Νούλα, απ’ το Σουλτάνα

– Βρε μαμά, θα με τρελάνεις; Εσύ δεν φαγώθηκες να έρθεις εδώ;

– Ζήτησα εγώ να φύγω απ’ το ζεστό μου σπιτάκι για να με κλείσετε σε ίδρυμα; η κυρία Νούλα γούρλωσε τα μάτια της

– Μανούλα μου γλυκιά… μη με σκας! Εσύ δεν έλεγες ότι θέλεις να έρθεις εδώ για να κάνεις παρέες, γιατί είχες βαρεθεί να είσαι κλεισμένη στους τέσσερις τοίχους; η Ελπίδα την κοιτούσε αγανακτισμένη

– Ε, βέβαια! Αφού δεν ερχόσασταν καν να με δείτε! Μόνη μου όλη μέρα, παρέα με την τηλεόραση… σκούπισε ένα αόρατο δάκρυ απ’ το δεξί της μάτι

– Μαμά! Ερχόμουν μέρα παρά μέρα! Και τα παιδιά έρχονταν σχεδόν κάθε μέρα να σε δουν το καλοκαίρι!

– Ορίστε! Το λες και μόνη σου! “Το καλοκαίρι”! Κι όλο το χειμώνα μοναχή της η κυρά Νούλα! Που τόσα έκανα να σας μεγαλώσω! Που…

– Τα παιδιά έχουν διαβάσματα το χειμώνα, βρε μαμά! Ο Αλέξανδρος δίνει Πανελλήνιες φέτος κι η Ιφιγένεια είναι στο πρώτο έτος του…

– Ιφιγένεια! Ε βέβαια, σας πείραζε το Σουλτάνα! Πήγατε και δώσατε στο κορίτσι το όνομα της πεθεράς σου! στραβομουτσούνιασε η κυρία Νούλα

– Δεν είναι της πεθεράς μου το όνομα, μαμά! Το έχουμε πει εκατό φορές! Με τον Φίλιππο μας αρέσουν τα αρχαιοελληνικά ονόματα, γι’ αυτό και αποφασίσαμε…

– “Αποφασίσατε!”, είπε κοροϊδευτικά η κυρία Νούλα. Αυτός αποφάσισε! Κι εσύ σα χαϊβάνι… ίδια ο πατέρας σου!

– Μαμά!

– Μαμούνια! Κι όπως είπαμε! Την επόμενη φορά θέλω να μου φέρεις λεφτά!

– Να τα κάνεις τι; Όλα πληρωμένα είναι!

– Ε, και τι; Δεν περισσεύουν απ’ τη σύνταξή μου; Ολόκληρη σύνταξη πάει σ’ αυτό; έδειξε υποτιμητικά με τα χέρια της τον χώρο

Η Ελπίδα σήκωσε τα χέρια σε θέση παράδοσης. Ήταν ξεκάθαρο πως δεν υπήρχε περίπτωση να τα βγάλει πέρα με τη μάνα της. Τι να της εξηγεί; Πως η σύνταξή της δεν αρκούσε για να πληρωθεί ούτε μια βδομάδα σ’ αυτόν τον οίκο ευγηρίας, που ήταν ένας απ’ τους καλύτερους της πόλης; Ευτυχώς ο άντρας της, ο Φίλιππος Πεσκιάδης, που ήταν ένας απ’ τους σπουδαιότερους αγγειοχειρούργους της χώρας, είχε τρελή αδυναμία στην πεθερά του και δεν ήθελε να της χαλάει χατήρι. Εκείνος μεσολάβησε να βρούνε θέση σ’ αυτό το ίδρυμα, το οποίο είχε άριστη ιατροφαρμακευτική φροντίδα και εξαιρετικές ανέσεις για τους ηλικιωμένους. Εκείνος το πλήρωνε, μιας κι η Ελπίδα, η σύζυγός του, δεν εργαζόταν και παρότι είχε προσπαθήσει κι ο ίδιος να πείσει την κυρά Νούλα πως θα ήταν καλύτερα να παρέμενε στο σπίτι της ή να μετακομίσει στο δικό τους, η συνταξιούχος εκπαιδευτικός πεθερά του, επέμενε μέχρις εσχάτων: “Θα με πάτε στο ίδρυμα! Δεν θέλω να γίνομαι βάρος σε κανέναν!”.

