Το θέλημά του

Αχάραγα μπήκαν στο χωριό. Ο ήχος απ’ τα φορτηγά και τις μηχανές έκανε τους κατοίκους να πεταχτούν απ’ τα κρεβάτια τους. Κάποιοι στέκονταν στις πόρτες τους και ρωτούσαν όσους έβλεπαν να τρέχουν πανικόβλητοι, τι είχε συμβεί.

“Ο εχθρός!”

“Μπήκαν στο χωριό!”

“Όλοι στην πλατεία!”

Και μετά άνθρωποι με σφιγμένα χείλη να σέρνουν τα βήματά τους στους χωματόδρομους. Κι άλλοι να κρατούν στα χέρια τα παιδιά τους και να περπατούν γρήγορα. Κι άλλοι να προσπαθούν να ξεφύγουν -μα περικυκλωμένο το χωριό, τους άρπαζαν και τους έχωναν στα σκουροπράσινα φορτηγά τους οι εχθροί.

Και στην άκρη του δρόμου η Ασημούλα, να έχει κρεμασμένη σχεδόν απ’ το μπράτσο της τη γιαγιά της, που μετά βίας περπατούσε. Και το χέρι ενός μικρού παιδιού να χώνεται στο δικό της, πριν σαν σκιά την προσπεράσει, κατευθυνόμενο στην πλατεία. Δεν σήκωσε το βλέμμα η Ασημούλα, μόνο έκρυψε βιαστικά στον κόρφο της το χαρτί.

Περιτριγυρισμένη η πλατεία από άντρες με στολή και κρεμασμένα όπλα στο στήθος. Αγέλαστοι κι αμίλητοι, να κοιτάζουν το πλήθος που γέμιζε την πλατεία.

Ο πρόεδρος του χωριού ανέβηκε στο πεζούλι της βρύσης: “Ησυχία, χωριανοί! Ησυχία!”, έριξε μια βιαστική ματιά στον αξιωματικό που στεκόταν πίσω του και συνέχισε: “Γυναίκες και παιδιά προς τα δεξιά”, έδειξε με το χέρι του την εκκλησία, “Κι άντρες πάνω από…”, σκούπισε τον ιδρώτα που έτρεχε στο μέτωπό του, “Οι άντρες πάνω από δεκαέξι, αριστερά, προς τα καμιόνια…”. Το βλέμμα του έδειχνε θολό κι οι χωριανοί άρχισαν να κοιτάζονται μεταξύ τους. Κάποιοι άρχισαν να σταυροκοπιούνται κι άλλοι να κλαίνε χαμηλόφωνα. “Ησυχία! Κάνετε όπως είπα και όλα θα πάνε… όλα θα πάνε καλά! Γυναίκες, παιδιά, δεξιά. Άντρες, αριστερά”, είπε πιο δυνατά και κατέβηκε απ’ το πεζούλι, κοιτώντας τον αξιωματικό στα μάτια. “Εγώ; Αριστερά;”, έδειξε με το χέρι του ο πρόεδρος το σημείο που είχαν ήδη αρχίσει να συγκεντρώνονται οι άντρες. Ο αξιωματικός κούνησε το χέρι αρνητικά και του έδειξε με το δάχτυλό του το σημείο που βρισκόταν. “Να μείνω εδώ;”, συνέχισε φοβισμένα ο πρόεδρος κι εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

Όταν το πλήθος είχε πια διαχωριστεί, έκανε νόημα σε κάποιους απ’ τους στρατιώτες που βρίσκονταν πίσω του κι εκείνοι μπήκαν ανάμεσα στις γυναίκες και τα παιδιά. Έριξαν με ορμή στο πέτρινο έδαφος κάποιους άντρες που βρήκαν να κρύβονται.

– Όχι! Ο Αρίστος μου είναι δεκατέσσερα! Όχι, σας παρακαλώ! η μαυροντυμένη Στάμω ούρλιαζε και τραβούσε τα μαλλιά της όταν είδε έναν στρατιώτη ν’ αρπάζει τον γιο της απ’ το πέτο και να τον ρίχνει κάτω. Όχι! Πρόεδρε! Ο Αρίστος μου! Πες τους! έπεσε στα γόνατα του προέδρου, για να δεχτεί γι’ απάντηση μια κλωτσιά απ’ τον αξιωματικό που την έκανε να διπλωθεί στα δυο.

Ένα νόημα του αξιωματικού κι οι στρατιώτες ανέβασαν όλους τους άντρες στα καμιόνια που ξεκίνησαν βιαστικά, σηκώνοντας σκόνη πίσω τους.

