η νύχτα: «ΣΚΩΤΣΕΖΑ, ΑΛΛΑ ΜΙΣΩ ΤΟ ΚΡΥΟ». Ο Γιάννης γέλασε δυνατά στην άδεια αποβάθρα δείχνοντάς της: «ΚΙ ΕΓΩ! ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙ Ο ΗΛΙΟΣ».
7Η νύχτα: είχε την πρωτοβουλία να ρωτήσει: «ΤΙ ΒΙΒΛΙΟ ΚΡΑΤΑΣ ΠΑΝΤΑ;». Την επόμενη νύχτα, η Σοφία είχε έτοιμη την απάντηση: «ΤΟΝ ΜΠΡΟΥΤΖΙΝΟ ΚΑΒΑΛΑΡΗ. ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ».
12η νύχτα: «ΓΙΑΤΙ ΕΙΣΑΙ ΣΤΟ CORROUR;». «ΜΕΤΑΘΕΣΗ. ΜΟΝΑΞΙΑ, ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΣΕ ΔΩ.». Όταν διάβασε αυτές τις λέξεις, η Σοφία έφερε το χέρι της στο στήθος και το βλέμμα που του έριξε ήταν γεμάτο απροσδόκητη τρυφερότητα.
Μέσα από αυτή την διαδικασία, ο Γιάννης έμαθε τα βασικά της ζωής της. Η Σοφία εργαζόταν σε μια εκδοτική εταιρεία στο Εδιμβούργο και αυτό το συγκεκριμένο τρένο ήταν το μοναδικό που την εξυπηρετούσε για να επιστρέψει στο πατρικό της σπίτι πιο βόρεια, όπου φρόντιζε μια ηλικιωμένη θεία της μετά την δουλειά. Έμαθε ότι προτιμούσε τον καφέ της σκέτο, ότι αγαπούσε την θάλασσα και ότι κάθε βράδυ έψαχνε την φιγούρα του στην αποβάθρα με την ίδια αγωνία που είχε κι εκείνος.
Ο χειμώνας άρχιζε σιγά σιγά να χαλαρώνει. Ο Φεβρουάριος έφυγε, ο Μάρτιος έφερε τις πρώτες δειλές ενδείξεις της άνοιξης, ο αέρας δεν ήταν πια τόσο παγωμένος αν και η υγρασία παρέμεινε. Το μοτίβο των σημειωμάτων είχε γίνει πια μια δεύτερη φύση και για τους δυο. Είχαν αναπτύξει έναν δικό τους κώδικα επικοινωνίας.
Ήταν μια νύχτα στις αρχές Απριλίου. Ο Γιάννης στεκόταν στην αποβάθρα, κρατώντας το μπλοκ του. Το ρολόι έδειξε 23:45. Μακριά στο βάθος, ο γνώριμος προβολέας του τρένου έσκισε το σκοτάδι. Καθώς η βαριά σιδερένια μάζα πλησίαζε, ο Γιάννης παρατήρησε αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο ήχος που ερχόταν από τις γραμμές δεν ήταν ο συνηθισμένος αλλά ένας βαθύς, μεταλλικός κι απότομος θόρυβος. Καθώς μπήκε η ατμομηχανή στα όρια του σταθμού, ακούστηκε το εκκωφαντικό σφύριγμα φρένων. Σπίθες άρχισαν να πετάγονται από τις ράγες. Το τρένο άρχισε να μειώνει ταχύτητα πολύ πιο γρήγορα από το κανονικό, μέχρι που με έναν τελευταίο δυνατό κραδασμό σταμάτησε τελείως.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν απόλυτη. Το τρένο των 23:45, που δεν έκανε στάση ποτέ, ήταν ακινητοποιημένο μπροστά του. Ο Γιάννης πάγωσε για μερικά δευτερόλεπτα, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί. Ξαφνικά ο ασύρματος στην ζώνη του ζωντάνεψε. Ήταν ο κεντρικός ελεγκτής κίνησης από τον σταθμό Φόρτ Γουίλιαμ.
– Γιάννη με ακούς; ακούστηκε ο συνάδελφός του.
– Σε ακούω Μπομπ, τι συνέβη; το τρένο σταμάτησε εδώ.
– Έχουμε σοβαρή τεχνική βλάβη στο σύστημα πέδησης της αμαξοστοιχίας και παράλληλα αναφέρθηκε πρόβλημα στις γραμμές λίγα μίλια πιο βόρεια, λόγω μιας μικρής κατολίσθησης από τις βροχές. Το τεχνικό συνεργείο ξεκινάει ήδη αλλά το τρένο θα μείνει καθηλωμένο στον σταθμό για τουλάχιστον μία ώρα.