Εντωμεταξύ, βάρος δεν ήταν, γιατί παρά τα ογδόντα πέντε της χρόνια, έχαιρε άκρας υγείας. Κι όσο για το μυαλό της; Τετρακόσια τα είχε η κυρία Σουλτάνα Σαμουλίδου με τ’ όνομα! Τους πουλούσε και τους αγόραζε όλους!

Πολύ σύντομα εκμυστηρεύτηκε στην ίδια την εγγονή της, την Ιφιγένεια, πως ήθελε να πάει στο ίδρυμα για να κάνει παρέα με άλλους… νέους, της ηλικίας της και πως η κυρά Πηνελόπη, που έμενε απέναντί της, πήγε σ’ ένα τέτοιο ίδρυμα, γνώρισε τον κύριο Αλέκο και σε έξι μήνες παντρεύτηκαν. “Τόσα χρόνια χήρα κι εγώ, κορίτσι μου… Ψυχή έχω! Θέλω έναν άνθρωπο να μου κρατά το χέρι να περνάμε το πεζοδρόμιο, να μου φέρνει ένα ποτήρι νερό να πίνω το χάπι της πίεσης, βρε αδερφέ!”.

“Η γιαγιά νομίζει πως το γηροκομείο είναι το tinder της τρίτης ηλικίας!”, είχε πει γελώντας στους γονείς και στον αδερφό της. “Ας πάει… Πόσο θαρρείς θα καθίσει; Σε λίγες μέρες θα βαρεθεί και θα ζητάει την πολυθρόνα της”, είχε πει ο Φίλιπππος, ο γαμπρός της. “Ή θα μας στείλει προσκλητήριο γάμου!”, συμπλήρωσε ο Αλέξανδρος, ο εγγονός της. Μόνο η Ελπίδα, που την ήξερε τη μάνα της κι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, παρέμεινε προβληματισμένη. “Μια χαρά θα περάσει, θα δεις! Σα διακοπές θα το κάνει! Μην είσαι έτσι! Εξάλλου, όποτε θέλει, πηγαίνουμε και την παίρνουμε”, την καθησύχασε ο άντρας της.

Κι όμως, προς διάψευση όλων, η κυρά Νούλα, που όλοι περίμεναν να θέλει να φύγει απ’ τις τρεις πρώτες μέρες, ζούσε ήδη έξι μήνες στον οίκο ευγηρίας. Και ναι, γκρίνιαζε κάθε φορά που κάποιος απ’ την οικογένειά της την επισκεπτόταν, μα όταν της έλεγαν “γύρνα σπίτι”, εκείνη γούρλωνε τα μάτια “Όχι, όχι! Καλά είμαι! Μη σε μέλλει!”.

– Και τι είναι αυτό τώρα που πάλι θέλει λεφτά; ρώτησε προβληματισμένη η Ελπίδα τον άντρα της, την ώρα που έτρωγαν το βραδινό τους

– Θα θέλει να πάρει τίποτα απ’ το κυλικείο. Καμιά λαθραία σοκολάτα! γέλασε ο Φίλιππος. Είναι και γλυκατζού η πεθερούλα μου!

– Έχει ζάχαρο, βρε αγάπη μου! Για τέτοια είμαστε τώρα;

– Μα καλά, κι εσύ πιστεύεις θα της δώσουν; Ξέρουν εκεί τι κάνουν, μη σε στεναχωρεί. Είδες τις τελευταίες της εξετάσεις; Μωρού παιδιού! ήπιε ο Φίλιππος μια γουλιά απ’ το κρασί του

– Ναι, αλλά και πριν δέκα μέρες μου ζήτησε λεφτά και της πήγα και… τι τα έκανε; Λες να της τα παίρνουν με το ζόρι; γούρλωσε τα μάτια η Ελπίδα