– Τέσσερις στρατιώτες μας και δύο βαριά οχήματα του στρατού μας, ανατινάχτηκαν στη γέφυρα έξω απ’ το χωριό. είπε με βαριά φωνή και σε άπταιστα ελληνικά ο αξιωματικός. Άντρες απ’ το χωριό βοήθησαν σ’ αυτό. Θα ανακριθούν όλοι κι οι ένοχοι θα τιμωρηθούν.

Το πλήθος των γυναικών και των παιδιών μπροστά του άρχισε να μουρμουρά και να κοιτά ο ένας τον άλλον.

– Ησυχία! φώναξε ακόμη πιο δυνατά ο αξιωματικός, κάνοντάς τους όλους να σωπάσουν. Οι αθώοι θα γυρίσουν στα σπίτια τους σύντομα. Θα επιτάξουμε το καφενείο, τα τρία αυτά σπίτια μπροστά στην πλατεία, έδειξε με το δάχτυλό του τα πρώτα σπίτια, και το σπίτι του προέδρου. έριξε ένα υποτιμητικό βλέμμα στον πρόεδρο που είχε ασπρίσει σαν το πανί

Ο αξιωματικός γύρισε κι έκανε νόημα σ’ έναν στρατιώτη πίσω του, που με βαριά σταθερά βήματα προχώρησε προς το κέντρο της πλατείας κι έπιασε τον ιστό της σημαίας που κυμάτιζε κι άρχισε να την κατεβάζει.

– Όχι! ακούστηκε η φωνή μιας ηλικιωμένης που προχώρησε να τον σταματήσει

– Μη! η Ασημούλα τη συγκράτησε. Μη, κυρά Στεργιανή… της ψιθύρισε κι εκείνη την κοίταξε με μάτια βουρκωμένα

– Όλοι στα σπίτια σας! Κανείς δεν κυκλοφορεί όταν νυχτώσει. Θα κάνουμε αιφνίδιους ελέγχους, φροντίστε να συνεργαστείτε. συμπλήρωσε ο αξιωματικός και γύρισε την πλάτη στο πλήθος, αρχίζοντας να μιλάει με τον πρόεδρο

Φτάνοντας στο σπίτι τους, η Ασημούλα βοήθησε τη γιαγιά της να ξαπλώσει στο ντιβάνι απέναντι απ’ την εξώπορτα, μπήκε στο δωμάτιό της, έκλεισε την πόρτα κι έβγαλε με γρήγορες κινήσεις το χαρτάκι που είχε κρύψει στον κόρφο της. Το σημείωμα ήταν βιαστικά γραμμένο κι έλεγε μόνο λίγες λέξεις: “Άματις δεν γυρίσω, κάμε όπως σου πει ο Δημητρός. Σ’ αγαπώ. Νικήτας”. Δάγκωσε τα χείλη της η Ασημούλα και σήκωσε το κεφάλι ψηλά στο ταβάνι, να μην αφήσει τα δάκρυα που είχαν πλημμυρίσει τα μάτια της, να τρέξουν. Ένα μόνο πρόλαβε και ξέφυγε και κύλησε καυτό στο δεξί της μάγουλο. Το σκούπισε με νευρικές κινήσεις, φίλησε τρυφερά το μικρό χαρτάκι και το έκρυψε πίσω απ’ το εικόνισμα της Παναγιάς που βρισκόταν δίπλα στο κρεβάτι της.

Στις τρεις μέρες που ακολούθησαν, κανείς δεν είχε μάθει νέα για τους άντρες που είχαν πάρει οι στρατιώτες. Άλλος έλεγε πως είδε αίματα δίπλα στο ποτάμι και πως σίγουρα εκεί τους ξέκαμαν όλους. Άλλος πως οι ένοχοι τελικά ήταν απ’ άλλο χωριό και τους δικούς τους θα τους αφήσουν. Άλλος πως κάποιοι το μπόρεσαν και το έσκασαν και κρύβονται στο βουνό κι άλλος πως θα γυρίσουν και θα πάρουν όλα τ’ αγόρια, γιατί το κακό το είχαν κάνει παιδιά. Φήμες μεταφέρονταν από στόμα σε στόμα, μα κανείς δεν ήξερε σίγουρα να πει ούτε πού βρίσκονταν, ούτε αν ήταν καλά. Κι η Ασημούλα παρέμενε κλεισμένη στο σπίτι της, δίπλα στη γιαγιά της, την μόνη οικογένεια που της είχε απομείνει και ολημερίς κι ολονυχτίς προσευχόταν να γυρίσουν όλοι καλά στα σπιτικά τους. Όλοι, μα κυρίως ο Νικήτας. Ο Νικήτας της…

Σκούπιζε την αυλή όταν πέρασαν από μπροστά της δυο γυναίκες που κοντοστάθηκαν μπροστά στην αυλόπορτά της. Η μια ήταν η κυρά Σουλτάνα, γυναίκα του θείου της του μακαρίτη κι η άλλη ήταν η κυρά Στάλλω, φίλη της γιαγιάς της.