– Κατάλαβα Μπομπ, απάντησε ο Γιάννης αλλά το μυαλό του δεν βρισκόταν πλέον στις γραμμές ή στους κανονισμούς ασφαλείας.
Το βλέμμα του στράφηκε αμέσως προς το τέλος της αμαξοστοιχίας. Πλησίασε με γρήγορα βήματα. Μέσα από το τζάμι, είδε την Σοφία όρθια. Το πρόσωπό της εξέφραζε μια μίξη έκπληξης και ανησυχίας. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα η πόρτα του βαγονιού άνοιξε. Η Σοφία εμφανίστηκε στο πλατύσκαλο. Φορούσε το πράσινο παλτό της αλλά τα χέρια της ήταν ελεύθερα. Κατέβηκε τα τρία σιδερένια σκαλιά και πάτησε για πρώτη φορά το πόδι της στην αποβάθρα του Corrour. Έμειναν να κοιτάζονται σε απόσταση λίγων μέτρων. Για μήνες, ολόκληρος ο κόσμος τους περιοριζόταν σε ένα γυάλινο πλαίσιο και μερικές γραμμένες λέξεις. Τώρα η απόσταση είχε εκμηδενιστεί.
– Λοιπόν…. είπε η Σοφία.
Η φωνή της ήταν ακριβώς όπως την είχε φανταστεί ο Γιάννης, απαλή με εκείνη την μελωδική σκωτσέζικη προφορά. Ένα νευρικό αλλά ζεστό χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της .
– Φαίνεται ότι οι γραμμές των Χάιλαντς αποφάσισαν να μας κάνουν ένα δώρο απόψε.
Ο Γιάννης προχώρησε προς το μέρος της και στάθηκε μπροστά της.
– Είναι η πρώτη φορά που σε ακούω να μιλάς, είπε χαμηλόφωνα, σαν να φοβόταν ότι αν μιλούσε δυνατά, η σκηνή θα διαλυόταν σαν όνειρο.
Η Σοφία χαμήλωσε ελαφρά το βλέμμα της, νιώθοντας ένα κοκκίνισμα στα μάγουλά της.
– Κι εσύ είναι πρώτη φορά που δεν τρέχεις πίσω από ένα τρένο, φωνάζοντας το όνομά σου, απάντησε με ένα ελαφρύ γέλιο.
– Θέλεις να καθίσουμε; της πρότεινε, δείχνοντας το παγκάκι κάτω από το αμυδρό φως του σταθμού. Έχουμε τουλάχιστον μια ώρα μπροστά μας.
– Έχουμε όλο το χρόνο του κόσμου!
Κάθισαν κοντά με τους ώμους τους να ακουμπούν ελαφρά για να προστατευτούν από την ψύχρα της νύχτας. Ο Γιάννης της μίλησε για την Ελλάδα, για την θάλασσα του Αιγαίου, για τον ήλιο που έκαιγε τα καλοκαίρια και για το πώς βρέθηκε εδώ αναζητώντας μια νέα αρχή.
Η Σοφία τον άκουγε με απόλυτη προσοχή, με τα μάτια της καρφωμένα στο πρόσωπό του.
– Ξέρεις Γιάννη, είπε σιγανά, για μένα αυτό το τρένο ήταν μια φυλακή. Οι μέρες μου στο Εδιμβούργο είναι γεμάτες πίεση, αριθμούς, προθεσμίες. Και οι νύχτες μου… επιστροφή σε ένα σπίτι γεμάτο ευθύνες και μοναξιά. Όταν το τρένο ξεκινούσε, ένιωθα ότι απλά μεταφερόμουν από την μια υποχρέωση στην άλλη. Αλλά μετά ο σταθμός του Corrour έγινε το σημείο όπου ο χρόνος σταματούσε. Κάθε βράδυ περίμενα να δω αν ο σταθμάρχης θα είναι στην θέση του.
Έβγαλε από την τσάντα της το βιβλίο του «Μπρούτζινου Καβαλάρη». Το άνοιξε προσεκτικά. Μέσα στις σελίδες του υπήρχαν με προσοχή διπλωμένα όλα τα χαρτιά που του είχε δείξει.
– Τα κράτησες όλα; την ρώτησε νιώθοντας έναν κόμπο συγκίνησης στον λαιμό του.
– Φυσικά. Ήταν οι μόνες λέξεις που με έκαναν να χαμογελώ κατά την διάρκεια του χειμώνα. Όταν μου έγραψες ότι σου λείπει ο ήλιος ήθελα τόσο πολύ να κατέβω και να σου πω ότι για μένα ο ήλιος ήταν αυτός εδώ ο σταθμός. Αλλά φοβόμουν. Φοβόμουν πως αν το τρένο σταματούσε ποτέ, αν σπάγαμε το μοτίβο η μαγεία θα χανόταν. Ότι θα συνειδητοποιούσαμε πως είμαστε απλά δυο ξένοι που δεν έχουν τίποτα κοινό.
– Και τώρα; την ρώτησε, γυρίζοντας το σώμα του προς το μέρος της και κοιτάζοντάς την βαθιά στα μάτια. Τώρα που το τρένο σταμάτησε;
Η Σοφία έκλεισε το βιβλίο και το άφησε στην άκρη. Τον κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο ειλικρίνεια και μια βαθιά ώριμη βεβαιότητα.
– Όχι, είπε ξεκάθαρα. Τώρα νιώθω ότι η μαγεία δεν ήταν το τρένο ή τα σημειώματα. Η μαγεία ήμασταν εμείς. Και τώρα που μιλάμε νιώθω σαν να σε ξέρω από πάντα.
Και μίλησαν για τα πάντα. Για τα μικρά πράγματα που τους άρεσαν, για τις ταινίες που είχαν δει, για την μουσική που άκουγαν. Αυτός της περιέγραψε πώς είναι η ζωή σε ένα ελληνικό νησί και η Σοφία του περιέγραψε την ομορφιά των σκωτσέζικων λιμνών όταν ο ήλιος δύει πίσω από τα βουνά.
Η ηρεμία της νύχτας διακόπηκε από έναν απότομο μεταλλικό ήχο από την μηχανή της αμαξοστοιχίας. Το τρένο πήρε μπροστά και τα φώτα στο εσωτερικό των βαγονιών που είχαν χαμηλώσει άναψαν ξανά. Ο ασύρματος «μίλησε»: Γιάννη όλα έτοιμα, το τρένο αναχωρεί σε δύο λεπτά.
Η Σοφία σηκώθηκε όρθια.
– Πρέπει να ανέβω.
– Το ξέρω, απάντησε.
Η Σοφία έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. Στάθηκε στις μύτες των ποδιών της, τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και τον αγκάλιασε σφιχτά. Ο Γιάννης την κράτησε πάνω του νιώθοντας την μυρωδιά των μαλλιών της και την ζεστασιά του σώματός της. Όταν απομακρύνθηκε ελαφρά, τον κοίταξε στα μάτια και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Έπειτα με μια γρήγορη κίνηση, έπιασε το χέρι του και πίεσε μέσα στην παλάμη του ένα μικρό διπλωμένο κομμάτι χαρτιού.
– Μην το ανοίξεις μέχρι να φύγει το τρένο, του ψιθύρισε με παιχνιδιάρικο χαμόγελο.
Γύρισε, ανέβηκε γρήγορα τα σιδερένια σκαλιά και προχώρησε προς το τελευταίο βαγόνι. Ο Γιάννης πήρε την θέση του στην αποβάθρα, σήκωσε το πράσινο σήμα κι έδωσε άδεια αναχώρησης. Το τρένο ανέπτυξε ταχύτητα μέχρι που χάθηκε.
Ο Γιάννης έμεινε μόνος στην αποβάθρα κι άνοιξε το μικρό διπλωμένο χαρτί. Πάνω στο χαρτί ήταν γραμμένος ένας αριθμός κινητού και μερικές λέξεις:
Αύριο είναι το ρεπό μου. Στις 12:00 ακριβώς, θα σε περιμένω στο μικρό καφέ στην πλατεία του Εδιμβούργου. Θα κρατάω το βιβλίο του Μπρούτζινου Καβαλάρη. Μην αργήσεις. Η διέλευση μας τελείωσε, ήρθε η ώρα για στάση.
Ο Γιάννης δίπλωσε το χαρτί με προσοχή και το έβαλε στην τσέπη του. Κοίταξε τις άδειες γραμμές που χάνονταν στον ορίζοντα, χαμογέλασε και περπάτησε αργά προς το γραφείο κίνησης. Η ζωή του, μετά από πολλούς μήνες χειμώνα, είχε μόλις ξεκινήσει.
Νατάσα Ξαγοράρη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