– Το βρήκες! Η συμμορία των ηλικιωμένων του ιδρύματος, της κάνει bullying και της απομυζά χρήματα! Τι λες, βρε κορίτσι μου; Για την κυρία Νούλα μιλάμε! Πιο πιθανόν να είναι αυτή ο αρχηγός της συμμορίας! έσκασε στα γέλια ο Φίλιππος

– Δεν ξέρω τι λες! Εγώ ανησυχώ! Μου είπε να μην ξαναπατήσω εκεί αν δεν έχω χρήματα να της δώσω! Να της τα πας εσύ, που σου έχει κι αδυναμία, μπας και καταφέρεις να μάθεις και τίποτα. συνέχισε η Ελπίδα

– Εντάξει, εντάξει! Θα πάω αύριο το απόγευμα, μετά την κλινική. Και θα προσπαθήσω να μάθω γιατί τα χρειάζεται. Είπε πόσα θέλει;

– Πάνω από εκατό, λέει! Δεν της φτάνουν λιγότερα, λέει! Θα με τρελάνει αυτή η γυναίκα! ακούμπησε το πηγούνι της μέσα στα χέρια της απελπισμένη η Ελπίδα

*****

– Εκατόν εβδομήντα πέντε… της ψιθύρισε στο αυτί και της έβαλε συνωμοτικά στο χέρι τα χαρτονομίσματα ο Φίλιππος

– Δεν είχες διακόσια; Να είναι και στρόγγυλα; στραβομουτσούνιασε η κυρά Νούλα κι έκρυψε τα χαρτονομίσματα στην τσέπη της

– Ωραίο το μαλλί, κυρά Νούλα! της είπε κοιτώντας την πονηρά ο Φίλιππος και κάθισε απέναντί της

– Α, όλα κι όλα! Από μαλλί σκίζω! Αυτή η κομμώτρια που έχουν εδώ… καλή είναι, αλλά λίγο… χτύπησε το κούτελό της με το χέρι της. Αν δεν της πεις ακριβώς πώς τα θέλεις, τους κουρεύει όλους το ίδιο. Δες εκεί την Ελπινίκη και την Πέρσα! Σαν playmobil τις έχει κάνει! έδειξε με το δάχτυλό της δυο ηλικιωμένες που κάθονταν δεξιά τους και συζητούσαν

– Βρε, μην δείχνεις! Ντροπή! γέλασε ο Φίλιππος

– Σάμπως βλέπουνε νομίζεις; Χαμπάρι δεν παίρνουν! αναστέναξε η κυρά Νούλα

– Κι αυτό το φουστάνι… καινούριο;

– Καινούριο! Αξιώθηκε η γυναίκα σου και μου έφερε δυο καινούρια ρούχα να έχω να συναλλάζω! Που γυρνάω τόσο καιρό με τα ίδια, θαρρείς και είμαι φυλακισμένη και φοράω στολή κρατουμένου!

– Ε, δεν την ξέρεις την Ελπίδα; Εγώ όμως κανόνισα να έρθω να σε πάρω το Σάββατο το πρωί, να πάμε μαζί στα μαγαζιά να ψωνίσεις ό,τι θέλεις! της έκλεισε το μάτι ο Φίλιππος

– Γι’ αυτό σου έχω αδυναμία! άστραψε το μάτι της κυρά Νούλας. Το μόνο έξυπνο που έκανε η κόρη μου, ήταν να παντρευτεί εσένα. Γιατί κατά τ’ άλλα… ίδια ο μακαρίτης ο πατέρας της! Χαϊβάνι! αναστέναξε

– Γιατί; Δεν σου έχω εγώ αδυναμία; Αφού εμείς δεν είμαστε γαμπρός και πεθερά! Φίλοι είμαστε!

– Οι καλύτεροι! Είσαι κι εσύ λίγο μπουνταλάς καμιά φορά, αλλά εντάξει… του έβγαλε τη γλώσσα η κυρά Νούλα

– Και δε μου λες, τώρα που είμαστε τα δυο μας… Τα λεφτά, τι τα θες;

– Τι εννοείς; σοβάρεψε ξαφνικά η κυρά Νούλα και μαζεύτηκε στη θέση της

– Ε, λέω… φαγητό, φάρμακα, διαμονή, κουρέματα, ρούχα… όλα τα έχεις. Τι τα θες τα παραπάνω λεφτά; Μπας και παίρνεις κρυφά τίποτα σοκολάτες απ’ το κυλικείο; της έκλεισε το μάτι.

– Τι σοκολάτες, λες; Καταρχάς κάνω διατροφή! Καλοκαίρι έρχεται! σταύρωσε τα χέρια της κάτω απ’ το στήθος της η κυρά Νούλα

– Με μπερδεύεις όμως κυρά Νούλα μου… Πες σε μένα κι εγώ ξέρεις… τάφος!

– Η περιέργεια σκότωσε τη γάτα, γαμπρέ. είπε σχεδόν πειραγμένη η κυρά Νούλα και τα λεπτά χείλη της έγιναν μια ίσια γραμμή

– Ε, μη με σκας!

– Η κόρη μου σ’ έβαλε, έτσι δεν είναι; στένεψε τα μάτια της η κυρά Νούλα

– Ποια κόρη σου; Οι δυο μας μιλάμε! Λες να ήξερε η Ελπίδα ότι το Σάββατο θα έρθω να σε πάρω να πάμε ν’ αγοράσουμε καινούρια ρούχα και… μαγιό; Καλοκαίρι έρχεται. Θα σας πάνε και λίγες μέρες σε ιαματικά λουτρά. της είπε χαμηλόφωνα

– Αλήθεια; Δεν μας είπαν κάτι! γούρλωσε τα μάτια η κυρά Νούλα

– Γιατί δεν είναι γενική οδηγία! Εγώ προσωπικά έβαλα το χεράκι μου! Μίλησα και με τους γιατρούς σου. Η κατάσταση της υγείας σου το επιτρέπει και θα σου κάνει καλό. Και φυσικά, αν έχεις φίλες που με τη σύμφωνη γνώμη των γιατρών, μπορούν να έρθουν παρεούλα σου…

– Φίλες; Φίλους όχι; τον κοίταξε πονηρά η κυρά Νούλα

– Χμ… έχεις πολλούς φίλους κατά νου;

– Όχι! Σκεφτόμουν την Αριστέα, την Πολυξένη και τον… τον Μηνά. Αυτοί είμαστε οι κοτσονάτοι εδώ μέσα. Όλοι οι άλλοι είναι ραμολιμέντα… είπε χαμηλόφωνα την τελευταία φράση

– Α ναι, έχω γνωρίσει την κυρία Αριστέα και την κυρία Πολυξένη. Αυτό τον… πώς τον είπες; Κύριο Μηνά; Αυτόν δεν είχα την τιμή…

Η κυρία Νούλα τον κοίταξε εξεταστικά. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι ακούμπησε τα χέρια της στα δικά του.

– Εντάξει, θα σου πω. Αλλά ό,τι σου πω, ορκίζεσαι πως θα μείνει μεταξύ μας, ναι;

– Τάφος! σήκωσε το χέρι του σε θέση όρκου ο Φίλιππος

– Ο κύριος Μηνάς… ο Μηνάς δηλαδή… ε, πώς να στο πω… ντρέπομαι και λίγο… Με τον Μηνά λέμε να παντρευτούμε σε λίγο καιρό… κατέβασε το βλέμμα με συστολή

– Ω… μάλιστα! Και γι’ αυτό χρειάζεσαι τα χρήματα; Για να πάρεις νυφικό; έσφιξε τα χείλη του ο Φίλιππος για να μην ξεσπάσει σε γέλια

– Τι λες βρε αρζάνη; Νυφικό στην ηλικία μου; Τι είμαι; καμιά ξεμωραμένη; τον κοίταξε εκνευρισμένη

– Τότε τι;

– Ε να… θέλουμε να κάνουμε ένα γλέντι με τον Μηνά. Για εδώ… γιατί όπως σου είπα, όλοι είναι ραμολιμέντα και δεν είναι να τους καλέσεις σε νυχτερινό κέντρο. Και μη φανταστείς πιοτά και φαγητά! Μουσικούς θέλουμε να φέρουμε! Και τραγουδιστή. Τον Αργυρό. Πολύ μας αρέσει!