– Τα ‘μαθες κοπελούδα μ’… ψιθύρισε η κυρά Σουλτάνα

Η σκούπα γλίστρησε απ’ τα χέρια της Ασημούλας κι έπεσε στο χώμα. Έτρεξε κοντά τους και τις κοίταξε, τα βλέμματά τους ήταν φουρτουνιασμένα.

– Τι ‘ναι, θειά; ρώτησε μ’ αγωνία

– Επτά παλικάρια! Οι αθεόφοβοι! Αύριο αχάραγα θα τους εκτελέσουν οι καταραμένοι! έσκυψε κι άρχισε να κλαίει βουβά στο μαντήλι της

– Ποιους, θειά; Μάθαμε ποιους;

– Δεν λέει ο αναθεματισμένος ο πρόεδρος! Χρυσό τον έκανα! Δεν ξέρει, λέει. Μόνο ότι είναι εφτά… είπε νευρικά η κυρά Στάλλω

Η Ασημούλα κρατήθηκε απ’ την ξύλινη αυλόπορτα κι έκλεισε τα μάτια.

– Τράβα μέσα, πρόσεχε τη γιαγιά, κόρη μου! Να προσευχηθούμε να τελειώσει σύντομα αυτό το κακό! η κυρά Σουλτάνα την ακούμπησε στοργικά στον ώμο και συνέχισε το δρόμο της, κρατώντας την ηλικιωμένη κυρά Στάλλω απ’ το μπράτσο

Η Ασημούλα άρχισε να ψιθυρίζει προσευχές, χωρίς να κουνιέται απ’ τη θέση της.

– Θειά! η φωνή ενός μικρού παιδιού που στεκόταν μπροστά της την έκανε ν’ ανοίξει τα μάτια. Μου μήνυσε ο Δημητρός να πας στο σπίτι του! Μ’ άκουσες, θειά; συνέχισε ο μικρός και μόλις εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι, απομακρύνθηκε τρέχοντας

Μπήκε τρέχοντας στο σπίτι η Ασημούλα, είπε στη γιαγιά της πως θα βγει για λίγο, φόρεσε ένα μαύρο μαντήλι στα μαλλιά κι έφυγε με γρήγορα βήματα για το σπίτι του Νικήτα. Για να ήθελε να της μιλήσει ο Δημητρός, σίγουρα κάτι κακό είχε συμβεί.

Φτάνοντας, άνοιξε την εξώπορτα χωρίς να χτυπήσει και όρμηξε μέσα στο σπίτι. Είδε τον Δημητρό, κάτωχρο, ξαπλωμένο στο ντιβάνι. Κοίταξε γύρω της.

– Δεν είναι κανείς. Η μάνα μου πήγε στο… πήγε να παρακαλέσει να… ο Δημητρός άρχισε να κλαίει γοερά

Η Ασημούλα κοντοστάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα και μετά έπεσε πάνω του και τον αγκάλιασε σφιχτά.

– Μην κλαις! Όχι, Δημητρό μου! Μη! και τα δάκρυα έτρεχαν καυτά στα μάγουλά της

– Αύριο το πρωί… ο Νικήτας… έλεγε μέσα στους λυγμούς του ο Δημητρός

– Όχι! Όχι! έκλαιγε η Ασημούλα

– Εμένανε να πάρουν, τον σακάτη! Όχι τον Νικήτα! Όχι! έκλαιγε σαν μωρό παιδί πια κι η Ασημούλα του χάιδευε τρυφερά το πρόσωπο

– Ποιους έπιασαν; τον ρώτησε ψιθυριστά

– Σχεδόν όλους. Τον Νικήτα, τον Λάμπρο τον Ψαθά, τον Λάμπρο του κυρ Φάνη, τον Γιώργη και τον Στέφο του μπάρμπα Δήμου, τον Λιάκο και τον κυρ Αργύρη… Μοναχά τον Θωμά δεν βρήκαν. Το έσκασε πριν μπουν στο χωριό. Κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται.

– Θέλω να τον δω! σκούπισε βιαστικά τα μάτια της η Ασημούλα και κοίταξε ευθεία στα μάτια τον Δημητρό

– Δεν αφήνουν, Ασημούλα… έκλεισε τα μάτια του

– Εγώ θα τον δω. τον κοίταξε πεισματάρικα

– Ασημούλα, μου μήνυσε αν δεν γυρίσει…

– Όχι τώρα, Δημητρό. Όπως σου μήνυσε ο Νικήτας θα γένει. Μα πρώτα θα τον δω, έστω για στερνή φορά. έσφιξε τα χείλη η Ασημούλα

– Δεν αφήνουν κανέναν να πλησιάσει! Μην πας! Θα…

– Θα βρω τρόπο, μη σε μέλλει. Και μετά… το θέλημά του, διαταγή. τον φίλησε στοργικά στο μέτωπο και βγήκε βιαστικά απ’ το σπίτι.

Το χωριό είχε από ώρα κοιμηθεί, όταν μια σκιά γλίστρησε μέσα στο σκοτάδι κι άρχισε να χάνεται μέσα στα στενά δρομάκια. Μαυροντυμένη, με το σκούρο της μαντήλι κατεβασμένο μέχρι τα μάτια, η Ασημούλα προχωρούσε με βήματα που σχεδόν δεν ακουμπούσαν στο δρόμο. Αθόρυβα, χωρίς ν’ ακούγεται ούτε η ανάσα της, μη και την καταλάβουν.

Όταν βγήκε απ’ το χωριό, κρύφτηκε για λίγο μέσα σε κάτι ψηλά χόρτα δίπλα στο ποτάμι και κοίταξε γύρω της. Φώτα από κάποιο όχημα, ίσως από περίπολο, αχνοφαίνονταν στην άλλη πλευρά. Έπρεπε να προλάβει πριν γυρίσουν. Έπιασε με τα χέρια της την μακριά της φούστα κι άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε προς το δάσος. Τα βήματά της ακούγονταν πάνω στα ξερά χόρτα. Νόμιζε πως άκουσε φωνές, μα δεν γύρισε, συνέχισε να τρέχει, μέχρι που ακούμπησε με το δεξί της χέρι τον κορμό από ένα γέρικο δέντρο κι εκεί κοντοστάθηκε να πάρει μια ανάσα.

Κοίταξε μπροστά το σκοτεινό δάσος. Μια ώρα θα έκανε να φτάσει μέχρι το ύψωμα, αν έκανε γρήγορα. Εκεί, απ’ το ύψωμα, θα μπορούσε να βλέπει προς την αλάνα, εκεί που τα επτά παλικάρια, κι ανάμεσά τους το δικό της παλικάρι, ο Νικήτας της, θ’ αντίκριζαν τον θάνατο κατάματα. “Καταραμένοι να ‘στε!”, βλαστήμισε κι έφτυσε στο χώμα σα σερνικό. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι άρχισε να προχωράει όσο πιο γρήγορα μπορούσε ανάμεσα απ’ τα ψηλά χόρτα και τα δέντρα του δάσους.

Ο ήλιος αχνοφαινόταν ανάμεσα απ’ τις κορυφές του απέναντι βουνού. Η Ασημούλα κοίταξε τη σκισμένη απ’ τα κλαδιά φούστα της και το ματωμένο δεξί της χέρι. Σκούπισε τον ιδρώτα που κυλούσε στο μέτωπό της και κοίταξε μπροστά, στην αλάνα που απλωνόταν μπροστά στα πόδια της. Το σκουροπράσινο καμιόνι όπως πλησίαζε σήκωνε σκόνη και δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν υπήρχαν άνθρωποι στην καρότσα του. Όταν σταμάτησε, είδε πολλούς στρατιώτες να πηδούν και μέτρησε επτά κεφάλια αντρών, να τους ακολουθούν. Απ’ τη θέση του συνοδηγού, κατέβηκε ο αξιωματικός, εκείνος που είχε δει λίγες μέρες πριν στην πλατεία. Ο οδηγός, παρέμεινε στη θέση του.

Ένιωσε την αναπνοή της να κόβεται. Λίγες ώρες πριν, κλαίγοντας παρακαλούσε τον Θωμά να της πει πού θα γινόταν η εκτέλεση. Τον είχε βρει να κρύβεται στον παλιό μύλο, έξω απ’ το χωριό κι ήταν το πρώτο μέρος που τον έψαξε, γιατί ήξερε, όλα τα ήξερε, όλα της τα έλεγε ο Νικήτας της. Εκεί τον βρήκε και του πήγε ψωμί ζυμωτό, ελιές και δυο κρεμμύδια, ό,τι είχε. “Θα φύγω στο βουνό μόλις νυχτώσει. Αν με βρουν, θα με τουφεκίσουν!”, της είχε πει. Στα γόνατά του είχε πέσει να βρουν έναν τρόπο να τον σώσουν. “Όλοι οι δικοί μας είναι στο βουνό. Σε λίγες ώρες θα τους εκτελέσουν, Ασημούλα!”, της είχε πει βουρκωμένος. Μα ανένδοτος ήταν να της πει το πού, φοβόταν μην κάνει καμιά τρέλα και χαθεί κι εκείνη μαζί τους. “Αν σε πάρουν χαμπάρι, δεν θα το σκεφτούν δεύτερη φορά! Δεν θα συγκρατηθείς, θα φωνάξεις, θα τραβήξεις την προσοχή! Δεν θα τη γλιτώσεις! Ο Νικήτας δεν θα μου το συγχωρούσε ποτέ αν…”. “Έχω λόγο να με προσέξω, Θωμά!”, ακούμπησε απαλά την κοιλιά της. Ο Θωμάς την κοιτούσε αποσβολωμένος. “Θέλω μόνο να τον δω μια τελευταία φορά. Να τον χαιρετήσω. Να τον χαιρετήσουμε…”, έσπασε κλαίγοντας μέσα στα χέρια του.

Οι επτά άντρες είχαν παραταχτεί κι απέναντί τους μια διμοιρία στρατιωτών, με τα όπλα σε θέση βολής. Το βλέμμα της Ασημούλας κολλημένο στο πρόσωπο του Νικήτα, που κοιτούσε ευθεία μπροστά μ’ ένα μικρό χαμόγελο στο πρόσωπό του. Αυτό το χαμόγελο που κάποτε την έκανε να τον ερωτευτεί. Αυτό το χαμόγελο που δεν γνώριζε από φόβο, μήτε από υποταγή. Αυτό το χαμόγελο που στα μάτια κοιτούσε κοροϊδευτικά και τον θάνατο τον ίδιο.

Το σώμα της είχε μουδιάσει. Το ένα χέρι στην κοιλιά της και το άλλο στα χείλη της, μην και δεν συγκρατηθεί κι ουρλιάξει. Και τότε, σαν από θαύμα, ένα ζευγάρι μάτια έπεσε πάνω της. Και φώτισαν τα βλέμματα και πλάτυναν τα χαμόγελα και ζέσταναν οι ψυχές τους. Λίγα δευτερόλεπτα κράτησε το φως αυτό, μέχρι που ήχοι από πυροβολισμούς ακούστηκαν και άψυχα σωριάστηκαν τα κορμιά στο χώμα. Πισωπάτησε η Ασημούλα και ακούμπησε την πλάτη της σ’ ένα δέντρο. Και λύγισε το κορμί και άηχα θρηνούσε τον χαμό του. Του περήφανου, του μέχρι τελευταία στιγμή λεβέντη, αγαπημένου της.

***

Μ’ ένα παλιό λευκό φόρεμα στάθηκε μπροστά στον παπά η Ασημούλα. Δίπλα της ο Δημητρός, στο αυτοσχέδιο ξύλινο καρότσι, αξύριστος κι αδυνατισμένος. Λίγοι χωριανοί στα στασίδια, ο πρόεδρος πίσω τους να τους κρατά τα στέφανα και έξω απ’ την πόρτα, στην έξοδο της εκκλησιάς, δυο στρατιώτες να κοιτούν αδιάφορα τη σκηνή του γάμου.

Κανείς τους δεν άκουγε τα λόγια του παπά. Στ’ αυτιά του Δημητρού, ηχούσε η φωνή του Νικήτα: “Μέσα στην Ασημούλα μου, μεγαλώνει το παιδί μου. Μην αφήσεις να την πιάσει στο στόμα του, μάνα αστεφάνωτη, το χωριό. Στάσου δίπλα της, αδερφέ μου!”. Στ’ αυτιά της Ασημούλας, ηχούσαν όλα τα “σ’ αγαπώ” που της ξεστόμιζε, όλοι οι όρκοι πως πάντα θα την προστατεύει και θα την φροντίζει. Ο Νικήτας δεν ήταν πια ανάμεσά τους, μα ο λόγος του παρέμενε δυνατός και ηχηρός.

Άλλα παιδιά δεν έκαναν οι δυο τους. Έζησαν και πέθαναν σαν αδέρφια, μεγαλώνοντας με λατρεία το αγόρι που η Ασημούλα γέννησε. Νικήτα τον ονόμασαν, στη μνήμη του αδερφού, στη μνήμη του άντρα. Στη μνήμη της αληθινής αγάπης…

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading