Η Σούλα ήταν μοναχοπαίδι και από τη μέρα που γεννήθηκε έγινε ολόκληρος ο κόσμος για τους γονείς της. Ο πατέρας της συνήθιζε να λέει πως ο Θεός μπορεί να του αρνήθηκε τους γιους που κάποτε ονειρευόταν, όμως του χάρισε ένα κορίτσι που άξιζε όσο δέκα παιδιά μαζί, και κάθε φορά που το έλεγε το πρόσωπό του φωτιζόταν από εκείνη την περηφάνια που μόνο οι γονείς γνωρίζουν.
Μεγάλωσε μέσα στην άνεση, χωρίς ποτέ να της λείψει τίποτα. Ο πατέρας της διατηρούσε εργαστήριο κατασκευής ανατομικών παπουτσιών στη Λευκωσία και η δουλειά του πήγαινε εξαιρετικά. Το όνομά του ήταν γνωστό σε ολόκληρη την Κύπρο και οι παραγγελίες έφταναν καθημερινά από κάθε γωνιά του νησιού. Η μητέρα της, γυναίκα ήσυχη και νοικοκυρά, είχε αφιερώσει όλη της τη ζωή στο σπίτι και στο παιδί της.
Η Σούλα φορούσε πάντα τα καλύτερα ρούχα. Από μικρή η μητέρα της την έπαιρνε στις πιο φημισμένες ράφτρες της Λευκωσίας, οι οποίες έραβαν για εκείνη φορέματα από υφάσματα που έρχονταν από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Όταν περπατούσε στους δρόμους της πόλης κρατώντας το χέρι της μητέρας της, οι γυναίκες γύριζαν να την κοιτάξουν και συχνά σταματούσαν για να σχολιάσουν πόσο όμορφη είχε γίνει.
«Να σου τη φυλάει ο Θεός», έλεγαν στη μητέρα της. Και εκείνη χαμογελούσε.
Η αλήθεια όμως ήταν πως, ενώ οι γονείς της φρόντισαν να της προσφέρουν τα πάντα, παρέλειψαν ίσως το πιο σημαντικό. Δεν της έμαθαν ποτέ να αποφασίζει για τον εαυτό της.
Ο πατέρας της αποφάσιζε.
Η μητέρα της συμφωνούσε.
Και η Σούλα ακολουθούσε.
Έτσι είχαν μάθει όλοι.
Έτσι λειτουργούσε ο κόσμος τους.
Όταν τελείωσε το σχολείο, οι γονείς της την έστειλαν σε ιδιωτικό κολέγιο. Ήθελαν να μορφωθεί, να αποκτήσει τρόπους, να εξελιχθεί σε μια κοπέλα αντάξια της κοινωνικής θέσης της οικογένειας.
Η ίδια δεν είχε κάποια ιδιαίτερη φιλοδοξία. Δεν ονειρευόταν να γίνει επιστήμονας ούτε να φύγει στο εξωτερικό. Είχε μάθει να εμπιστεύεται τη ζωή που οι άλλοι σχεδίαζαν για εκείνη.
Δύο χρόνια αργότερα εμφανίστηκε το πρώτο προξενιό.
Ήταν ένα ανοιξιάτικο απόγευμα όταν ο πατέρας της γύρισε από τη δουλειά πιο ευδιάθετος από το συνηθισμένο.
«Την Κυριακή θα έχουμε επισκέπτες», ανακοίνωσε.
Η μητέρα της κατάλαβε αμέσως.
Η Σούλα όχι.
Μόνο όταν είδε τη φασαρία που ακολούθησε κατάλαβε πως κάτι σημαντικό συνέβαινε.
Το σπίτι καθαρίστηκε από άκρη σε άκρη, τα ασημικά γυαλίστηκαν, τα καλά σερβίτσια βγήκαν από τις βιτρίνες και η μητέρα της έδωσε παραγγελία για γλυκά από το καλύτερο ζαχαροπλαστείο της πόλης.
Την Κυριακή, λίγο μετά το μεσημέρι, χτύπησε το κουδούνι. Ο Φώτης μπήκε στο σπίτι μαζί με τους γονείς του.
Ήταν ψηλός, ευπαρουσίαστος, καλοντυμένος και φαινόταν ευγενικός. Η Σούλα τον κοίταξε διακριτικά, όπως ακριβώς την είχαν συμβουλέψει να κάνει, και έπειτα χαμήλωσε τα μάτια.
Η συζήτηση κράτησε ώρες.
Οι μεγάλοι μιλούσαν.
Οι νέοι σιωπούσαν.
Κάποια στιγμή ο πατέρας της την κάλεσε στην κουζίνα.
«Πώς σου φαίνεται;»
Η Σούλα δίστασε.
«Δεν ξέρω, παπά. Καλό παιδί είναι. Ο, τι πεις εσύ»
Εκείνος την κοίταξε για λίγο. Ύστερα της έπιασε το χέρι και την οδήγησε ξανά στο σαλόνι.
«Την άλλη Κυριακή θα γίνει ο αρραβώνας». Και κάπως έτσι αποφασίστηκε το μέλλον της. Χωρίς καβγάδες. Χωρίς πίεση. Χωρίς καν να χρειαστεί να της ζητηθεί η γνώμη. Η ίδια είχε ήδη μάθει πως η γνώμη της δεν ήταν απαραίτητη.
Ο αρραβώνας έγινε με μεγάλες τιμές. Ήρθε ο παπάς, στρώθηκαν τραπέζια γεμάτα φαγητά, οι συγγενείς κατέφθασαν από κάθε γωνιά της πόλης και οι άντρες σήκωναν τα ποτήρια με τη ζιβανία ευχόμενοι στους μελλόνυμφους ευτυχία και μακροημέρευση.
Το επόμενο βράδυ, ο γαμπρός ήρθε σπίτι της, οι γονείς της έφυγαν διπλανό σπίτι και η Σούλα έμεινε μόνη της με τον Φώτη.
«Έλα, πέσε δίπλα μου» της είπε. Παγωμένη ξάπλωσε δίπλα του. Ήρθε κοντά της, ακούμπησε όλο το σώμα του πάνω της. Η Σούλα φοβόταν, δεν ήθελε, υπάκουσε όμως, γιατί δεν είχε επιλογή. Ήταν ο αρραβωνιαστικός της, και η μάνα της την είχε συμβουλέψει να τον υπακούει. Κι έτσι έκανε.
Και υπέμεινε το μαρτύριο. Το οποίο, επαναλαμβανόταν συνέχεια. Κάθε μέρα πόνος, κανένα συναίσθημα, καμιά τρυφερότητα, καμιά επικοινωνία, ούτε έρωτας. Αγγαρία, θα έλεγε κανείς..
Του μαγείρευε, του έπλενε, τον υπηρετούσε γιατί έτσι έπρεπε…
Σε δυο μήνες ο πεθερός του αγόρασε δώρο ένα καινούριο αυτοκίνητο. Γαμπρός, όνομα και πράγμα. Άρχισε κάθε βράδυ τις βόλτες. Άρχισε να λείπει συνέχεια το βράδυ και να γυρίζει τον πρωί. Η Σούλα ένιωθε ότι κάτι δεν πάει καλά.
Οι μήνες περνούσαν και ο Φώτης ερχόταν συχνά στο σπίτι. Οι γονείς της τον αντιμετώπιζαν ήδη σαν γιο τους. Ο πατέρας της τον έπαιρνε μαζί του σε τραπέζια και συναντήσεις, ενώ η μητέρα της φρόντιζε να τον περιποιείται σε κάθε επίσκεψη.
Η Σούλα προσπαθούσε να συνηθίσει την παρουσία του. Δεν ήταν ερωτευμένη. Αλλά πίστευε πως ίσως ο έρωτας να μην ήταν απαραίτητος. Άλλωστε, πόσες γυναίκες της εποχής της είχαν παντρευτεί από έρωτα;
Σιγά σιγά άρχισε να αποδέχεται τη μοίρα που της είχαν επιλέξει. Μέχρι που κάτι άλλαξε.
Στην αρχή ήταν μικρά πράγματα.
Μια δικαιολογία.
Μια ακυρωμένη επίσκεψη.
Μια αργοπορία.
Ύστερα οι απουσίες έγιναν συχνότερες.
Και οι δικαιολογίες λιγότερο πειστικές.
Ο Φώτης άρχισε να λείπει τα βράδια και να επιστρέφει τα ξημερώματα. Έδειχνε αφηρημένος, απόμακρος, σαν άνθρωπος που βρισκόταν αλλού ακόμη κι όταν στεκόταν μπροστά σου.
Η Σούλα ανησυχούσε. Δεν ήξερε ακριβώς γιατί. Ίσως επειδή για πρώτη φορά ένιωθε πως έχανε κάτι που θεωρούσε δεδομένο. Ίσως επειδή η κοινωνία την είχε μάθει να συνδέει την αξία της με τον άντρα που επρόκειτο να παντρευτεί.
Η απάντηση ήρθε ένα μεσημέρι. Ο Φώτης εμφανίστηκε στο σπίτι αποφασισμένος. Ο πατέρας της τον υποδέχθηκε εγκάρδια. Μέσα σε λίγα λεπτά όμως κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.
«Ήρτα να σας μιλήσω», είπε ο νεαρός.
Ο Φώτης πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Ο αρραβώνας πρέπει να χαλάσει»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν τόσο βαριά, που έμοιαζε να πλακώνει τους τοίχους του σπιτιού.
«Τι πράμα;», ψιθύρισε ο πατέρας της.
«Αγαπώ άλλη»
Ο ηλικιωμένος άντρας χλόμιασε.
«Ένα χρόνο αρραβωνιασμένος με την κόρη μου τζαι έρκεσαι τώρα να μου πεις πως αγαπάς άλλη;»
«Συγγνώμη»
«Συγγνώμη;»
Η φωνή του έσπασε.
«Εν για την τιμή της κόρης μου που μιλούμε»
Όμως ο Φώτης είχε ήδη πάρει την απόφασή του.
Λίγα λεπτά αργότερα έφυγε. Και η ζωή της Σούλας κατέρρευσε μαζί με τον ήχο της πόρτας που έκλεισε πίσω του.
Εκείνο το βράδυ ο πατέρας της κάθισε μόνος στην αυλή μέχρι αργά. Όταν η γυναίκα του βγήκε να τον φωνάξει, εκείνος δεν γύρισε καν να την κοιτάξει.
«Μου χάλασε την κόρη μου», ψιθύρισε.
Και μέσα σε εκείνη τη φράση κρυβόταν όλος ο πόνος μιας εποχής.
Όχι γιατί η Σούλα είχε χάσει τον άνθρωπο που αγαπούσε. Δεν τον είχε αγαπήσει ποτέ. Αλλά γιατί από την επόμενη κιόλας μέρα ολόκληρη η πόλη θα άρχιζε να ψιθυρίζει το όνομά της. Και οι ψίθυροι εκείνα τα χρόνια μπορούσαν να καταστρέψουν μια ζωή πολύ πιο εύκολα απ’ όσο μπορούσε να τη σώσει η αλήθεια.
Η είδηση απλώθηκε στη Λευκωσία γρηγορότερα κι από τον άνεμο. Μέσα σε λίγες ημέρες δεν υπήρχε καφενές, γειτονιά ή οικογενειακό τραπέζι όπου να μην είχε ακουστεί το όνομα της Σούλας. Άλλοι τη λυπόντουσαν, άλλοι τη σχολίαζαν, άλλοι έψαχναν να βρουν τι είχε συμβεί πραγματικά. Κανείς όμως δεν αναρωτήθηκε πώς κοιμόταν τα βράδια εκείνο το κορίτσι που έβλεπε τη ζωή του να γίνεται θέμα συζήτησης στα χείλη ανθρώπων που δεν γνώριζαν τίποτα για τον πόνο του.
Ο πατέρας της γέρασε μέσα σε λίγους μήνες. Οι ώμοι του λύγισαν, το βήμα του βάρυνε και το γέλιο του χάθηκε. Κάθε πρωί πήγαινε στο εργαστήριο, όμως οι εργάτες έβλεπαν πως το μυαλό του βρισκόταν αλλού. Συχνά στεκόταν ακίνητος κοιτάζοντας το κενό, σαν άνθρωπος που προσπαθούσε να καταλάβει πού ακριβώς είχε αποτύχει.
«Εννα παλέψω για το δίκιο της κόρης μου», έλεγε ξανά και ξανά. Και πράγματι πάλεψε.
Η υπόθεση έφτασε μέχρι τα δικαστήρια. Για μήνες ολόκληρους η οικογένεια ζούσε μέσα στην αγωνία. Δικηγόροι, καταθέσεις, έγγραφα και μαρτυρίες έγιναν μέρος της καθημερινότητάς τους. Κάθε φορά που η Σούλα περνούσε το κατώφλι του δικαστηρίου, ένιωθε τα βλέμματα να πέφτουν πάνω της σαν πέτρες. Δεν την πονούσε η αίθουσα. Την πονούσε η αίσθηση ότι έπρεπε να αποδείξει την αξία και την αξιοπρέπειά της μπροστά σε ξένους ανθρώπους.
Όταν τελικά εκδόθηκε η απόφαση και επιδικάστηκε αποζημίωση, κανείς στο σπίτι δεν πανηγύρισε. Τα χρήματα έμειναν πάνω στο τραπέζι σαν κάτι άχρηστο. Γιατί υπήρχαν πληγές που δεν θεραπεύονταν με επιταγές και δικαστικές αποφάσεις.
Εκείνο το βράδυ ο πατέρας της κάθισε μόνος στη βεράντα. Η μητέρα της τον βρήκε να κοιτάζει το σκοτάδι.
«Εδικαιωθήκαμε», του είπε χαμηλόφωνα.
Ο άντρας κούνησε το κεφάλι του.
«Όχι, γυναίκα. Εχάσαμε.»
«Μα το δικαστήριο…»
«Το δικαστήριο έδωκεν μας λεφτά. Εγώ όμως ήθελα να δω την κόρη μου ευτυχισμένη».
Παναγιώτα Τσάμπρα
Συνεχίζεται…

One response to “Αποφάσεις του Πατέρα – Μέρος Πρώτο – Η Χαλασμένη Νύφη”
[…] Προηγούμενο […]