– Τον… Αργυρό… έσφιξε τόσο πολύ τα χείλη τους μεταξύ τους για να μη γελάσει ο Φίλιππος που άσπρισαν

– Ναι! Να μας πει το “Σ’ αγαπάω γιατί”, που είναι έτσι ξεσηκωτικό. Για πρώτο χορό του ζευγαριού το θέλουμε. Δεν θέλουμε τα κλασσικά! Να πει το “ξημερώματα δίνεις δικαιώματα”, να το κουνήσουμε λίγο. Και να πει και το “Αθήνα μου”, να χορέψει ζεμπεκιά ο Μηνάς μου! Α, δεν τον έχεις δει να χορεύει! Πετάει!

– Κάτσε βρε κυρά Νούλα μου… ξερόβηξε ο Φίλιππος. Ξέρεις πόσα παίρνει ο Αργυρός για μια εμφάνιση; Πώς θα τα μαζέψετε έτσι λίγα λίγα; προσπάθησε να είναι σοβαρός κάνοντας αυτή την ερώτηση

– Καλέ, αν περιμέναμε εμείς απ’ τα φραγκοδίφραγκα που δίνουν τα παιδιά του κι η σπαγγοραμμένη η κόρη μου σε μένα, δεν θα τα μαζεύαμε ούτε σε εκατό χρόνια. Γι’ αυτό αποφασίσαμε να κάνουμε μια δουλειά…

– Δουλειά; Τι δουλειά;

– Ε να… τα βράδια, όταν οι νοσηλευτές κοιμούνται, μαζευόμαστε στο δωμάτιό μου κρυφά κάποιοι φίλοι και το στρώνουμε… είχε σκύψει μπροστά του και του ψιθύριζε η κυρία Νούλα, μην την ακούσει κανείς

– Το στρώνετε; την κοίταξε παραξενεμένος ο Φίλιππος

– Ω, καλό χαϊβάνι είσαι κι εσύ! Σαν την κόρη μου! Παίζουμε είκοσι μία! Χαρτιά! Μαζευόμαστε όσοι έχουμε χρήματα, στρώνω και μια πράσινη κουβέρτα και…

– Και τα παίρνετε απ’ τους άλλους ηλικιωμένους; γούρλωσε τα μάτια ο Φίλιππος

– Ναι, αυτό θέλαμε να κάνουμε, αλλά προς το παρόν μας τα παίρνει όλα η Ευδοκία! Το τι φάρδος έχει αυτή η γυναίκα, δε λέγεται! Εκατό ευρώ της χρωστάω και δες την, εκεί στη γωνία παραμονεύει και μας κοιτάζει τόση ώρα! του έδειξε διακριτικά αριστερά στην πόρτα, που μια ηλικιωμένη, στηριγμένη πάνω στο πι της τους κοιτούσε. Αλλά ο Μηνάς μου λέει να μη φοβάμαι, απόψε θα ρεφάρει. Θα πληρώσω εγώ το χρέος σ’ αυτή την τσιγγούνα γριά κι αυτός με τα λεφτά που θα του φέρει ο γιος του, θα κάνει παιχνίδι απόψε. Θα τους πάρουμε και τα σώβρακα, λέει ο Μηνάς μου!

*****

– Θα τρελαθώ! επαναλάμβανε ξανά και ξανά η Ελπίδα, όσο ο Φίλιππος τους διηγούνταν αυτά που του είχε πει η μάνα της. Εγώ φοβόμουν μην νιώθει μόνη της κι αυτή έχει μπλέξει με τοκογλύφο που περπατάει με πι!

– Εγώ πάντως μια χαρά τη βρίσκω τη γιαγιά! πετάχτηκε ο Αλέξανδρος

– Ζωάρα κάνει! Όχι μόνο βρήκε άντρα, αλλά θέλει και να την παντρευτεί! Και να κάνουν και γλέντι γάμου με τον Αργυρό! Τύφλα να έχει το Tinder! συμπλήρωσε η Ιφιγένεια

Κική Γιοβανοπούλου

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading